Άμεση Δημοκρατία: Ιστορική και θεωρητική προσέγγιση
Η συζήτηση γύρω από την έννοια της «άμεσης δημοκρατίας» αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς στην πολιτική θεωρία και στη σύγχρονη δημοκρατική σκέψη. Η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας, και ιδίως της αθηναϊκής δημοκρατίας, ως πρότυπο άμεσης συμμετοχής των πολιτών στα κοινά, επανέρχεται συχνά στον δημόσιο λόγο, άλλοτε ως ιδανικό προς μίμηση και άλλοτε ως σημείο σύγκρισης με τις αδυναμίες των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Ωστόσο, η σχέση της αρχαίας δημοκρατίας με τη σύγχρονη ιδέα της «άμεσης δημοκρατίας» δεν είναι ούτε απλή ούτε γραμμική αλλά πρόκειται περισσότερο για συμβολική και εννοιολογική συγγένεια.
Η αθηναϊκή δημοκρατία
Η δημοκρατία της κλασικής Αθήνας, η οποία θεμελιώθηκε με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη (508/507 π.Χ.), συνιστά το πρώτο γνωστό παράδειγμα πολιτεύματος όπου η πολιτική εξουσία ασκείται άμεσα από τους πολίτες. Οι πολίτες συμμετείχαν ενεργά στην Εκκλησία του Δήμου, αποφασίζοντας για θέματα νομοθεσίας, στρατηγικής και δημόσιας διοίκησης. Παράλληλα, μεγάλος αριθμός αξιωμάτων καλυπτόταν μέσω κλήρωσης, στοιχείο που θεωρούνταν ουσιώδες για τη δημοκρατική ισότητα. Όπως σημειώνει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά, «το να ορίζονται οι άρχοντες με κλήρο είναι γνώρισμα δημοκρατικό, το να εκλέγονται, ολιγαρχικό» (Πολιτικά 1294b).
Η κλήρωση, επομένως, εξέφραζε την πεποίθηση ότι η συμμετοχή στα κοινά δεν προϋπέθετε ιδιαίτερη αριστεία ή καταγωγή, αλλά ήταν δικαίωμα όλων των πολιτών. Ωστόσο, το ποιοι θεωρούνταν «πολίτες» στην αρχαία Αθήνα περιοριζόταν σημαντικά. Από τη μεταρρύθμιση του Περικλή (451 π.Χ.), μόνο όσοι είχαν αθηναϊκή καταγωγή και από τους δύο γονείς μπορούσαν να θεωρηθούν πολίτες. Αποκλείονταν, έτσι, οι γυναίκες, οι δούλοι και οι μέτοικοι - δηλαδή η πλειονότητα του πληθυσμού. Η δημοκρατία υπήρξε λοιπόν πολιτικά άμεση και κοινωνικά περιορισμένη.
Μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, η δημοκρατία ενισχύθηκε καθοριστικά από τον Εφιάλτη, ο οποίος γύρω στο 462/1 π.Χ. περιόρισε τις εξουσίες του αριστοκρατικού Αρείου Πάγου και τις μετέφερε στη Βουλή, στην Εκκλησία του Δήμου και στα λαϊκά δικαστήρια της Ηλιαίας. Με τον τρόπο αυτό, η πολιτική εξουσία μετατοπίστηκε ουσιαστικά από την «ελίτ» προς το σώμα των πολιτών, καθιστώντας τη συμμετοχή του δήμου πραγματική και όχι τυπική. Οι μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη σηματοδότησαν τη μετάβαση από μια δημοκρατία με ισχυρά αριστοκρατικά αντίβαρα σε μια γνήσια μορφή λαϊκής κυριαρχίας.
