Το σινιάλο γίνεται πραγματικότητα

Οι αυξήσεις στα καταθετικά επιτόκια θα εμφανιστούν μεταχρονολογημένα, με τις αυξήσεις στις αποταμιεύσεις να περιορίζουν τη ζήτηση στην αγορά και τις πληθωριστικές τάσεις

Είναι πλέον γεγονός, μετά από μια δεκαετία, η αύξηση των βασικών επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον ερχόμενο Ιούλιο και Σεπτέμβριο. Στην ανακοίνωσή της η ΕΚΤ τονίζει τη μεγάλη αβεβαιότητα που επικρατεί στην ευρωπαϊκή αλλά και την παγκόσμια οικονομία, ειδικά μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αλλά και τις ενισχυμένες πληθωριστικές τάσεις, απόρροια κυρίως του κόστους της ενέργειας.

Οι αγορές είχαν εδώ και καιρό προεξοφλήσει τις αποφάσεις εφόσον οι αποδόσεις στις αγορές ομολόγων την τελευταία περίοδο είχαν αυξηθεί. Υπενθυμίζεται ότι τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης έκαναν την εμφάνιση στις ΗΠΑ μετά την κατάρρευση της αγοράς δομημένων προϊόντων και σκοπός τους ήταν η ενίσχυση της ρευστότητας στις αγορές με σκοπό την ενίσχυση της ανάπτυξης. Με τη διάχυση της κρίσης παγκοσμίως οι πιο πολλές κεντρικές τράπεζες υιοθέτησαν παγκόσμια προγράμματα.

Αν και εκ φύσεως προσωρινά, τα συγκεκριμένα προγράμματα διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα και προσαρμόστηκαν φυσικά στις ανάγκες κάθε εποχής. Στην Ευρώπη η αναιμική οικονομική ανάπτυξη από το 2012 και μετά σε συνδυασμό με τα χαμηλά ποσοστά πληθωρισμού δεν επέτρεπε στην ΕΚΤ να αποσύρει τα μέτρα. Μετά είχαμε την εξάπλωση του ιού με τις οικονομίες να αναζητούν χρηματοδότηση και ρευστότητα να διατηρήσουν τις παραγωγικές τους μονάδες.

Πολλοί είναι οι αναλυτές που τονίζουν ότι οι κεντρικές τράπεζες έπεσαν στην «παγίδα» που οι ίδιες δημιούργησαν. Η επιπλέον ρευστότητα δεν διοχετεύτηκε όπως θα έπρεπε στη λεγόμενη πραγματική οικονομία, με τα χρηματιστήρια να παρουσιάζουν σημαντικές ανατιμήσεις και την κατανάλωση να ενισχύεται. Με τη σταδιακή έξοδο από την κρίση του ιού τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα οδήγησαν σε αυξήσεις των τιμών διεθνώς, και με τη μετέπειτα κρίση στην Ουκρανία να εκτοξεύει το κόστος της ενέργειας στα ύψη.

Η ΕΚΤ με την απόφασή της να ανακοινώσει ένα μήνα πριν τις αυξήσεις στα επιτόκια δίνει τη δυνατότητα στις αγορές να απορροφήσουν τα νέα, το έχουν ήδη κάνει σε μεγάλο βαθμό, περιορίζοντας όσο το δυνατόν περισσότερο την αβεβαιότητα. Την ίδια στιγμή περιορίζει τις πληθωριστικές προσδοκίες όσον αφορά τις ανατιμήσεις των τιμών στην αγορά και τις μεγάλες αυξήσεις στη μισθοδοσία, που ενδεχομένως να ανατροφοδοτούσαν τον πληθωρισμό.

Το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων οδήγησε σε ενίσχυση το ευρώ, το οποίο τους προηγούμενους μήνες συγκρινόταν αρνητικά με το δολάριο. Η πιθανή ανατίμηση του ευρώ θα κάνει από τη μια τις εξαγωγές, προϊόντα και υπηρεσίες (όπως π.χ. τον τουρισμό) ακριβότερες, από την άλλη μειώνει το κόστος των εισαγωγών, κάτι ιδιαιτέρα σημαντικό εφόσον το μεγαλύτερο ποσοστό των ενεργειακών πόρων της Ευρώπης εισάγονται από τρίτες χώρες.

Το κόστος δανεισμού

Το κόστος δανεισμού από τις αγορές για τα κράτη αναμένεται να αυξηθεί σε μια περίοδο που το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί, εφόσον τα προγράμματα στήριξης των οικονομιών κατά τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων, λόγων του ιού, χρηματοδοτήθηκαν μέσω δανεισμού. Ο αντίκτυπος ίσως να μην είναι τόσο άμεσος εφόσον πολλές χώρες / κυβερνήσεις έδρασαν προληπτικά βγαίνοντας έγκαιρα στις αγορές, «απλώνοντας» τις λήξεις ομολόγων, εκμεταλλευόμενες το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων. Η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι αρκετές χώρες, και ειδικά της ευρωπαϊκής περιφέρειας, αντιμετωπίζουν προβλήματα υψηλής μόχλευσης και σπεύδει να επιβεβαιώσει ότι θα παρέχει κάθε δυνατή στήριξη.

Το αυξημένο κόστος δανεισμού θα οδηγήσει σε επιβράδυνση των επενδύσεων και της κατανάλωσης, επιβαρύνοντας την προσπάθεια για οικονομική ανάπτυξη και δημιουργώντας παράλληλα ζητήματα στην αγορά εργασίας. Ουσιαστικά με την αύξηση των επιτοκίων γίνεται μια προσπάθεια μείωσης των ζήτησης σε προϊόντα και αγαθά για περιορισμό των πληθωριστικών τάσεων.

Σημειώνεται ότι αμεσότερος θα είναι ο αντίκτυπος στο κόστος δανεισμού των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων παρά στην αύξηση των αποδόσεων των καταθέσεων (ενδεχομένως να γίνει ορατός μετά την προαναγγελθείσα νέα αύξηση των επιτοκίων τον ερχόμενο Σεπτέμβριο). Οπότε οι δανειολήπτες, πέρα από τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν από τη δραστική μείωση της αγοραστικής αξίας των εισοδημάτων τους και κατ’ επέκτασιν των διαθέσιμων εισοδημάτων για την εξυπηρέτηση των χρεών τους, πολύ πιθανόν να τεθούν αντιμέτωποι με αυξήσεις στα επιτόκια και στο ποσό της δόσης του δανείου.

Τα μηδενικά και αρνητικά επιτόκια οδήγησαν καταθέτες και επενδυτές σε αναζήτηση άλλων επενδύσεων με μεγαλύτερες αποδόσεις, με μεγάλο μέρος της επιπλέον ρευστότητας να διοχετεύεται στις χρηματαγορές και στις αγορές των ακινήτων και των κρυπτονομισμάτων.

Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, οι αυξήσεις στα καταθετικά επιτόκια θα εμφανιστούν μεταχρονολογημένα, με τις αυξήσεις στις αποταμιεύσεις να περιορίζουν τη ζήτηση στην αγορά και τις πληθωριστικές τάσεις. Σταδιακά τα τραπεζικά ιδρύματα θα πρέπει να απορροφήσουν την επιπλέον ρευστότητα, ενώ θα αποσύρονται σε βάθος χρόνου χρεώσεις που αφορούν την επιβολή αρνητικών επιτοκίων.

Φυσικά ο θετικός αντίκτυπος όσον αφορά την τιθάσευση του πληθωρισμού πιθανόν να μην είναι τόσο εμφανής, εφόσον μεγάλο μέρος των πληθωριστικών πιέσεων συντηρείται από τους «τεχνικούς περιορισμούς» στο διεθνές εμπόριο είτε αυτό αφορά εμπάργκο και κυρώσεις στον ενεργειακό τομέα είτε καταστροφές των υποδομών σε χώρες όπως την Ουκρανία, που δε μπορεί να εξαγάγει τις ποσότητες που είχε σε σιτηρά, δημιουργώντας ένα σπιράλ ανατιμήσεων των τιμών.

Η παρατεταμένη περίοδος πληθωριστικών πιέσεων, η οποία ενισχύεται και από τις γεωπολιτικές εντάσεις, προκαλεί αβεβαιότητα με επενδυτές αλλά και νοικοκυριά να κάνουν δεύτερες σκέψεις σε σχέση με επενδύσεις ή κεφαλαιακές δαπάνες, αναβάλλοντάς τις για το μέλλον. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και τον περιορισμό της κατανάλωσης δρουν αρνητικά όσον αφορά την ανάκαμψη των οικονομιών.

Η απόσυρση των μέτρων από τις κεντρικές τράπεζες αποτελεί επιστροφή στην ομαλότητα, με την προϋπόθεση ότι η απόσυρση αυτή θα γίνει με σταδιακό τρόπο, ώστε να μην επηρεαστούν αρνητικά σε μεγάλο βαθμό οι οικονομίες και οι πολίτες.

Οι κεντρικές τράπεζες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην προσπάθεια απορρόφησης των αρνητικών συνεπειών από την κατάσταση στην Ουκρανία, ενισχύοντας τη ρευστότητα στις αγορές, και σε αυτήν που αφορά την τιθάσευση του πληθωρισμού. Επιπλέον οι συγκλίνουσες απόψεις ότι η Ευρώπη είναι η περιοχή που αναμένεται να επηρεαστεί περισσότερο από την τωρινή κατάσταση οδηγούν την ΕΚΤ σε μια πιο συντηρητική πολιτική σε σχέση με τη FED όσον αφορά την απόσυρση των μέτρων.

Το διεθνές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον είναι γεμάτο προκλήσεις. Οι αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών από τη μια έχουν σκοπό να επιβραδύνουν την πορεία του πληθωρισμού, από την άλλη έχουν αρνητικές συνέπειες όσον αφορά τη δυναμική της οικονομικής ανάπτυξης. Η Κύπρος, όπως και οι άλλες χώρες καλούνται να ισορροπήσουν σε αυτό το περιβάλλον και να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που δημιουργούνται.