Το νέο πρόσωπο του φασισμού στην Ευρώπη
Ποιος νομίζετε πως είναι ο πυρήνας του φασισμού και πώς εξελίχθηκε στον 20ο αιώνα; Είναι γεγονός ότι τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Ναζί, οι φασίστες και οι συνεργάτες τους κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου εδραίωσαν ένα αίσθημα αποστροφής προς τη φασιστική ιδεολογία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ωστόσο, αυτό δεν εμπόδισε ορισμένες φασιστικές ομάδες να επανεμφανιστούν και να προσπαθήσουν να επηρεάσουν τη νέα πολιτική πραγματικότητα.
Όπως μας δήλωσε ο Δρ Κατσουρίδης, η σύγχρονη ακροδεξιά «πολιτική οικογένεια» χωρίζεται σε δυο «ιδεότυπους». Από τη μία υπάρχουν τα «κλασικά» νεοφασιστικά, νεοναζιστικά κινήματα που οργανώνονται σε τάγματα εφόδου και έχουν ως βασικά σημεία αναφοράς τον βιολογικό ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Ως τέτοια μπορούμε να αναφέρουμε το γερμανικό NPD, την ιταλική Casa Pound, τη Χρυσή Αυγή, τα αγγλικά BNP, National Front, Britain First. Από την άλλη, έχουμε τα «σύγχρονα» «ευρωφασιστικά» κόμματα τύπου Λεπέν (Εθνικός Συναγερμός), τα Αδέλφια της Ιταλίας της Μελόνι, το φλαμανδικό Vlaams Belang, το γερμανικό AfD και το βρετανικό UKIP.
Πώς αυτή η επανεμφάνιση αποτέλεσε μια συνολική πρόκληση στη διαδικασία καθορισμού της νέας δημοκρατικής κουλτούρας; Ας δούμε τι έχουν να μας πουν ακαδημαϊκοί ερευνητές και ερευνήτριες για το θέμα.
Τι συνέβη στην Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και πώς μετεξελίχθηκε το ακροδεξιό φαινόμενο;
Στη βιβλιογραφία καταγράφεται ότι το μεταπολεμικό φαινόμενο της ακροδεξιάς αναπτύσσεται «κατά κύματα». Το κάθε κύμα ακολουθεί το άλλο χρονολογικά και αντανακλά διαφορετικά χαρακτηριστικά του φαινομένου. Η περιοδολόγηση αυτή παρακολουθεί την μετεξέλιξη του ακροδεξιού φαινομένου.
Το πρώτο κύμα τοποθετείται χρονικά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940 και αρχές της δεκαετίας του 1950 και διαρκεί περίπου ως τη δεκαετία του 1970. Αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και με όλες τις μνήμες των φασιστικών/ναζιστικών καθεστώτων ακόμα ζωντανές, ξεκινά μια διαδικασία εκδημοκρατισμού και οικοδόμησης των συστημάτων της φιλελεύθερης δημοκρατίας στη μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη. Σε αυτό το πλαίσιο, η άκρα δεξιά γίνεται το καταφύγιο των διαφόρων φασιστικών και φασιστοειδών καταλοίπων και δεξαμενή του δεξιού εξτρεμισμού. Είναι ουσιαστικά μια συνέχεια της ακροδεξιάς της προπολεμικής περιόδου. Εκλογικά και αριθμητικά είναι πολύ περιορισμένη. Στους ορισμούς περιγραφής του φαινομένου κυριαρχούν όροι όπως νεοφασισμός και ακραία δεξιά. Τα κόμματα/κινήματα αυτής της περιόδου είτε με τη χρήση βίας στις δράσεις τους, είτε χωρίς, λειτουργούν υπονομευτικά απέναντι στην κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Το δεύτερο κύμα της άκρας δεξιάς κάνει την εμφάνισή του την περίοδο της «μεταβιομηχανικής» εποχής. Περιγράφηκε ως μια «αυταρχική αντίδραση» στα μεταυλιστικά αιτήματα της «ελευθεριακής αριστεράς» και ένα είδος απάντησης στην αναδυόμενη τότε «νέα αριστερά». Η άκρα δεξιά αυτής της περιόδου αναμειγνύει στο πρόγραμμα και την ιδεολογία της θεματικές της «ελευθεριακής αριστεράς» με νεοφιλελεύθερα και νεοσυντηρητικά προτάγματα. Για παράδειγμα, αναφέρεται στην ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος, υποστηρίζοντας ότι νοιάζεται για τις οικολογικές αξίες, αλλά, την ίδια στιγμή, είναι κήρυκας της απόλυτα ελεύθερης αγοράς και επιχειρηματικής δράσης. Επίσης, υπερασπίζεται την ελευθερία της ατομικής επιλογής, παράλληλα, όμως, με την αυταρχική ιδεολογία «του νόμου και της τάξης». Σε αυτή την περίοδο, η ακροδεξιά αντιμετωπιζόταν ως μια «παθολογία» που δεν θα έπρεπε να υπάρχει σε σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο όρος που εμφανίζεται περισσότερο σε αυτήν την περίοδο για να περιγράψει την ακροδεξιά του δεύτερου κύματος είναι ο μεταφασισμός.
