Αναλύσεις

Τουρκική εισβολή: Αποτίμηση αντικτύπου στις διεθνείς σχέσεις

Η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ, εθεωρείτο στρατηγικός σύμμαχος για τη Δύση, γεγονός που περιόρισε την πίεση προς την Άγκυρα, παρά τις καταφανείς παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου

Παρήλθαν ήδη 50 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, που αποτέλεσε μιαν από τις πιο τραγικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας του νησιού και είχε ευρύτερες συνέπειες στη διεθνή πολιτική σκηνή. Η εισβολή, που πραγματοποιήθηκε με το πρόσχημα της προστασίας των Τουρκοκυπρίων μετά το πραξικόπημα που ενορχηστρώθηκε από την ελληνική χούντα, οδήγησε στην κατοχή σχεδόν του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, στην καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασικών ελευθεριών και στον αναγκαστικό εκτοπισμό δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων από τα σπίτια τους. Ωστόσο, οι επιπτώσεις της εισβολής δεν περιορίστηκαν στις τραγωδίες που έζησε ο κυπριακός λαός. Αντίθετα, οδήγησαν σε σημαντικές αλλαγές στις διεθνείς σχέσεις, επηρέασαν τη λειτουργία του διεθνούς δικαίου και διαμόρφωσαν το γεωπολιτικό σκηνικό της περιοχής για δεκαετίες.

Η τουρκική εισβολή κατέδειξε την αδυναμία του διεθνούς συστήματος να προστατεύσει τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός ανεξάρτητου κράτους, ακόμη και υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Αν και το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέδωσε αποφάσεις που απαιτούσαν την άμεση απόσυρση των ξένων στρατευμάτων και την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, αυτές έμειναν ανεκτέλεστες. Η στάση της διεθνούς κοινότητας και, κυρίως, των ισχυρών δυνάμεων, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η τότε Σοβιετική Ένωση, επηρεάστηκε από το γεωπολιτικό πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ, εθεωρείτο στρατηγικός σύμμαχος για τη Δύση, γεγονός που περιόρισε την πίεση προς την Άγκυρα, παρά τις καταφανείς παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου.

Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο στη διεθνή πολιτική. Η αποτυχία επιβολής κυρώσεων κατά της Τουρκίας έστειλε το μήνυμα ότι ισχυρά κράτη μπορούν να παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο χωρίς συνέπειες, εφόσον εξυπηρετούν στρατηγικά τις μεγάλες δυνάμεις. Αυτή η δυναμική συνεχίζει να επηρεάζει τις διεθνείς σχέσεις. Η εισβολή στην Ουκρανία και η προσάρτηση προηγουμένως της Κριμαίας από τη Ρωσία δείχνουν πως η διεθνής κοινότητα συνεχίζει να αντιμετωπίζει παρόμοιες προκλήσεις και ότι η έλλειψη αποφασιστικής αντίδρασης απέναντι στην τουρκική εισβολή έχει επιτρέψει την επανάληψη τέτοιων πρακτικών. Η απουσία αποφασιστικής δράσης απέναντι σε παράνομες εισβολές δημιουργεί επικίνδυνα προηγούμενα, που υπονομεύουν τη σταθερότητα.

Παράλληλα, η τουρκική εισβολή στην Κύπρο και η μετέπειτα κατοχή ανέδειξαν την αδυναμία του διεθνούς δικαίου να επιβληθεί σε περιπτώσεις όπου συγκρούονται ισχυρά συμφέροντα. Η παραβίαση βασικών αρχών του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, όπως η απαγόρευση της χρήσης βίας και ο σεβασμός τόσο της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών, όσο και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασικών ελευθεριών, υπήρξε εμφανής. Η δημιουργία της υποτελούς στην Τουρκία παράνομης και ούτω λεγόμενης «ΤΔΒΚ» στα κατεχόμενα το 1983, που αναγνωρίστηκε μόνο από την Τουρκία, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την παραμέληση της Κύπρου από τη διεθνή κοινότητα και διεύρυνε το χάσμα μεταξύ των δύο κοινοτήτων του νησιού. Η Κύπρος έγινε σύμβολο της αποτυχίας του Συμβουλίου Ασφαλείας να επιβάλει τις αποφάσεις του, ενώ η αδυναμία εξεύρεσης λύσης τροφοδότησε τη διαιώνιση του προβλήματος, δημιουργώντας προηγούμενα που αργότερα επηρέασαν άλλες συγκρούσεις, όπως στη Βοσνία και στην Ουκρανία.