Ο Θουκυδίδης, αποδίδοντας τον Επιτάφιο του Περικλή, περιγράφει την Αθήνα ως πόλη της ισονομίας, ‘πολίτευμα που ονομάζεται δημοκρατία, επειδή η εξουσία ανήκει στους πολλούς και όχι στους λίγους’. Η φράση αυτή συχνά ερμηνεύεται ως διακήρυξη της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Ωστόσο, οι «πολλοί» στους οποίους αναφέρεται ο Περικλής ήταν ένα προνομιούχο σώμα ελεύθερων ανδρών και δεν αφορούσε όλους τους κάτοικους της πόλης. Επομένως, η αθηναϊκή δημοκρατία συνδύαζε τη ριζοσπαστική πολιτική συμμετοχή με τον βαθύ κοινωνικό αποκλεισμό.
Η έννοια της άμεσης δημοκρατίας στη σύγχρονη πολιτική θεωρία
Στη σύγχρονη πολιτική θεωρία, ο όρος «άμεση δημοκρατία» χρησιμοποιείται για να περιγράψει πολιτικά συστήματα ή μηχανισμούς στα οποία οι πολίτες συμμετέχουν χωρίς μεσολάβηση αντιπροσώπων. Περιλαμβάνει θεσμούς όπως τα δημοψηφίσματα, τις λαϊκές πρωτοβουλίες και τις συνελεύσεις πολιτών. Ωστόσο, στις σύγχρονες πολυπληθείς κοινωνίες, η πλήρης άμεση συμμετοχή όλων των πολιτών είναι, κατά την γνώμη μου, ανέφικτη. Για τον λόγο αυτό, τα περισσότερα δημοκρατικά πολιτεύματα οργανώνονται στη βάση της αντιπροσώπευσης, την οποία ο Jean-Jacques Rousseau αντιμετωπίζει την αντιπροσώπευση ως αρνητική αρχή της δημοκρατίας, θεωρώντας ότι ‘ο λαός της Αγγλίας νομίζει ότι είναι ελεύθερος, αλλά απατάται: είναι ελεύθερος μόνο κατά την εκλογή των μελών του Κοινοβουλίου’ (Κοινωνικό Συμβόλαιο, Γ΄, 15).
Η κριτική αυτή διατρέχει μεγάλο μέρος της νεότερης δημοκρατικής σκέψης όπου οι υποστηρικτές της άμεσης δημοκρατίας δεν επιδιώκουν αναγκαστικά την κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, αλλά ζητούν τη διεύρυνση της συμμετοχής και τον περιορισμό της απόστασης ανάμεσα στους πολίτες και τη λήψη αποφάσεων. Ο Jürgen Habermas, στη θεωρία του για τη δημόσια σφαίρα (The Structural Transformation of the Public Sphere, 1962 αγγλ. μετ. 1989), ανέδειξε τη σημασία του δημόσιου διαλόγου ως θεμελίου της πολιτικής νομιμοποίησης, ενώ αργότερα, στη θεωρία της επικοινωνιακής δράσης, διατύπωσε το πρότυπο της διαβουλευτικής δημοκρατίας ως μορφής ορθολογικής συμμετοχής των πολιτών.
Η σύγχρονη άμεση δημοκρατία, επομένως, αναφέρεται σε μια επανερμηνεία του δημοκρατικού ιδεώδους υπό τις συνθήκες του σύγχρονου κράτους δικαίου. Σε αυτό το πλαίσιο η αρχαία δημοκρατία λειτουργεί ως συμβολικό σημείο αναφοράς που αναδεικνύει τη δυνατότητα των πολιτών να συμμετέχουν άμεσα στη διαμόρφωση του κοινού βίου.
Θεωρητικές αντιστοιχίες
Η βασική θεωρητική διαφορά μεταξύ της αρχαίας και της σύγχρονης άμεσης δημοκρατίας έγκειται στην έννοια του πολίτη. Στην Αθήνα, ο πολίτης ήταν πρωτίστως μέλος του δήμου, με καθήκοντα και δικαιώματα αλληλένδετα, με τη συμμετοχή στα κοινά να είναι δικαίωμα όπως και ηθική υποχρέωση. Ο Αριστοτέλης όριζε τον πολίτη ως «τὸν μετέχοντα κρίσεως καὶ ἀρχῆς» (Πολιτικά 1275a), δηλαδή αυτόν που συμμετέχει τόσο στη λήψη αποφάσεων όσο και στην άσκηση εξουσίας.