Η άκρα δεξιά του τρίτου κύματος, αναδύθηκε στη μεταψυχροπολεμική εποχή, προς το τέλος της δεκαετίας του 1980 και αρχές του 1990. Η άκρα δεξιά του «τρίτου κύματος» τάσσεται υπέρ του κράτους πρόνοιας και των αναδιανεμητικών κοινωνικών πολιτικών στη βάση όμως εθνικοπολιτισμικών κριτηρίων: δικαιούχοι είναι μόνο οι γηγενείς. Προωθεί αιτήματα υπέρ της άμεσης και δημοψηφισματικής πολιτικής συμμετοχής, και διαδικασίες λήψης πολιτικών αποφάσεων ιεραρχικού και αρχηγικού χαρακτήρα για να λαμβάνονται γρήγορα. Ο χαρακτήρας αυτών των αποφάσεων είναι πάντα μέσα σε ένα αυταρχικό πλαίσιο. Τονίζει τη σημασία των «εξωτερικών απειλών» (π.χ., παγκόσμιες αγορές), των «παλιών» και των «νέων» «εχθρών του έθνους», αλλά και των νέων «εσωτερικών κινδύνων» (μετανάστες, αλλόθρησκοι, κ.ά.), που υπονομεύουν την εθνική κυριαρχία και διαβρώνουν την εθνικοπολιτισμική ομοιογένεια του έθνους-κράτους. Για την ακροδεξιά αυτού του κύματος, τα θέματα μεταναστών, προσφύγων, αιτούντων ασύλου και αλλοδαπών, αποκτούν θεμελιακή σημασία. Εδώ οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν το φαινόμενο παραπέμπουν κυρίως στον όρο ριζοσπαστική (λαϊκιστική) δεξιά ως αντιπαραθετικό και διαφορετικό από την άκρα δεξιά.
Πολλοί διακεκριμένοι μελετητές θεωρούν ότι πλέον είμαστε στην εποχή του τέταρτου κύματος. Το κύριο χαρακτηριστικό των κομμάτων της ακροδεξιάς αυτής της περιόδου είναι ότι έχουν καταστεί πλέον αποδεκτοί και κανονικοποιημένοι δρώντες στα πολιτικά συστήματα. Αρκετά από αυτά είναι μέτοχοι μάλιστα και στην κυβερνητική εξουσία συμμετέχοντας σε κυβερνητικούς συνασπισμούς. Τα κόμματα αυτά -με αναφορές σε θέματα όπως είναι το μεταναστευτικό, τα ζητήματα ασφάλειας, πολιτισμικής ταυτότητας και διαφθοράς- επηρεάζουν καθοριστικά τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο και διαμορφώνουν σε αρκετά ζητήματα την ατζέντα της συζήτησης.
Κατά πόσον ήταν -και συνεχίζει να είναι- σωστός ο τρόπος αντιμετώπισης των ακραίων πολιτικών κινημάτων, καθώς τίθενται ερωτήματα σχετικά με την ταυτόχρονη διατήρηση βασικών πυλώνων της δημοκρατίας, όπως είναι η ελευθερία της έκφρασης και του συνέρχεσθε.