Η συνεχής ύπαρξη της κατοχής υπονόμευσε επίσης την ευρύτερη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική αστάθεια και συγκρούσεις. Το κυπριακό πρόβλημα εξελίχθηκε σε έναν μακροχρόνιο διπλωματικό γρίφο, με διαδοχικές προσπάθειες επίλυσης να καταλήγουν σε αποτυχία. Οι συνομιλίες μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, έχουν επανειλημμένα βρεθεί σε αδιέξοδο, κυρίως λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης, της εμμονής της Τουρκίας να αγνοεί το διεθνές δίκαιο και τις αποφάσεις του ΟΗΕ, και των διαφορών στις βασικές αρχές επίλυσης του Κυπριακού.

Η Κύπρος βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος, αυτήν τη φορά λόγω των ενεργειακών αποθεμάτων της Ανατολικής Μεσογείου. Οι πρόσφατες ανακαλύψεις φυσικού αερίου στην περιοχή έχουν δημιουργήσει νέες προκλήσεις, αλλά και ευκαιρίες. Ενώ η εκμετάλλευση αυτών των πόρων θα μπορούσε ν’ αποτελέσει καταλύτη για την επίλυση του Κυπριακού, οι εντάσεις μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου σχετικά με τα δικαιώματα στην ΑΟΖ της περιοχής έχουν περιπλέξει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Η τουρκική εισβολή προσφέρει σημαντικά διδάγματα για τη διεθνή πολιτική και τη διαχείριση συγκρούσεων. Πρώτον, υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης του διεθνούς δικαίου. Χωρίς αποτελεσματικούς μηχανισμούς επιβολής, η παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων μπορεί να καταστεί επαναλαμβανόμενη πρακτική. Δεύτερον, δείχνει τη σημασία της διπλωματίας και του διαλόγου για την αποφυγή και την επίλυση συγκρούσεων. Η Κύπρος, με την ιδιαίτερη γεωγραφική και πολιτική της θέση, έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως γέφυρα συνεργασίας στην περιοχή, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει πολιτική βούληση για την επίλυση του προβλήματος. Τέλος, η τουρκική εισβολή αποτελεί υπενθύμιση ότι η ειρήνη και η σταθερότητα απαιτούν διαρκή δέσμευση και συνεργασία απ’ όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Η επίλυση του Κυπριακού δεν είναι μόνο ζήτημα δικαιοσύνης για τον κυπριακό λαό, αλλά και θέμα διεθνούς ειρήνης και σταθερότητας. Το Κυπριακό μπορεί ν’ αποτελέσει παράδειγμα για το πώς η συνεργασία και ο σεβασμός στο διεθνές δίκαιο μπορούν να οδηγήσουν σε βιώσιμες λύσεις για μακροχρόνιες συγκρούσεις. Η ΕΕ, στην οποία η Κύπρος είναι κράτος-μέλος, μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην επίλυση του Κυπριακού. Η συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ προσφέρει πλαίσιο για την προώθηση μιας λύσης που θα σέβεται τα δικαιώματα όλων των Κυπρίων, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύει τη σταθερότητα και την ασφάλεια στην περιοχή. Ωστόσο, η ΕΕ πρέπει να επιδείξει μεγαλύτερη έμπρακτη αποφασιστικότητα απέναντι στις προκλήσεις της Τουρκίας, η οποία συνεχίζει να παραβιάζει την κυπριακή ΑΟΖ και να ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία στα κατεχόμενα.

Η τουρκική εισβολή, η συνεχιζόμενη κατοχή και οι συνέπειές τους μας διδάσκουν ότι η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί να παραμένει αμέτοχη απέναντι σε παραβιάσεις κρατικών δικαιωμάτων και κυριαρχίας. Αντ’ αυτού, πρέπει να ενισχύσει τους μηχανισμούς πρόληψης και επίλυσης συγκρούσεων, να επιδείξει αποφασιστικότητα στην εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και να προωθήσει τη συνεργασία ως μέσο για τη διατήρηση της ειρήνης. Μόνο τότε θα μπορέσουμε ν’ αντλήσουμε πραγματικά μαθήματα από την Ιστορία και να οικοδομήσουμε ένα πιο δίκαιο και σταθερό μέλλον για όλους.

*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης και πρώην Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ιδρυμάτων Ανώτερης Εκπαίδευσης (EURASHE).