«Το Παιχνίδι των Εθνών» ή «η ιστορία πίσω από την ιστορία»

Στο «Παιχνίδι των Εθνών» πολλές φορές ο αντικειμενικός σκοπός των παικτών γίνεται όχι τόσο η προσπάθειά τους να νικήσουν, αλλά ν’ αποφύγουν την ήττα και να παραμείνουν στο παιχνίδι.

Ένα από τα βιβλία, των οποίων η ανάγνωση με εντυπωσίασε ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια, ήταν αυτό του Αμερικανού αξιωματούχου της CIA, Μάιλς Κόπλαντ, «The Game of Nations: The Amorality of Power Politics», το οποίο εξεδόθη για πρώτη φορά το 1970. Ο Κόπλαντ υπήρξε ένας από τους πλέον ικανούς κατασκόπους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή κατά τη μεταβατική περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Αμερικανοί αντικαθιστούσαν στο Δυτικό ηγεμονικό παιγνίδι της περιοχής τούς Βρετανούς.

Το εν λόγω αποκαλυπτικό βιβλίο είναι από τα ελάχιστα που έσπασαν σε μεγάλο βαθμό την ομερτά των μυστικών υπηρεσιών, γι’ αυτό μισό αιώνα μετά διατηρεί αναλλοίωτη την ερευνητική του έλξη για τους νεότερους μελετητές της ιστορίας της Μέσης Ανατολής. Διαβάζοντας προσφάτως και εκ νέου το βιβλίο, διαπίστωσα τη διαχρονική επικαιρότητά του σε σχέση με τις τρέχουσες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, όχι μέσω της γεγονοτολογίας αλλά μέσω μίας κεντρικής συνισταμένης του βιβλίου, αυτής που ο συγγραφέας αποκαλεί «το Παιχνίδι των Εθνών» ή με άλλα λόγια «η ιστορία πίσω από την ιστορία». Αυτή η συνισταμένη αποτελεί στην ιστοριογραφία την παράλληλη και άγνωστη ιστορία, την ιστορία που εξυφαίνουν οι μυστικές υπηρεσίες, που αν δεν έχεις ισχυρές αποδείξεις μπορείς να εισέλθεις στη «θεωρία της συνωμοσίας», αν αρχίσεις να ερμηνεύεις καθοριστικά γεγονότα μέσω αυτής.

Ο ίδιος ο συγγραφέας διαπιστώνει εμφαντικώς ότι οι ιστορικοί αφήνουν διάφορα καθοριστικά γεγονότα ανεξήγητα, τα οποία μετατρέπονται σε μυστήρια, γιατί εκτός από σπάνια παραδείγματα, η συμβατική ιστοριογραφία τα αρνείται, αλλά τα ερμηνεύει η «ιστορία πίσω από την ιστορία». Διπλωμάτες που έχουν περιγράψει στις αυτοβιογραφίες τους διάφορα γεγονότα, έχουν παραλείψει από αυτά πολλές λεπτομέρειες ένεκα λόγων ασφαλείας εν μέρει κι από κατανόηση πως υπάρχουν ορισμένα πράγματα, που η αλήθεια τους θα ήταν «αγένεια» ν’ απογοητεύσει την κοινή γνώμη. Έτσι μεγάλο μέρος της αλήθειας για κρίσιμα γεγονότα χάνεται στον αθέατο κόσμο των μυστικών υπηρεσιών.

