Οι κινεζικοί πύραυλοι συναντούν τα αμερικανικά «πυροτεχνήματα» πάνω από την Ταϊβάν

Εάν η επίσκεψη επιδεινώσει τις ήδη τεταμένες σχέσεις Ουάσιγκτον - Πεκίνου και οδηγήσει τελικά σε μια πολεμική σύρραξη, ξεκάθαρα πρόκειται για εγκληματικά λανθασμένους υπολογισμούς

Με πυραύλους και στρατιωτικές ασκήσεις καλωσόρισε η Κίνα την πρόεδρο της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι, στην Ταϊβάν. Η «αψυχολόγητη», για πολλούς ειδικούς, κίνηση της 82χρονης πολιτικού, πέραν από τις αναμενόμενες αντιδράσεις, δημιούργησε ερωτήματα για τη χρονική συγκυρία, την πρακτική σημασία και τις συνέπειες που μπορεί να επιφέρει. Για κάποιους πρόκειται για ένα ισχυρό δημοκρατικό κτύπημα στο ολοκληρωτικό καθεστώς της Κίνας, το οποίο θα έχει περιορισμένο γεωπολιτικό αντίκτυπο. Για άλλους, όμως, δεν είναι παρά ένα ανεύθυνο «πυροτέχνημα» σε μια κρίσιμη χρονική περίοδο, το οποίο δύναται να προκαλέσει αλυσιδωτές αρνητικές εξελίξεις. Στη συζήτηση μπαίνει και η ρωσική εισβολή και εξετάζεται κατά πόσον η Ταϊβάν θα γίνει μια νέα Ουκρανία ή εάν η «προδοσία» των ΗΠΑ θα σπρώξει την Κίνα πιο κοντά στη Ρωσία.

Η σημασία της επίσκεψης Πελόζι

Αναλυτές εκτιμούν ότι η απάντηση στο ερώτημα, εάν το ριψοκίνδυνο ταξίδι της Πελόζι ήταν μια ισχυρή δήλωση των προθέσεων των ΗΠΑ ή απλώς μια πρόκληση κατά της Κίνας χωρίς κανένα στρατηγικό κέρδος, θα εξαρτηθεί από το πώς θα εκτονωθεί η οργή του Πεκίνου.

Οι μέχρι τώρα – αναμενόμενες – αντιδράσεις της Κίνας, πάντως, δεν μπορούν να υποτιμηθούν. Οι ένοπλες δυνάμεις της διεξήγαγαν γυμνάσια ευρείας κλίμακας σε τομείς γύρω από την Ταϊβάν, με τους στρατιωτικούς αναλυτές να εκτιμούν ότι πρόκειται για τις μεγαλύτερες αεροπορικές και ναυτικές ασκήσεις που έχουν οργανωθεί ποτέ γύρω από τη νήσο.

Εάν η «αντεπίθεση» της Κίνας σταματήσει πριν από μία κρίση ευρείας κλίμακας στα Στενά της Ταϊβάν και αποφευχθεί το ενδεχόμενο κάποιου ατυχήματος μεταξύ των κινεζικών και ταϊβανέζικων ή αμερικανικών δυνάμεων, τότε η επίσκεψη της Πελόζι μπορεί να περάσει «ανώδυνα». Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, αυτό είναι το βέλτιστο σενάριο για τους Αμερικανούς, αφού στη συνείδηση του κόσμου τελικά θα μείνει αποτυπωμένη η εικόνα μιας «εκπροσώπου» της Δημοκρατίας μιαν ανάσα από τον ασιατικό γίγαντα.

Παρά το γεγονός ότι η διοίκηση Μπάιντεν σύναψε την αμυντική συμφωνία AUKUS κατά της Κίνας, εκτιμάται ότι προτεραιότητα, τουλάχιστον σε αυτήν τη χρονική συγκυρία, αποτελεί η αποφυγή ανοικτής σύγκρουσης μεταξύ των δύο χωρών. Εάν η επίσκεψη, η οποία συμβολικά ισοδυναμεί με μια δήλωση κατά του Τζινπίνγκ, επιδεινώσει τις ήδη τεταμένες σχέσεις Ουάσιγκτον-Πεκίνου και οδηγήσει τελικά σε μια πολεμική σύρραξη, ξεκάθαρα πρόκειται για εγκληματικά λανθασμένους υπολογισμούς. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία η Κίνα προχωρήσει σε βήματα αντεκδίκησης που θα επηρεάσουν την ειρήνη και ευημερία των κατοίκων της Ταϊβάν, ένα στοιχείο που αγνοείται συνήθως από πολλούς σκληροπυρηνικούς Αμερικανούς στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Εξετάζοντας την επίσκεψη της Πελόζι χωρίς τα συνεπακόλουθά της, μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για μια βαρυσήμαντη δήλωση υπέρ της Δημοκρατίας, η οποία αψηφά τις εντεινόμενες απειλές της Κίνας. Δεν αποκλείεται να είναι η τελευταία αποστολή της προέδρου της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, εάν ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο να μην επανεκλεγεί στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, στοιχείο που της αποδίδει πρόσθετη αξία και δεν αναμένεται να ξεχαστεί σύντομα.

πελοζι ταιβάν.jpg


Το απαγορευτικό ρίσκο μιας κίνησης εντυπωσιασμού

Εύλογα όμως μερίδα αναλυτών δεν μπορεί να δει αποκομμένη από τις συνέπειές της την παράτολμη κίνηση της Πελόζι στην Ταϊβάν. Ο αρθρογράφος των Τάιμς της Νέας Υόρκης, Τόμας Φρίντμαν, με ιδιαίτερα επικριτικό ύφος χαρακτήρισε το ταξίδι ως «εντελώς απερίσκεπτο, επικίνδυνο και ανεύθυνο».

Εξηγεί ότι ρεαλιστικά τίποτα καλό δεν μπορεί να βγει από αυτό, αφού όχι μόνο η Ταϊβάν δεν θα καταστεί πιο ασφαλής ή περισσότερο ευημερούσα, ένεκα μιας καθαρά συμβολικής επίσκεψης, αλλά αντίθετα θα μπορούσε να αποτελέσει έναυσμα πολλών αρνητικών συνεπειών, μεταξύ των οποίων μιας κινεζικής στρατιωτικής απάντησης με ανυπολόγιστες γεωπολιτικές αναταράξεις. Προειδοποιεί μάλιστα τους Αμερικανούς ότι, εάν νομίζουν ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι αυτήν την περίοδο με έναν άλλο υπαρξιακό πόλεμο με τη Ρωσία για την Ουκρανία, θα ενωθούν μαζί τους, εάν ξεσπάσει μια σύγκρουση με την Κίνα για την Ταϊβάν - μια σύγκρουση που πυροδοτήθηκε από αυτήν την περιττή επίσκεψη της Πελόζι στην Ταϊπέι- τότε δεν διαβάζουν σωστά τις διεθνείς εξελίξεις».

Θεωρεί ότι η Πελόζι, επισκεπτόμενη την Ταϊβάν, πρόσφερε απλόχερα στον Σι Τζινπίνγκ μια χρυσή ευκαιρία για να αποσπάσει την προσοχή στο εσωτερικό της χώρας του από τις ουκ ολίγες αποτυχίες της κινεζικής ηγεσίας που είχαν προηγηθεί: τα προβλήματα που προκάλεσαν η Zero-Covid στρατηγική, τα εξαντλητικά lockdown και η φούσκα των ακινήτων που απειλεί με τραπεζική κρίση. Ακόμη και η ίδια η ηγεσία της Ταϊβάν ίσως να μην επιθυμούσε αυτήν την επίσκεψη της Πελόζι τώρα, σύμφωνα με τον Φρίντμαν, καθώς κανείς δεν θέλει να δώσει την αφορμή στο Πεκίνο να αναλάβει στρατιωτική δράση κατά της νήσου.

Σε πιο καθησυχαστικό τόνο ο Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής και Διακυβέρνησης της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Μιχάλης Κοντός, θεωρεί ότι η επίσκεψη Πελόζι στην Ταϊβάν εντάσσεται στον ανεξάρτητο ρόλο του Αμερικανικού Κογκρέσου, ενώ δεν διαβλέπει μια επικίνδυνη κλιμάκωση.