Δεν υπάρχει ενιαίος τρόπος αντιμετώπισης των ακραίων πολιτικών κομμάτων/κινημάτων στην Ευρώπη. Κατ’ αρχάς, υπάρχουν πολλές διαφορές ανάμεσα σε αυτούς τους σχηματισμούς, στη δράση τους, στην απήχηση και τη δημοφιλία τους. Εξάλλου, πολλοί εξ αυτών έχουν μετατοπιστεί από τα άκρα των άκρων σε πιο συμβατικά πλαίσια, αποκηρύσσοντας (επίσημα τουλάχιστον) ακραίες/βίαιες συμπεριφορές, ενώ ορισμένα κόμματα διεκδικούν ή και έχουν εξασφαλίσει συμμετοχή στη διακυβέρνηση σε κράτη της Ευρώπης. Τούτων λεχθέντων, σε κάποιες περιπτώσεις τέτοιοι σχηματισμοί έχουν κηρυχθεί παράνομοι επειδή αποδείχτηκε δικαστικώς ότι αποτελούν εγκληματικές οργανώσεις (π.χ., η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα), ενώ σε άλλες περιπτώσεις ηγετικά στελέχη τους έχουν καταδικαστεί για εγκληματικές ενέργειες, πιο συχνά για ρητορική μίσους. Υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις σχετικά με το εάν είναι (πολιτικά) σκόπιμη η ποινική αντιμετώπιση τέτοιων ακραίων σχηματισμών ή αν θα πρέπει να αντιμετωπιστούν (και να ηττηθούν) στο επίπεδο της κοινωνίας.
Σε κάθε περίπτωση, τόσο το Σύνταγμά μας όσο και το διεθνές δίκαιο επιτρέπουν περιορισμούς, ακόμη και απαγορεύσεις στην ελευθερία έκφρασης και στην ελευθερία του συνέρχεσθε για την προστασία ευρύτερων κοινωνικών συμφερόντων, όπως είναι η δημόσια τάξη και ασφάλεια, η πρόληψη του εγκλήματος, η προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων άλλων ανθρώπων κ.ά. Έτσι εξηγούνται οι νόμοι που απαγορεύουν και τιμωρούν τη ρητορική μίσους, η οποία ευδοκιμεί στον χώρο της ακροδεξιάς, και αρνείται τον πυρήνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις θεμελιώδεις αρχές της ισότητας και αξιοπρέπειας διαφόρων κατηγοριών συνανθρώπων μας που έχουν διαφορετική θρησκεία, εθνότητα, σεξουαλικό προσανατολισμό και άλλα χαρακτηριστικά, τα οποία προστατεύονται τόσο από το Σύνταγμά μας όσο και από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην ίδια κατεύθυνση, το διεθνές δίκαιο, και ειδικότερα η Σύμβαση για την εξάλειψη όλων των μορφών φυλετικών διακρίσεων, υποχρεώνει τα κράτη να κηρύσσουν παράνομες και να απαγορεύουν οργανώσεις και οργανωμένες και προπαγανδιστικές δράσεις που προωθούν και υποκινούν φυλετικές διακρίσεις. Ωστόσο, οι απαγορεύσεις αυτές θα πρέπει να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας και να επιβάλλονται ως έσχατο μέσο και εφόσον άλλα ηπιότερα μέσα είναι ανεπαρκή για την προστασία των ευρύτερων κοινωνικών συμφερόντων που προαναφέρθηκαν. Το κάθε κράτος είναι κατ’ αρχήν υπεύθυνο να κάνει τη στάθμιση αυτών των συμφερόντων, υπό την εποπτεία των διαφόρων διεθνών δικαστηρίων και άλλων μηχανισμών επιτήρησης. Έτσι, ορισμένα κράτη, όπως η Γερμανία λόγω του ναζιστικού παρελθόντος, επιδεικνύουν μεγαλύτερη ευαισθησία και αυστηρότητα σε σχέση με άλλα.
Πώς λειτούργησε η απόδοση δικαιοσύνης και κυρίως η ανάκτηση της αλήθειας στη διαδικασία επούλωσης των πληγών της μεταναζιστικής περιόδου;
Αρχικά, να σημειώσω ότι οι δίκες της Νυρεμβέργης (και του Τόκυο) αποτελούν σημείο καμπής για το πώς η διεθνής κοινότητα ασχολείται με ζητήματα λογοδοσίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συμφιλίωσης. Για πρώτη φορά, ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη αντιμετωπίζουν τους πολίτες τους αποτελεί αντικείμενο διεθνούς επιτήρησης. Τα κράτη και οι αξιωματούχοι τους, πλέον, είναι υπόλογα για τη συστηματική καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό ήταν κάτι ανήκουστο προηγουμένως, καθώς οι αξιωματούχοι προστατεύονταν από την ‘κρατική ασυλία’.
