Μαρτυρίες του ξεριζωμού: Πρόσφυγες θυμούνται και ελπίζουν

Η «Σημερινή Online» φιλοξενεί μαρτυρίες προσφύγων που, 48 χρόνια μετά τον τραγικό Ιούλη του ξεριζωμού, θυμούνται, διηγούνται και ελπίζουν

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο ξεκίνησε ξημερώματα της 20ης Ιουλίου του 1974 με την κωδική ονομασία «Αττίλας», με αποβατικές και αεροπορικές επιχειρήσεις.

Η Τουρκία υποστηρίζει ότι δεν επρόκειτο για εισβολή, αλλά για «ειρηνευτική» επέμβαση με σκοπό την επαναφορά της συνταγματικής τάξης, που είχε καταλυθεί από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου κατά του Προέδρου Μακαρίου.

Η δεύτερη φάση της εισβολής ολοκλήρωσε τα καταστροφικά αποτελέσματα της τραγωδίας της Κύπρου.

Μια από τις τραγικότερες πτυχές του πολέμου ήταν η προσφυγοποίηση χιλιάδων κατοίκων, που βιώνουν τα καταστροφικά αποτελέσματα μέχρι και σήμερα, 48 χρόνια μετά.

Η «Σημερινή Online» επισκέφθηκε προσφυγικούς συνοικισμούς και συνομίλησε με προσφυγές που βίωσαν τον ξεριζωμό.

Η κυρία Καλλιόπη Αγαθοκλέους, πρόσφυγας από το χωριό Γερόλακκος, μητέρα δύο παιδιών (4 ετών και 2 μηνών τότε), αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της μαζί με άλλους συγχωριανούς της την 20ή Ιουλίου, αφού τα τουρκικά αεροσκάφη βομβάρδιζαν ανελέητα την περιοχή. Ο σύζυγός της ξημερώματα της ίδιας μέρας φεύγει για τον πόλεμο και η ίδια βρίσκει αρχικά καταφύγιο σε φιλικό σπίτι στα ημιορεινά. Με δάκρυα στα μάτια περιγράφει τα όσα δραματικά βίωσε.

Η κυρία Πόπη Τιμοθέου, πρόσφυγας από το Δίκωμο, γέννησε το πρώτο της παιδί στις 19 Ιουλίου του 1974. Ο άντρας της δεν κατάφερε να είναι δίπλα της, καθώς έπρεπε να πολεμήσει. Δύο μέρες αργότερα, τη μεταφέρει ο αδελφός της από το νοσοκομείο μαζί με το βρέφος και βρίσκουν καταφύγιο στο χωριό Βατυλή, από όπου αργότερα έπρεπε να φύγουν, αφού κατά τη δεύτερη φάση της εισβολής κατελήφθη από τους Τούρκους.

Η κυρία Χρυστάλλα Τρύφωνος, πρόσφυγας από τον Γερόλακκο, μητέρα τεσσάρων παιδιών, γυρίζει τον χρόνο πίσω στις δραματικές στιγμές που έζησε μέχρι αυτή και η οικογένειά της να βρουν ασφαλές καταφύγιο και να γλυτώσουν από τα πυρά των Τούρκων.

Η κυρία Δέσποινα Ζαντή, πρόσφυγας από την Γιαλούσα, είχε παραμείνει εγκλωβισμένη στο χωριό της μαζί με τα τρία παιδιά της. Φανερά συγκινημένη θυμάται την προέλαση του τούρκικου στρατού στο χωριό της, τις λεηλασίες και τη μετέπειτα εκδίωξή τους από τον τόπο τους.

Όλοι οι πρόσφυγες αρχικά βρήκαν καταφύγιο σε φιλικά ή συγγενικά σπίτια, σε πρόχειρους καταυλισμούς, αντίσκηνα, σχολεία. Κάποιοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν για ένα χρονικό διάστημα για να γλυτώσουν και να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους.

48 χρόνια μετά, η επιθυμία για επιστροφή στις πατρογονικές τους εστίες παραμένει άσβεστη. Ωστόσο, σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, η ελπίδα χρόνο με τον χρόνο χάνεται...