Μιλώντας στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, εξήγησε ότι, παρά την αυξανόμενη σε ένταση ρητορική από πλευράς Κίνας, οι κινήσεις της θα περιοριστούν στην περιοχή της, τη νότια Σινική θάλασσα. Θεωρεί ότι οι κινεζικές εξοπλιστικές δαπάνες είναι εικοσαπλάσιες σε σχέση με εκείνες της Ταϊβάν, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα για υπερπόντιες στρατιωτικές επιχειρήσεις όπως οι ΗΠΑ. «Έτσι, οι κινήσεις της Κίνας θα περιοριστούν εκεί στην περιοχή της και θα είναι τέτοιες που δεν θα προκαλέσουν ένταση σε παγκόσμια κλίμακα».

Οι φόβοι για το χειρότερο σενάριο

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αναφορά του προέδρου της Κίνας στον Αμερικανό ομόλογό του κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας την περασμένη εβδομάδα ότι «όποιος παίζει με τη φωτιά, καίγεται», μέσα σ’ αυτά τα συμφραζόμενα δεν μπορεί να εκληφθεί ως μια αόριστη αναφορά.

Ενώ θεωρείται βέβαιον ότι η Κίνα αντιλαμβάνεται ότι ένας πόλεμος με τις ΗΠΑ δεν είναι προς το συμφέρον της, ο Συντονιστής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας για τις Στρατηγικές Επικοινωνίες, John Kirby, παρουσίασε έναν οδικό χάρτη μικρότερων βημάτων που θα μπορούσε να κάνει το Πεκίνο, παραπέμποντας στον τρόπο που η Αμερική και οι σύμμαχοί της αποκάλυπταν τις κινήσεις της Ρωσίας πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Προειδοποίησε ότι οι προκλήσεις μπορεί να περιλαμβάνουν εκτόξευση πυραύλων στα Στενά της Ταϊβάν ή γύρω από την Ταϊβάν και μεγάλης κλίμακας παραβιάσεις από πολεμικά αεροσκάφη.

Ειδικοί επισημαίνουν την αναγκαιότητα της εύρυθμης λειτουργίας των Στενών, ώστε να αποτραπεί περαιτέρω επιδείνωση της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού. Οποιαδήποτε προσπάθεια της Κίνας να χρησιμοποιήσει τις πολυσύχναστες εμπορικές θαλάσσιες οδούς για να αυξήσει την πίεση στην Ταϊβάν, θα μπορούσε να έχει καταστροφικές οικονομικές συνέπειες, τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Ακόμα και το ενδεχόμενο διακοπής της ροής στα Στενά θα μπορούσε να προκαλέσει βουτιά στις παγκόσμιες αγορές, επιδεινώνοντας τις συνέπειες των αυξήσεων των τιμών και της ανόδου του πληθωρισμού.

Ανάλυση του BBC όμως πηγαίνει ένα βήμα παρακάτω και εκτιμά ότι πλέον η Κίνα έχει ξεπεράσει τα όρια της επιθετικής ρητορικής απέναντι στην Ταϊβάν και η ιδέα ενός πολέμου συζητείται ανοιχτά. Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι σε μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης υπάρχει πλέον η πεποίθηση ότι ο πρόεδρος Σι θέλει να δει την Κίνα να αποκτά τον έλεγχο της Ταϊβάν επί της θητείας του, ώστε να μείνει στην ιστορία ως ο ηγέτης που ενοποίησε και πάλι τη Μία Κίνα. Μόνο καθησυχαστικό στοιχείο που αναφέρει η ανάλυση είναι ότι ο Κινέζος πρόεδρος φρόντισε να μπορεί να παραμείνει στην εξουσία εφόρου ζωής, γι’ αυτό δεν υπάρχει λόγος να βιάζεται.

Γιατί η Ταϊβάν δεν θα γίνει μια νέα Ουκρανία

Ειδικοί θεωρούν ότι η προτεραιότητα για τη Δύση δεν μπορεί να είναι άλλη από τον πόλεμο στην Ουκρανία, γι’ αυτό πρέπει να περιορίζονται οι οποιεσδήποτε κινήσεις που δύνανται να ανοίξουν άλλο ένα πολεμικό μέτωπο.

«Εν μέσω όλων αυτών, εμείς θα διακινδυνεύσουμε μια σύγκρουση των ΗΠΑ με την Κίνα για την Ταϊβάν, λόγω μιας αυθαίρετης, επιπόλαιης επίσκεψης της προέδρου της Βουλής;», διερωτάται ο Τόμας Φρίντμαν. Μια δικαιολογημένη αντίδραση, εάν λάβουμε υπόψη τις προσπάθειες της διοίκησης Μπάιντεν να αποτρέψει όχι μόνο μια ανοιχτή σύγκρουση με το Πεκίνο, αλλά και να εξασφαλίσει ότι ο Τζινπίνγκ δεν θα παράσχει οποιαδήποτε στρατιωτική βοήθεια στον Πούτιν.

Ήδη, με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, άνοιξε η συζήτηση για τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει για την Ταϊβάν. Κάποιοι ειδικοί, μάλιστα, θεωρούν ότι το παράδειγμα της Ουκρανίας και της δυσκολίας που αντιμετωπίζει η Ρωσία με την εισβολή λειτουργεί αποτρεπτικά για τα σχέδια της Κίνας για επανένωση με την Ταϊβάν μέσω ενός πολέμου. Από την άλλη, ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Shanghai Global Institute, Τιεζούν Ζανγκ, υποστηρίζει ότι, ακόμα και εάν δεν υπήρχε το παράδειγμα της Ουκρανίας, ο κίνδυνος για μια κινεζική εισβολή ήταν εξαρχής μικρός.

Σύμφωνα με τον ειδικό, ένας από τους λόγους είναι οι διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες Κίνας και Ρωσίας. Σε οικονομικό επίπεδο, η Κίνα έχει το δεύτερο σε μέγεθος ΑΕΠ στον κόσμο. Το 2021, έφτανε στο 76% του ΑΕΠ των ΗΠΑ, ενώ το ΑΕΠ της Ρωσίας ήταν κάτω από το 10%. Η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας είναι επίσης πιο βιώσιμη από εκείνη της Ρωσίας, καθώς η πρώτη είναι πολύ στενότερα συνδεδεμένη με την παγκόσμια οικονομία από τη δεύτερη. Η στενή οικονομική αλληλεξάρτηση κάνει την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας πιο ευάλωτη σε περιόδους κρίσης. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους αποτελούν τους οκτώ από τους δέκα σημαντικότερους εταίρους της Κίνας. Στην περίπτωση που η Κίνα χρησιμοποιήσει βία για να ενωθεί με την Ταϊβάν, θα της επιβληθούν αυστηρές κυρώσεις που θα επιφέρουν πλήγμα στην οικονομία της.

Σε στρατηγικό επίπεδο, η Ρωσία διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο και μια σημαντική συμβατική δύναμη. Ο στρατός της Κίνας, αν και εκσυγχρονίζεται ταχύτατα, είναι ακόμη δεκαετίες πίσω από εκείνον των ΗΠΑ. Επιπλέον, η Ταϊβάν αποτελεί έναν πολύ σύνθετο στόχο μιας εισβολής και ένας λόγος γι' αυτό είναι τα προχωρημένα οπλικά συστήματα που το νησί εισάγει από τις ΗΠΑ.

Τέλος, γεωπολιτικά, η ανατολική Ασία είναι διπολική, με τις ΗΠΑ να αποτελούν την κυρίαρχη ναυτική δύναμη και την Κίνα να συνιστά την κυρίαρχη ηπειρωτική δύναμη. Η Ταϊβάν βρίσκεται ανάμεσα και, όποιος την ελέγχει, έχει το πλεονέκτημα. Για τις ΗΠΑ, η Ταϊβάν είναι σημαντικότερη από την Ουκρανία τόσο οικονομικά, όσο και στρατηγικά. Γι’ αυτό η χρήση βίας από την Κίνα για την επανένωση με Ταϊβάν δεν αποτελεί αυτήν τη στιγμή επιλογή. Και αυτό, σύμφωνα με τον ειδικό, θα συνεχιστεί, όσο παραμένει το χάσμα ανάμεσα στον αμερικανικό και τον κινεζικό στρατό.