Αντιθέτως, ο σύγχρονος πολίτης ορίζεται πρωτίστως ατομικά, μέσα από δικαιώματα που το κράτος εγγυάται. Η μετάβαση αυτή από τον πολίτη-μέλος της κοινωνίας στον πολίτη-άτομο σηματοδοτεί μια βαθιά μεταβολή στην έννοια της δημοκρατίας, δηλαδή, από την κοινότητα της συμμετοχής στην κοινωνία των δικαιωμάτων.
Επιπλέον, η αρχαία δημοκρατία στηριζόταν στην άμεση φυσική παρουσία των πολιτών στη συνέλευση, ενώ η σύγχρονη άμεση δημοκρατία αναζητεί νέες τεχνολογικές μορφές συμμετοχής (ψηφιακή διαβούλευση, ηλεκτρονικά δημοψηφίσματα, διαδικτυακές κοινότητες).
Η επίκληση της αρχαιότητας ως ιδεολογικό εργαλείο
Η αναφορά στην αρχαία δημοκρατία λειτουργεί στη σύγχρονη πολιτική σκέψη κυρίως ως κριτικός καθρέφτης. Όπως παρατηρεί ο Κορνήλιος Καστοριάδης, η Αθήνα υπήρξε «αυτοθεσμιζόμενη κοινωνία» (Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, 1975), δηλαδή κοινωνία που αντιλήφθηκε ότι οι νόμοι και οι θεσμοί δεν προέρχονται από το θείο ή τη φύση, αλλά από τον ίδιο τον άνθρωπο και μπορούν να τροποποιηθούν από αυτόν. Το στοιχείο της αυτονομίας του δήμου είναι αυτό που εμπνέει τους σύγχρονους θεωρητικούς της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας.
Ωστόσο, η ιδεολογική χρήση της αρχαίας Ελλάδας συχνά παραβλέπει τα όρια και τις αντιφάσεις του αρχαίου πολιτεύματος. Η άμεση δημοκρατία της Αθήνας στηρίχθηκε σε μια οικονομία που εξαρτιόταν από τη δουλεία και σε μια κοινωνία που απέκλειε τη γυναικεία συμμετοχή. Συνεπώς, η αναφορά σε αυτήν δεν μπορεί να είναι άκριτη. Οφείλει να συνοδεύεται από ιστορική επίγνωση και θεωρητική αποστασιοποίηση.
Εν κατακλείδι
Μπορεί η αρχαία δημοκρατία να υπήρξε το πρώτο βήμα προς την πολιτική αυτονομία, αλλά ταυτόχρονα παρέμεινε περιορισμένη ως προς την καθολικότητα των πολιτών και τα δικαιώματα των ατόμων. Η σύγχρονη δημοκρατία, αντίθετα, επεκτείνει την αρχή της ισότητας σε όλους, αλλά αποδυναμώνει την άμεση συμμετοχή.
Η πρόκληση για τις σύγχρονες κοινωνίες είναι να συνδυάσουν την καθολικότητα των δικαιωμάτων με τη ζωντανή συμμετοχή των πολιτών. Έτσι, η άμεση δημοκρατία μπορεί να αποτελέσει μια υπενθύμιση ότι η πολιτική ελευθερία δεν είναι δεδομένη αλλά διαρκώς υπό διαπραγμάτευση. Όπως έγραφε ο Αριστοτέλης, « ἡ πολιτεία σώζεται διὰ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἐν τοῖς ἴσοις φιλίαν” (Πολιτικά 1321b), δείχνοντας έτσι ότι το πολίτευμα διατηρείται μόνο με την ενεργό φροντίδα και τη συνοχή των πολιτών.
Η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας, συνεπώς, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θεωρητικό εργαλείο κριτικής και αναστοχασμού, παρά ως ελκυστική πολιτική θέση.
*Δικηγόρος
Astylianou@stylianoullc.com