Ο συγγραφέας καταπιάνεται με μία σειρά θεμάτων. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε τη διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των Βρετανών και των Αιγυπτίων στη διαμάχη τους για τη Βάση του Σουέζ, παρ’ όλη την ανένδοτη στάση που κρατούσε ο καθένας τους; Ποιο ήταν εκείνο που προκάλεσε την πτώση του Μοσσάντεκ στο Ιράν το 1953;

Πώς κατάφεραν οι Νασσερικοί να επιπλεύσουν στον λιβανικό εμφύλιο πόλεμο του 1958 και μάλιστα κάτω από τη μύτη των Αμερικανών πεζοναυτών; Γιατί ο Νάσσερ απέφευγε τον πόλεμο με τους Ισραηλινούς σε εποχές που είχε πιθανότητες να κερδίσει, κι έσπρωξε τη χώρα του στο Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967, ενώ δεν ήταν πλήρως έτοιμος γι’ αυτόν;

Για να καταλάβει κανείς το «Παιχνίδι των Εθνών» πρέπει να έχει υπόψη του τους ακόλουθους όρους. Ο πρώτος αντικειμενικός σκοπός κάθε παίκτη είναι να παραμείνει στο Παιχνίδι. Οι περισσότερες κινήσεις ενός παίκτη είναι για να κερδίσει πλεονεκτήματα στο Παιχνίδι αλλά και να εξασφαλίσει τη συνεχή υποστήριξη στη χώρα του. Στη διερμήνευση μιας επίσημης δηλώσεως επί της εξωτερικής πολιτικής, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αυτή, ως μία «κίνησις», η οποία όπως όλες τις άλλες, έχει κάποιο ειδικό σκοπό - και όχι πάντα απαραιτήτως τον φαινομενικά εκδηλούμενο σκοπό του. Χειρονομίες καλής θελήσεως και εξομολογήσεις κοινών σκοπών, με αντίπαλα έθνη, είναι σχεδόν κατά κανόνα αναποφεύκτως και έχουν ως σκοπό να εξυπηρετήσουν τις εσωτερικές ανάγκες ή για να εντυπωσιάσουν τρίτους ενδιαφερόμενους και σπανίως αναφύονται από ειλικρινείς ελπίδες πραγματοποιήσεως των δεδηλωμένων σκοπών τους. Το «φλερτάρισμα» ενός αδύναμου έθνους από ένα ισχυρό έχει σχεδόν πάντα ως αποτέλεσμα να στραφεί το αδύναμο έθνος προς τον κυριότερο αντίπαλο του ισχυρού έθνους, ώστε να δημιουργήσει ένα ανταγωνιστικό «φλερτάρισμα», από το οποίο θα αποκομίσει κέρδη. Ένα αδύναμο έθνος, το οποίο έχει κερδίσει διπλωματική δύναμη από την εκμετάλλευση ενός ανταγωνιστικού φλερταρίσματος, μπορεί συχνά να κερδίσει περισσότερη δύναμη δείχνοντας μία προθυμία για διακινδύνευση, που τα ισχυρά έθνη διστάζουν να την ακολουθήσουν.

Από τα διάφορα γεγονότα που αναφέρει και ερμηνεύει ο συγγραφέας, εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η περιγραφή από τον Αμερικανό πράκτορα του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπισε τη λαϊκή οργή ο Νάσσερ όταν μερικά χρόνια μετά την ανατροπή της μοναρχίας στην Αίγυπτο, οι Αιγύπτιοι διαπίστωσαν ότι η επανάσταση δεν είχε αλλάξει τη ζωή τους προς το καλύτερο. Ο Νάσσερ είχε καταλάβει ότι δεν μπορούσε ν’ ανταποκριθεί στις υποσχέσεις του προς τον λαό της χώρας του για πρόοδο και ευημερία. Επειδή λοιπόν λεφτά δεν υπήρχαν, αναζήτησε λύσεις πολιτικές. Δηλαδή, έστρεψε την προσοχή του λαού σε ζητήματα πολιτικά, όπως η εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ (από την οποία εξεδίωξε τους Άγγλους και τους Γάλλους που την εκμεταλλεύονταν μονομερώς).

Εν τέλει, στο «Παιχνίδι των Εθνών» πολλές φορές ο αντικειμενικός σκοπός των παικτών γίνεται όχι τόσο η προσπάθειά τους να νικήσουν, αλλά ν’ αποφύγουν την ήττα και να παραμείνουν στο παιχνίδι.

*Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ.)