Όσον αφορά θέματα αποκατάστασης της αλήθειας, υπάρχει μια παρανόηση σχετικά με τον τρόπο που επετεύχθη η συμφιλίωση στη μεταναζιστική περίοδο. Η αποκατάσταση της αλήθειας και ο αναστοχασμός στη Γερμανία βασίστηκε σε μια (ρεαλιστική) πολιτική προσέγγιση με τη Γαλλία, κυρίως μέσω της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Μόνο από το 1960 και έπειτα, όταν έχει ήδη εμπεδωθεί η εμπιστοσύνη σε διμερές επίπεδο, ξεκινά η περίοδος της μεταμέλειας και ενασχόλησης με το τραυματικό παρελθόν. Δεν είναι τυχαίο ότι η συμβολική απολογία του πρώην Καγκελάριου της Δυτικής Γερμανίας, Willy Brandt, στο γκέτο της Βαρσοβίας, έγινε μόνο το 1970. Συνεπώς, η πολιτική σταθεροποίηση, η σύσφιξη των διμερών σχέσεων με τη Γαλλία και το πλαίσιο πολιτικής προσέγγισης μέσω της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης έθεσαν τις βάσεις της συμφιλίωσης στη μεταναζιστική περίοδο. Με απλά λόγια, η πολιτική οδήγησε στην συμφιλίωση, και όχι το αντίστροφο.
Η αποκατάσταση της αλήθειας για το τραυματικό παρελθόν στη Γερμανία ήταν εξαιρετικά σημαντική κυρίως γιατί δημιουργήθηκε ένα κεντρικό αφήγημα, το οποίο βασίζεται σε δεδομένα τα οποία είναι δύσκολο να αμφισβητηθούν. Όπως είχε αναφέρει ο Michael Ignatieff, μια τέτοια διαδικασία "περιορίζει τον αριθμό των ψευδών που μπορούν να αιωρούνται στον δημόσιο λόγο". Συνεπώς, η μεγαλύτερη συμβολή της ανάκτησης της αλήθειας αποτελεί η θωράκιση έναντι του ιστορικού αναθεωρητισμού, που παρατηρούμε σε άλλες χώρες που δεν αποκατέστησαν την ιστορική αλήθεια.
Πώς εξηγείται η σύγχρονη τάση προς ακροδεξιά κινήματα σε όλη την Ευρώπη μετά από την τεράστια πληγή που άφησε σε όλους τους λαούς της Ηπείρου ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος;
Η διεθνής εμπειρία από τη μελέτη μετα-συγκρουσιακών κοινωνιών δείχνει ότι υπάρχει μια γενεαλογική διάσταση στη διαχείριση του τραυματικού παρελθόντος. Με απλά λόγια, η γενιά η οποία έχει προσωπικές μνήμες από τη βία τείνει να έχει πιο διαλλακτικές θέσεις προς τον ‘Άλλο’ και, ευρύτερα, σχετικά με τη θεώρηση του παρελθόντος. Αντίθετα, νεότερες γενιές χωρίς προσωπική εμπειρία από την περίοδο βίας είναι πιο πιθανό να ενστερνιστούν αναθεωρητικές και αδιάλλακτες θέσεις για το παρελθόν.
Παράλληλα, υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι η συνεχιζόμενη εκλογική άνοδος ακροδεξιών κομμάτων σχετίζεται με τις τεκτονικές αλλαγές που έχει επιφέρει η παγκοσμιοποίηση. Ενώ η παγκόσμια οικονομία αναπτύσσεται, υπάρχει ένα κομμάτι του πληθυσμού που δεν καρπώνεται τα οφέλη της (οι ‘χαμένοι της παγκοσμιοποίησης’), καθώς δεν μπορούν να ακολουθήσουν τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας. Απλά, θεωρούν ότι χάνουν το τρένο της οικονομίας, και αυτό καθιστά τις ομάδες αυτές πιο δεκτικές σε ακροδεξιά κόμματα που θεωρούν (λανθασμένα) ότι πηγή των δεινών τους είναι η παγκοσμιοποίηση και οι μετανάστες που τους αποστερούν τις δουλειές. Παράλληλα, η παγκοσμιοποίηση για κάποιες ομάδες αποτελεί και απειλή για την ταυτότητα. Κατά συνέπεια, πολλοί συμπολίτες μας θεωρούν ότι σημαντικές αξίες για αυτούς (πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια κ.ο.κ.) απειλούνται από την ΕΕ, και κατά συνέπεια είναι πιο πιθανό να ψηφίσουν ακροδεξιά κόμματα που ρητορικά πρεσβεύουν μια επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες του παρελθόντος. Υπ’ αυτή την έννοια, η κατασκευή νέων ‘απειλών’ (π.χ. μετανάστες) οι οποίες δεν σχετίζονται με ιστορικές μνήμες του τραυματικού ευρωπαϊκού παρελθόντος, πιθανόν να έχει απενοχοποιήσει τα κόμματα της ακροδεξιάς και τους ψηφοφόρους τους. Αυτό μάλιστα, παραδόξως, πιθανόν να δρα συσπειρωτικά για ακροδεξιά κόμματα σε διάφορες χώρες της Ευρώπης.
