Μαθήματα από την ενεργειακή κρίση της δεκαετίας του 1970

Το 1973, μετά τον αραβο-ισραηλινό πόλεμο (6-25 Οκτωβρίου 1973), οι αραβικές χώρες παραγωγοί πετρελαίου της Μέσης Ανατολής κήρυξαν εμπάργκο στις εξαγωγές πετρελαίου προς τον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία και την Ιαπωνία, ως τιμωρία για την υποστήριξή τους προς το Ισραήλ. Αυτό που ακολούθησε τότε ήταν μια ενεργειακή κρίση επικών διαστάσεων. Με το τέλος του εμπάργκο (Μάρτιος 1974) η τιμή του πετρελαίου αυξήθηκε κατά 300 τοις εκατόν, από 3 δολάρια το βαρέλι σε 12 δολάρια το βαρέλι. Εκείνη την εποχή πίστευαν ότι το χαμένο μερίδιο αγοράς θα έβλαπτε οικονομικά τις αραβικές χώρες παραγωγούς πετρελαίου της Μέσης Ανατολής. Αντ' αυτού, όμως, οι εν λόγω παραγωγοί πετρελαίου αναπλήρωσαν την απώλεια μεριδίου αγοράς με τις σημαντικά υψηλότερες τιμές πετρελαίου.

Οι καταναλωτές στις χώρες του εμπάργκο υπέστησαν σοβαρό πλήγμα, αφού η κατανάλωση πετρελαίου σε αυτές τις χώρες αυξανόταν αδιάκοπα για δεκαετίες χάρη στο φθηνό πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Λόγω όμως του εμπάργκο υπήρξε σοβαρή έλλειψη στα καύσιμα και ανάγκη για θέσπιση κατεπειγόντων μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας. Αν και το εμπάργκο δεν αφορούσε τις πλείστες ευρωπαϊκές χώρες, εντούτοις υπέστησαν και αυτές σοβαρό πλήγμα λόγω του τρόπου με τον οποίο αυξήθηκαν οι τιμές μετά την κίνηση των αραβικών χωρών παραγωγών πετρελαίου της Μέσης Ανατολής. Η κατανομή των καυσίμων γινόταν με δελτία και εισήχθησαν εθνικά όρια ταχύτητας για την εξοικονόμηση των καυσίμων.

Τι διδάσκει η δεκαετία του 1970 για τη σημερινή ενεργειακή κρίση; Η ενεργειακή αναταραχή της δεκαετίας του 1970 δεν ήταν σύντομη με κύριο στοιχείο συζήτησης και διαχείρισης το υψηλότερο κόστος ενέργειας. Εάν την εξετάσουμε συνολικά υπάρχουν αρκετά πολύ καλά μαθήματα, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Αλλά υπάρχουν και σημαντικές διαφορές μεταξύ της σημερινής ενεργειακής κρίσης και αυτής της δεκαετίας του 1970, συμπεριλαμβανομένου του ότι οι τιμές του πετρελαίου σήμερα δεν είναι ρυθμιζόμενες και η κρίση της προσφοράς που ωθεί προς τα πάνω τις τιμές είναι εν μέρει στρατηγικές επιλογές. Συνάμα, τόσο τα επιτόκια όσο και ο πληθωρισμός είναι σημαντικά χαμηλότερα απ’ ό,τι πριν από δεκαετίες.

Το γεγονός ότι η σημερινή έλλειψη αφορά όλα τα ορυκτά καύσιμα και όχι μόνο το πετρέλαιο είναι ένας από τους λόγους που αυτή η ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να είναι δυνητικά χειρότερη από αυτήν της δεκαετίας του 1970. Η σημερινή ενεργειακή κρίση περιλαμβάνει το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τον άνθρακα, καθώς επίσης και δυο χώρες που είναι πυρηνικές υπερδυνάμεις. Τα κράτη μέλη της ΕΕ εξαρτώνται από τη Ρωσία για σχεδόν το ήμισυ των εισαγωγών άνθρακα και φυσικού αερίου και περίπου το ένα τέταρτο των εισαγωγών αργού πετρελαίου.

Μόλις η ΕΕ ανακοίνωσε ότι προτίθεται να απαγορεύσει τις εισαγωγές ρωσικού άνθρακα, προσπαθώντας να πλήξει τη ρωσική οικονομία ως τιμωρία για τις ενέργειες της Ρωσίας στην Ουκρανία, (α) η Ινδονησία αύξησε τις τιμές άνθρακα κατά 42 τοις εκατό, (β) οι ασιατικές τιμές άνθρακα αυξήθηκαν στα ύψη εν μέσω αναφορών ότι οι Ευρωπαίοι αγοραστές θα αναζητούσαν φορτία άνθρακα προς αντικατάσταση του ρωσικού άνθρακα και (γ) η Αυστραλία ανέφερε ότι έχει περιορισμένη ικανότητα αντικατάστασης του ρωσικού άνθρακα.

Αναμένεται ότι παρόμοιο με αυτό που συνέβη με τον άνθρακα θα συμβεί στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Η παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου είναι ήδη αρκετά κορεσμένη και δεν φαίνεται να υπάρχει έτοιμη αντικατάσταση του ρωσικού φυσικού αερίου σε περίπτωση που σταματήσει η παροχή του προς τις χώρες της ΕΕ. Και αυτό παρά τις προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής να αυξήσουν τις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την ΕΕ. Σε αυτό το διαμορφωμένο περιβάλλον της περιορισμένης προσφοράς και ζήτησης ορυκτών καυσίμων το κόστος ζωής αυξάνεται ανά το παγκόσμιο και ιδιαίτερα σε ολόκληρη την ΕΕ, όπου τα κράτη μέλη καλούνται να το διαχειριστούν. Η ΕΕ, όπως και όλες οι κυβερνήσεις, είναι εγκλωβισμένη σε ένα σύστημα ορυκτών καυσίμων που αποδεικνύεται ξανά ότι είναι στην πραγματικότητα ένα αρκετά ευάλωτο και εύθραυστο σύστημα.

Τέλος, οι σημερινές προκλήσεις έχουν στοιχεία που ήταν λιγότερο στην πρώτη γραμμή τη δεκαετία του 1970, όπως την κλιματική αλλαγή και κατ’ επέκτασιν την ενεργειακή μετάβαση. Μια μετάβαση όπου αναμένεται στα επόμενα χρόνια ο ανταγωνισμός μεταξύ πετρελαίου, φυσικού αερίου, υδρογόνου, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αποθήκευσης ενέργειας στο πλαίσιο των σημερινών πολύπλοκων ενεργειακών αγορών. Εάν η δεκαετία του 1970 έχει διαμορφώσει την ενεργειακή αρχιτεκτονική των τελευταίων 50 ετών, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, το μελλοντικό ενεργειακό τοπίο θα είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθεί.