Έτος αβεβαιότητας και πολλαπλών προκλήσεων το 2024
Οι έγκριτοι οικονομολόγοι Δρ Ιωάννης Βιολάρης και Δρ Στέλιος Πλατής καταθέτουν τις απόψεις τους για το νέο οικονομικό έτος
Εν μέσω πολλαπλών προκλήσεων θα κινηθούν οι οικονομίες στον πλανήτη φέτος. Με δύο πολέμους σε εξέλιξη στην Ουκρανία και στη Γάζα και τις απειλές για διεύρυνση των πολεμικών επιχειρήσεων, οι κυβερνήσεις επανασχεδιάζουν τόσο την πολιτική όσο και την οικονομική τους στρατηγική, ούτως ώστε οι κραδασμοί από τις κρίσεις ν’ απορροφηθούν χωρίς σοβαρές συνέπειες. H «Σ» ζήτησε από οικονομολόγους να καταθέσουν τις δικές τους απόψεις για την οικονομία φέτος.
Δρ Ιωάννης Βιολάρης, Πανεπιστημιακός Καθηγητής Οικονομικών
«Δυσοίωνες οι προοπτικές»
Το 2024 θα είναι ένας χρόνος, κατά τον οποίο τα μέτρα που πάρθηκαν το 2023, αλλά και σε προηγούμενα χρόνια, θα φανεί αν σωστά είχαν παρθεί και αν όντως είναι αποτελεσματικά. Για παράδειγμα, οι πρόσφατα ψηφισθέντες νόμοι και οι πρόσφατες αποφάσεις που αφορούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, θα φανεί αν όντως θα βοηθήσουν όλους όσοι αναμένεται να βοηθηθούν. Ήδη, δυστυχώς, αν κρίνει κάποιος από τον μικρό αριθμό αιτήσεων που υποβλήθηκαν για το σχέδιο ‘‘ενοίκιο έναντι δόσης’’ φαίνεται πως πολύ λίγοι θα ωφεληθούν, πέραν του ότι στην ουσία το ίδιο το σχέδιο απλά μιαν ανάσα ‘‘ζωής’’ δίνει σε όσους θα ενταχθούν, διότι πολύ λίγοι από αυτούς θα μπορέσουν στο τέλος να αγοράσουν ξανά το σπίτι τους. Επιπλέον, το πρόβλημα του πληθωρισμού δεν έχει αντιμετωπισθεί ικανοποιητικά, αφού ακόμη και σε όσους δικαιούνται ΑΤΑ διασφαλίζει μόνο μερικώς το βιοτικό τους επίπεδο.
«Κάτω από το χαλί»
Επιπρόσθετα, η βιωσιμότητα του ΓεΣΥ άρχισε να προβληματίζει πολλούς και αυτό διότι, δυστυχώς, από την αρχή που δημιουργήθηκε το σχέδιο αυτό, πρώτα ξεκίνησε η εφαρμογή του και μετά συμφωνήθηκαν οι αμοιβές των συμβαλλομένων. Και με κίνδυνο να μην εφαρμοστεί το σχέδιο, το κράτος υπέκυψε σε υπερβολικές απαιτήσεις και παράλληλα σε ανεξέλεγκτες ιατρικές πράξεις, που επιβαρύνουν την οικονομική του βιωσιμότητα. Πρόσφατα, συμφωνήθηκε μετά από πολλές συζητήσεις ένας κατώτατος μισθός, ο οποίος, όμως, καμία σχέση δεν έχει με έναν αξιοπρεπή μισθό. Δυστυχώς, όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις, αυτοί που αποφασίζουν τα πιο πάνω και πολλά άλλα, συνήθως δεν έχουν την αναμενόμενη ενσυναίσθηση, γι’ αυτό εξάλλου και οι αποφάσεις τους δεν λύνουν, αλλά απλώς κρύβουν τα προβλήματα κάτω από το χαλί, συνήθως ένα ωραίο χαλί για να φαίνονται ελκυστικές λύσεις! Άρα, συμπερασματικά, λυπάμαι να πω πως το 2024 οι προοπτικές δεν είναι ευοίωνες, ιδίως αν αναλογιστούμε και τις αρνητικές εξελίξεις στην περιοχή μας και το συνεχιζόμενο αδιέξοδο στο εθνικό μας θέμα.
Δρ Στέλιος Πλατής, Διδάκτωρ Χρηματοοικονομικών και Μακροοικονομίας του Πανεπιστημίου του Cambridge
«Ανησυχία για επιδείνωση των κοινωνικών δεικτών»
Η παρουσία αστάθμητων οικονομικών παραγόντων, όπως ο πληθωρισμός, οι κλιματολογικές αλλαγές, οι γεωπολιτικοί παράγοντες και τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα αναμένεται να συνεχιστούν και να εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά την παγκόσμια οικονομία μέσα στο 2024.
