Η ΕΚΤ και οι προβληματισμοί για το δημόσιο χρέος

Το συμβούλιο της ΕΚΤ καλείται να ισορροπήσει μεταξύ του υψηλού πληθωρισμού και της ανησυχίας για επιβράδυνση της ευρωπαϊκής και γενικότερα της παγκόσμιας οικονομίας μετά τις εξελίξεις στην Ουκρανία και τις οικονομικές κυρώσεις που επιβάλλονται στη Ρωσία

Την ώρα που τα ποσοστά πληθωρισμού συνεχίζουν να αυξάνονται, η κατάσταση στην Ουκρανία δεν φαίνεται να αποκλιμακώνεται σύντομα, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρεί σε νέο πακέτο κυρώσεων προς τη Ρωσία. Αυτήν τη φορά όμως οι αντιδράσεις εντός της Ένωσης πυκνώνουν εφόσον συζητά εμπάργκο σε πετρέλαιο, απαγόρευση επενδύσεων σε ορισμένους τομείς από ρωσικά κεφάλαια και αποκλεισμό πλοίων που εξυπηρετούν ή έχουν επιχειρηματικές σχέσεις με τη Ρωσία.

Αντιδράσεις εντός της Ευρωζώνης φαίνεται να υπάρχουν από ορισμένα κράτη μέλη τα οποία θεωρούν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα έπρεπε να προχωρήσει σε μια πιο επιθετική αύξηση των επιτοκίων, παρόμοια ενδεχομένως με αυτήν της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας (FED).

Οι προβληματισμοί που εκφράζονται από την ΕΚΤ αφορούν τον υπερδανεισμένο ευρωπαϊκό νότο, ο οποίος θα αντιμετωπίσει σοβαρά ζητήματα από μιαν απότομη απόσυρση των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης και τον αρνητικό αντίκτυπο που θα έχει ο περιορισμός της ρευστότητας στην αγορά σε μια περίοδο που η οικονομία αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά τον ρυθμό ανάπτυξης.

Η αντιπαράθεση ευρωπαϊκού βορρά και νότου παρουσιάζεται γι’ ακόμη μια φορά, όπως και κατά τις συζητήσεις που αφορούν τη δημιουργία των μηχανισμών στήριξης. Ενδεχομένως μοναδική εξαίρεση ήταν τα κοινά μέτρα που πήρε η Ευρώπη για καταπολέμηση των αρνητικών συνεπειών από την εξάπλωση του ιού με την έξοδο από κοινού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις αγορές για άντληση κεφαλαίων προς στήριξη των οικονομιών των κρατών μελών. Φυσικά και η συγκεκριμένη συζήτηση κατέληξε μετά την παραχώρηση συγκεκριμένων εγγυήσεων προς χώρες του βορρά.

Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρείται μια αύξηση στις αποδόσεις των κυβερνητικών ομολόγων με εκδότες χώρες του ευρωπαϊκού νότου όπως η Ιταλία, η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία. Οι συγκεκριμένες χώρες παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά δανεισμού, κάτι που προβληματίζει τους επενδυτές, ενώ η διαφαινόμενη πρόθεση των κεντρικών τραπεζών να αποσύρουν τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης και να αυξήσουν τα επιτόκια οδηγούν τις αποδόσεις των κυβερνητικών ομολόγων προς τα πάνω.

Την ίδια στιγμή οι αγορές προεξοφλούν γεγονότα και η αύξηση στο κόστος δανεισμού καταδεικνύει ότι οι επενδυτές δεν είναι τόσο αισιόδοξοι για την πορεία της οικονομίας. Άλλωστε όλες σχεδόν οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου και του κυπριακού Υπουργείου Οικονομικών, έχουν μειώσει σημαντικά τι εκτιμήσεις τους για τον ρυθμό ανάπτυξης των οικονομιών τους το 2022.

Θα πρέπει επιπλέον να τονιστεί ότι η στήριξη των παραγωγικών μονάδων των οικονομιών κατά τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων ένεκα του κορωνοϊού έγινε μέσα από την αύξηση του δημόσιου χρέους (σε αντίθεση με το Ταμείο Ανασυγκρότησης που ουσιαστικά στο μεγαλύτερο μέρος του αφορά παροχές), οπότε οι χώρες εξερχόμενες από την κρίση του ιού συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υφεσιογόνες πιέσεις, λόγω του δυσμενούς και γεμάτου προκλήσεις διεθνούς οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος.

Σημειώνεται ότι, για κάθε κράτος, επιχείρηση και νοικοκυριό η πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό αποτελεί σημαντικό εργαλείο στη διαχείριση των οικονομικών του και στην κάλυψη των ελλειμμάτων σε περιόδους κατά τις οποίες παρουσιάζονται ελλείμματα.