Είναι τελικά η ανθρώπινη ηθική αντίθετη με τη φασιστική προπαγάνδα και τις φασιστικές καταστάσεις του νου; Πώς βιώνουν ομάδες που υφίστανται στιγματισμό και κοινωνικό αποκλεισμό το νέο πρόσωπο του φασισμού;
Μία δημοφιλής και διαχρονική προσέγγιση του φασισμού στην κοινωνική ψυχολογία και σε άλλες κοινωνικές επιστήμες, ανάγει τον φασισμό και τον αυταρχισμό σε παθολογικές ενδοψυχικές διαδικασίες και τους τοποθετεί σε ένα φάσμα ακραίας και συχνά βίαιης συμπεριφοράς. Ακολουθώντας αυτή τη θεώρηση αντιλαμβανόμαστε τα φαινόμενα αυτά ως ακραία και παραβλέπουμε τις καθημερινές και συχνά κοινότοπες πρακτικές και ρητορικές που τα συντηρούν.
Μία πτυχή της εμφάνισης και συντήρησης των φαινομένων αυτών μπορεί να βρεθεί στον καθημερινό διάλογο μεταξύ ομάδων και συγκεκριμένα στην πόλωση της δημόσιας συζήτησης γύρω από ζητήματα δικαιωμάτων, ισότητας και κοινωνικής συμπερίληψης μειονοτήτων, στις σύγχρονες Δυτικές κοινωνίες. Η συζήτηση αυτή συχνά εκτυλίσσεται εντός των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, με χρήση ψευδοεπιστημονικών ή παραποιημένων ερεθισμάτων, σε ένα πλαίσιο που απουσιάζουν ηθικοί κανόνες και που αυτοί που έχουν αντίθετη άποψη κατασκευάζονται ως απειλητικοί αντίπαλοι.
Μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης κοινωνικής ανασφάλειας λόγω της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας, της αυξημένης μετανάστευσης, του πολέμου στην Ουκρανία, η μορφή και το περιεχόμενο της συζήτησης αυτής αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για δύο λόγους: Πρώτον, ο τρόπος που εκτυλίσσεται η συζήτηση είναι ιδιαίτερα πολωμένος, ενδεικτικός ενός βαθύ διχασμού και μιας απουσίας ανταλλαγής ή ζύμωσης διαφορετικών απόψεων μεταξύ ιδεολογικών πλευρών. Δεύτερον, σε ότι αφορά το περιεχόμενο, η ιδεολογική πλευρά που είναι υπέρμαχη της κοινωνικής συμπερίληψης συντελεί στην πόλωση και δεν καταφέρνει να προσφέρει μια εναλλακτική ρητορική περί ισότητας.