Εν μέσω ενός ολοένα και πιο δυσμενούς γεωπολιτικού σκηνικού, αναμένεται να ευνοηθούν επενδύσεις οι οποίες εμπεριέχουν έναν σχετικά χαμηλό επενδυτικό κίνδυνο. Την ίδια στιγμή, το επενδυτικό ενδιαφέρον προς τους αναδυόμενους κλάδους της τεχνητής νοημοσύνης και βιώσιμων επενδύσεων αναμένεται να συνεχιστεί.
Όσον αφορά τα επιτόκια, φαίνεται ότι έχουμε προσεγγίσει ή/και φτάσει στην κορύφωσή τους. Παρά ταύτα, δεν θα πρέπει να αναμένεται σημαντική μείωσή τους μέσα στο 2024. Στόχος των κύριων Κεντρικών Τραπεζών παραμένει η ήπια οικονομική προσγείωση, ελπίζοντας ταυτόχρονα οι αυξήσεις επιτοκίων του 2023 να έχουν πετύχει τον σκοπό τους με τις λιγότερες δυνατές επιπτώσεις – να οδηγήσουν αφενός στη μείωση του πληθωρισμού, αποφεύγοντας αφετέρου την οικονομική ύφεση.
Αυτή η ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας μπορεί να εξηγηθεί από διάφορους παράγοντες. Πρώτον, οι καταναλωτές μπόρεσαν να βασιστούν στις σημαντικές αποταμιεύσεις, οι οποίες συσσωρεύτηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας, καθώς και στην αύξηση μισθών που προηγήθηκε. Δεύτερον, οι επιχειρήσεις διατήρησαν τα επίπεδα κερδοφορίας χάρη στις αυξημένες τιμές. Τέλος, οι κυβερνήσεις προσέφεραν δημοσιονομική στήριξη, χρησιμοποιώντας τα ιδιαίτερα αυξημένα φορολογικά τους έσοδα ως αποτέλεσμα του πληθωρισμού. Ενδεικτικά, στην Ευρώπη, οι δημοσιονομικές δαπάνες παραμένουν ιδιαίτερα αυξημένες σε σχέση με την τελευταία δεκαετία, αν και όχι στα επίπεδα που παρατηρούνται στις ΗΠΑ, με το Ταμείο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποτελεί το βασικό δημοσιονομικό εργαλείο.
Η Κύπρος
Η κυπριακή οικονομία συνεχίζει να επιδεικνύει ανθεκτικότητα στις αλλεπάλληλες εξωγενείς οικονομικές, αλλά και συστημικές διαταράξεις. Η δομή, το μέγεθος και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της οικονομίας μας, αλλά κυριότερα ο εξωστρεφής κυπριακός τομέας των υπηρεσιών, όσο και ο τουρισμός, μετριάζουν σημαντικά τις επιπτώσεις από τα εξωγενή σοκ. Την ίδια στιγμή, φαίνεται ότι ενυπάρχει ακόμη ένα σημαντικό απόθεμα από την εποχή των «χρυσών διαβατηρίων», αλλά και ρωσικών χρημάτων, που, παρά τη φθίνουσα πορεία τους, έχει ακόμη επίδραση στη μικρή κυπριακή οικονομία. Φυσικά αυτό έρχεται με το βαρύτατο τίμημα στο όνομα της πατρίδας μας, το οποίο εξακολουθεί να δυσχεραίνει την προσέλκυση σοβαρών θεσμικών επενδύσεων - κάτι που όμως δεν αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τον επόμενο χρόνο. Η δε εγχώρια ζήτηση φαίνεται να υποστηρίζεται από τον υψηλό βαθμό εργαζομένων που καλύπτονται από την ΑΤΑ, αλλά και από την παρουσία σημαντικού αριθμού ξένων και Κυπρίων υπαλλήλων υπεράκτιων εταιρειών. Ως αποτέλεσμα, το βασικό σενάριο για το 2024 είναι η Κύπρος να συνεχίσει να καταγράφει μεγαλύτερη ανάπτυξη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Όσον αφορά την κοινωνία, ενισχύονται οι ανησυχίες για επιδείνωση των κοινωνικών δεικτών με σημαντικούς κινδύνους στα θέματα εγχώριας παραγωγής. Καθώς τα μεσαία και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα (ιδιαίτερα αυτά που δεν προστατεύονται από την ΑΤΑ) έχουν ήδη επιβαρυνθεί δυσανάλογα με το κόστος της ακρίβειας, ενώ οι τιμές δεν αναμένεται να υποχωρήσουν.
Δημοσιονομικά, μεγαλύτερες προκλήσεις παραμένουν τα μέχρι σήμερα μέτρα χαμηλής έντασης για στήριξη της κοινωνίας (ιδιαίτερα σε σχέση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα), τα οποία θα πρέπει να αναμένεται να ενισχυθούν το επόμενο διάστημα (εν μέσω και των επερχόμενων εκλογών), το αυξημένο επίπεδο όσο και το είδος των δαπανών του δημοσίου, και το αυξημένο κόστος αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους. Ο συνδυασμός των πιο πάνω δύναται να προκαλέσει κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού σε περίπτωση μειωμένης οικονομικής δραστηριότητας.
*Αναδημοσίευση από την έντυπη έκδοση της Κυριακάτικης "Σημερινής", 7.1.2024