Η πορεία του δημόσιου χρέους είναι ιδιαίτερα σημαντικός δείκτης για την οικονομία εφόσον καταδεικνύει τις «αντιστάσεις» που έχει σε περίπτωση αρνητικών εξελίξεων. Γίνεται κατανοητό ότι υψηλά ποσοστά δανεισμού / μόχλευσης, όπως και για τις επιχειρήσεις, επηρεάζουν τις δυνατότητες της Πολιτείας να εφαρμόσει τη δημοσιονομική της πολιτική αλλά και να παίρνει δραστικές αποφάσεις σε περιόδους ύφεσης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη επηρεάζει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να αποπληρώσει τις δόσεις, ενισχύει την πιθανότητα πιστωτικού γεγονότος. Για ένα κράτος αρνητικές εξελίξεις αποτελούν η σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ της χώρας και η μείωση των εσόδων από τις φορολογίες και για τις επιχειρήσεις και τα φυσικά πρόσωπα η συρρίκνωση των εισοδημάτων, η οποία μπορεί να προέλθει από τη μείωση του κύκλου εργασιών, από αυξημένες φορολογίες ή την απώλεια της θέσης εργασίας. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που πρέπει να γίνονται «ασκήσεις ευαισθησίας» όσον αφορά τα δημόσια οικονομικά, ώστε η χώρα να είναι έτοιμη για τυχόν αρνητικές εξελίξεις.

Η σωστή διαχείριση του δημόσιου χρέους αποτελεί προτεραιότητα τόσο για τη δημοσιονομική όσο και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας, εφόσον μέρος του δημόσιου χρέους βρίσκεται στα χέρια των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων του τόπου. Η οικονομία της Κύπρου ως εξωγενής επηρεάζεται σημαντικά από την κατάσταση στην ευρωπαϊκή και γενικότερα στην παγκόσμια οικονομία.

Μπορεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προχώρησε σε χαλάρωση των δημοσιονομικών στόχων για κάθε κράτος, όμως θα πρέπει να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και ειδικά του δημόσιου χρέους. Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένος σχεδιασμός και αναλύσεις για τα άμεσα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση που τα έσοδα του κράτους δεν είναι τα αναμενόμενα (την περασμένη εβδομάδα κατατέθηκε στη Βουλή από την εκτελεστική εξουσία συμπληρωματικός προϋπολογισμός για δαπάνες λόγω πανδημίας και Ουκρανικού, εκατόν περίπου εκατομμυρίων).

Η παρατεταμένη περίοδος πληθωριστικών πιέσεων, η οποία ενισχύεται και από τις γεωπολιτικές εντάσεις, προκαλεί αβεβαιότητα, με επενδυτές αλλά και νοικοκυριά να κάνουν δεύτερες σκέψεις σε σχέση με επενδύσεις ή κεφαλαιακές δαπάνες, αναβάλλοντάς τις για το μέλος. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και τον περιορισμό της κατανάλωσης δρουν αρνητικά όσον αφορά την ανάκαμψη των οικονομιών.

Η απόσυρση των μέτρων από τις Κεντρικές Τράπεζες αποτελεί επιστροφή στην ομαλότητα, με την προϋπόθεση ότι η απόσυρση αυτή θα γίνει με σταδιακό τρόπο, ώστε να μην επηρεαστούν αρνητικά σε μεγάλο βαθμό οι οικονομίες και οι πολίτες. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα έντονο αν λάβουμε υπόψη ότι οι αυξημένες δαπάνες υγείας και στήριξης των παραγωγικών δυνάμεων των οικονομιών, συμπεριλαμβανομένης και της απασχόλησης, χρηματοδοτήθηκε μέσω της αύξησης του δημόσιου χρέους.

Κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί καλούνται να διαχειριστούν το φαινόμενο των υψηλών ποσοστών πληθωρισμού, εφόσον είναι ξεκάθαρο ότι το φαινόμενο θα κρατήσει και θα έχει ένταση. Γίνεται προς όλους αντιληπτό ότι αν δεν τύχει σωστής διαχείρισης, θα δημιουργήσει εμπόδια σε πρώτη φάση στην πορεία ανάκαμψης μετά την κρίση του ιού και σε νέα κρίση αν τα πράγματα εκτροχιαστούν.

Το συμβούλιο της ΕΚΤ καλείται να ισορροπήσει μεταξύ του υψηλού πληθωρισμού και της ανησυχίας για επιβράδυνση της ευρωπαϊκής και γενικότερα της παγκόσμιας οικονομίας μετά τις εξελίξεις στην Ουκρανία και τις οικονομικές κυρώσεις που επιβάλλονται στη Ρωσία. Πολλοί είναι οι αναλυτές που πιστεύουν ότι η διοχέτευση ρευστότητας από τις Κεντρικές Τράπεζες ήταν ανεξέλεγκτη και χωρίς στόχευση, με αποτέλεσμα αυτές, και ειδικά η ΕΚΤ, να δείχνουν εγκλωβισμένες. Οι Κεντρικές Τράπεζες της Αμερικής και του Ηνωμένου Βασίλειου (αύξησε τα επιτόκια την περασμένη βδομάδα) προχωρούν σε αύξηση των επιτοκίων με γοργό ρυθμό και αναμένεται ότι η ΕΚΤ θα ακολουθήσει.