Θα φέρω κάποια παραδείγματα από την έρευνά μας με τον συνάδελφο Αναπληρωτή Καθηγητή Κοινωνικής Ψυχολογίας, Τηλέμαχο Ιατρίδη (Πανεπιστήμιο Κρήτης) στην οποία εξετάσαμε τους τρόπους που η διαφορετικότητα (ως προς το φύλο, τη φυλή, την εθνικότητα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό) παρουσιάζεται στον λόγο των πολιτών. Στην έρευνα μας αναγνωρίσαμε δύο παράλληλους μονόλογους από δύο αντίπαλες ιδεολογικές πλευρές που δεν συνομιλούν μεταξύ τους. Η μία πλευρά, που συνδέεται με συντηρητικές πολιτικές θέσεις παρουσιάζει τις μειονότητες μέσω μιας σειράς απειλών (π.χ. απειλή εθνικής σύστασης από μετανάστες, απειλή της παραδοσιακής οικογένειας από ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα) και μέσω ενός λεγόμενου καταχρηστικού δικαιωματισμού, την ιδέα δηλαδή ότι οι μειονότητες διεκδικούν δικαιώματα καταχρηστικά, εις βάρος της πλειοψηφίας. Οι μειονότητες παρουσιάζονται ως διαφορετικές στην ουσία τους από τις πλειονότητες, ως προς τις αξίες, τα ιδανικά τους, τα ήθη και τα έθιμά τους και η διαφορετικότητά τους γίνεται σεβαστή μόνο όταν περιορίζεται στην ιδιωτική σφαίρα (π.χ. καθένας στο σπίτι του μπορεί να κάνει ότι θέλει). Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η πλευρά συχνά κατηγορεί για φασισμό αυτούς που θεωρεί αντιπάλους, κατηγορώντας τους συγκεκριμένα ότι προσπαθούν να επιβάλλουν μια ατζέντα (π.χ. woke agenda) που φυσιολογικοποιεί τη διαφορετικότητα και την απόκλιση από το μέσο όρο στη δημόσια σφαίρα (μέσω π.χ. της πορείας υπερηφάνειας) και λειτουργεί εις βάρος της ισότητας και της δημοκρατίας όπως αυτή ορίζεται από την πλειοψηφία.
Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι αυτός ο τρόπος αντίληψης του φασισμού, που έχει διαπιστωθεί στο σύγχρονο λόγο της ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη, δεν αμφισβητείται στον πυρήνα του από την αντίπαλη ιδεολογική πλευρά, που προασπίζει τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Αυτή η πιο προοδευτική πλευρά χαρακτηρίζει ως φασισμό κάθε επίκληση της πλειοψηφίας και των δημοκρατικών κανόνων από την αντίπαλη πλευρά και αντιτείνει ότι ο φασισμός έγκειται στην καταπάτηση της ελευθερίας των μειονοτήτων. Ταυτόχρονα όμως, δεν καταφέρνει να μιλήσει για συμπερίληψη μειονοτήτων με όρους κοινωνικής ισότητας. Στον λόγο αυτής της προοδευτικής πλευράς, η διαφορετικότητα παρουσιάζεται με όρους ατομικιστικούς, ως μία αισθητική αξία (πχ. Ενδιαφέρουσα πολυχρωμία). Ταυτόχρονα εμφανίζεται και μια αμφιθυμία ως προς το αν οι διαφορές μεταξύ των κοινωνικών κατηγοριών (φύλου, εθνικότητας, φυλής, σεξουαλικού προσανατολισμού) είναι σημαντικές και πρέπει να τονίζονται ή αντίθετα αν θα πρέπει να τονίζονται οι ουσιαστικές ομοιότητες μεταξύ των ανθρώπων. Δίνοντας έμφαση στην ατομική μοναδικότητα, η πλευρά αυτή αποσιωπά τις κοινωνικές ανισότητες και έτσι χάνει την ευκαιρία να μιλήσει για την ανισότητα με κοινωνικούς όρους, κάτι που αντίστροφα διεκδικεί η συντηρητική πλευρά.
Παρατηρούμε δηλαδή ότι η έννοια του φασισμού, αλλά και του ρατσισμού, της ισότητας και της ατομικής ελευθερίας, είναι διακυβεύματα, προκύπτουν δηλαδή μέσα από την πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση και αποκτούν διαφορετικά νοήματα μέσα σε διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές ατζέντες. Ταυτόχρονα μέσα από την μελέτη της αντιπαράθεσης αυτής διαφαίνεται ο τρόπος που αντίπαλες ιδεολογικές πλευρές οδηγούνται σε πόλωση και απουσία διαλόγου, όπως και η αδυναμία να τεθεί μία στέρεη κοινωνικά συμπεριληπτική ατζέντα. Αν θέλουμε να θέσουμε πιο καίρια ερωτήματα για την άνοδο της ακροδεξιάς και τη συντήρηση αυταρχικής ρητορικής θα χρειαστεί να εξετάσουμε πιο συστηματικά αυτήν ακριβώς την πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση, το περιεχόμενο και τη δομή της.
Τελικά, είναι ο λαϊκισμός και η επιθετική ρητορική απέναντι σε κάθε τι «ξένο» και «διαφορετικό» ο αξεπέραστος ορίζοντας της εποχής μας ή είναι μια πρόκληση στην οποία πρέπει να αντισταθούμε;