Μία στις πέντε γυναίκες πέφτει θύμα διαδικτυακής κακοποίησης
Οι μορφές κακοποίησης πολλαπλασιάζονται και τα θύματα ζουν με φόβο, ντροπή και σιωπή
Η επέκταση της καθημερινής ζωής στον ψηφιακό χώρο έχει φέρει μαζί της νέες μορφές επικοινωνίας, κοινωνικοποίησης και έκφρασης. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, έχει δημιουργήσει και ένα νέο περιβάλλον, όπου η βία κατά των γυναικών επαναλαμβάνεται, αναπαράγεται και ενισχύεται. Η διαδικτυακή κακοποίηση αποτελεί πλέον μια πραγματική και ολοένα αυξανόμενη απειλή, με σοβαρές συνέπειες στην ψυχική υγεία, την κοινωνική ζωή, ακόμη και τη σωματική ασφάλεια των θυμάτων.
Στην Κύπρο, οι καταγγελίες για διαδικτυακή παρενόχληση και κακοποίηση αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο, ενώ οργανισμοί όπως ο ΣΠΑΒΟ επισημαίνουν ότι η βία δεν περιορίζεται πλέον στον φυσικό χώρο αλλά έχει «μεταναστεύσει» στα κοινωνικά δίκτυα, σε εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων και σε διαδικτυακές πλατφόρμες. Το φαινόμενο αφορά γυναίκες όλων των ηλικιών, αλλά πλήττει ιδιαίτερα τις νεότερες, οι οποίες είναι περισσότερο εκτεθειμένες λόγω της συχνής χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Μιλώντας στη «Σημερινή» η Επιστημονική Διευθύντρια του ΣΠΑΒΟ, Δρ Άντρη Ανδρονίκου, περιγράφει τη διαδικτυακή βία ως μια πραγματικότητα η οποία επηρεάζει σημαντικό αριθμό γυναικών που απευθύνονται στον Οργανισμό για στήριξη. Μέσα από τις αναφορές των ίδιων των θυμάτων καταγράφεται μια σαφής εικόνα για την ένταση και την έκταση του φαινομένου, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για συστηματική ενημέρωση, ενδυνάμωση και ουσιαστική προστασία.
Συχνότητα και έκταση του φαινομένου
Σχετικά με τη συχνότητα των περιστατικών διαδικτυακής βίας στην Κύπρο, η Δρ Άντρη Ανδρονίκου ανέφερε ότι μία στις πέντε περιπτώσεις που λαμβάνουν συμβουλευτική αναφέρει εμπειρία διαδικτυακής βίας, ενώ περίπου 7% των αναφορών στη Γραμμή Βοήθειας 1440 σχετίζονται και με διαδικτυακή βία και 40% των φιλοξενούμενων θυμάτων αναφέρουν ότι έχουν βιώσει κάποια μορφή διαδικτυακής βίας.
Όσον αφορά τις πιο επιθετικές και επικίνδυνες μορφές ψηφιακής κακοποίησης, η Δρ Ανδρονίκου τόνισε ότι «όλες οι μορφές βίας έχουν βαθμό επικινδυνότητας για τα θύματα, γιατί παραβιάζουν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, επηρεάζουν βαθιά την υγεία και την ασφάλεια και μπορούν να κλιμακωθούν με απρόβλεπτες συνέπειες».
Παράλληλα είπε πως, σε ό,τι αφορά ειδικά τη διαδικτυακή βία, «οι γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας αντιμετωπίζουν κυρίως κυβερνοεκφοβισμό μέσα από συστηματικές απειλές, προσβολές, εξευτελισμό, ψευδείς φήμες, παρενόχληση και εμμονική παρακολούθηση, δημοσίευση προσωπικού υλικού χωρίς τη συγκατάθεσή τους, δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων για εκφοβισμό είτε για εκδίκηση ή και απειλές δημοσίευσης, υποκλοπή κωδικών καθώς και στοχευμένες επιθέσεις ρητορικής μίσους».
Την ίδια ώρα ανέφερε ότι «οι γυναίκες αναφέρουν συχνά έλεγχο μέσω GPS και άλλων εφαρμογών, εξαναγκασμό στην ανάγνωση μηνυμάτων και κωδικών πρόσβασης, παρακολούθηση συνδέσεων, απειλές και εκβιασμούς για δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων, βίντεο και φωτογραφιών ή και δημοσιοποίηση χωρίς συγκατάθεση», ενώ πρόσθεσε ότι «ακόμη έχει αναφερθεί και δημιουργία ψεύτικων προφίλ με στόχο τον διασυρμό».
Οι ψυχολογικές και κοινωνικές συνέπειες στα θύματα
Σε δηλώσεις της για τον αντίκτυπο της διαδικτυακής βίας στην ψυχολογία και την καθημερινότητα των γυναικών, η Δρ Άντρη Ανδρονίκου ανέφερε ότι «οι επιπτώσεις είναι πολύ σοβαρές λόγω του πολυδιάστατου αντικτύπου που έχουν για τις γυναίκες θύμα. Οι περισσότερες γυναίκες ζουν με έναν συνεχή φόβο για το τι θα τους συμβεί, ενώ αισθήματα ντροπής και αβοηθησίας είναι τα κυρίαρχα συνήθως».
Παράλληλα είπε ότι «η συνεχής αυτή συμπεριφορά εναντίον τους μπορεί να προκαλέσει ψυχολογικό τραύμα, που εκδηλώνεται αρκετές φορές με ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως αϋπνίες, ανορεξία ή και υπερφαγία, λήψη φαρμακευτικής αγωγής, επηρεάζοντας παράλληλα την αυτοεκτίμηση και την αυτοεικόνα τους».
Την ίδια ώρα τόνισε ότι «πολλά θύματα απομονώνονται κοινωνικά και αυτό ξεκινάει να επηρεάζει δυσμενώς και την καθημερινότητά τους. Περιορίζουν την κοινωνική τους ζωή, τον γονεϊκό τους ρόλο, τις κοινωνικές τους σχέσεις, που πολλές φορές αυτό επεκτείνεται και στο εργασιακό τους περιβάλλον παρουσιάζοντας μείωση στην απόδοσή τους, πολλές απουσίες ή ακόμη και φόβο να συμμετέχουν σε διαδικτυακές εργασιακές υποχρεώσεις».
Σύμφωνα με την ίδια, «επειδή η διαδικτυακή βία δεν μένει σχεδόν ποτέ μόνο στο εικονικό περιβάλλον αλλά επεκτείνεται και στην πραγματική ζωή, για κάποιες γυναίκες μπορεί να συνοδεύεται και με ψυχολογική και σωματική βία».
Κενά στο νομικό πλαίσιο και ανάγκη εναρμόνισης
Αναφερόμενη στο κατά πόσον το ισχύον νομικό πλαίσιο της Κύπρου προστατεύει αποτελεσματικά τις γυναίκες από τη διαδικτυακή βία, η Δρ Ανδρονίκου εξήγησε ότι, «παρ’ όλη την πρόοδο που έχει επιτευχθεί μέσα από σειρά νομοθεσιών που αφορούν τη βία στην οικογένεια και τη βία κατά των γυναικών, εντούτοις η κυπριακή νομοθεσία, αν και περιλαμβάνει τη μη συναίνεση στη δημοσιοποίηση προσωπικού/σεξουαλικού υλικού και τον εκβιασμό με αυτό, δεν έχει πλήρως καλύψει όλες τις μορφές ψηφιακής βίας κατά των γυναικών με ειδική ξεχωριστή νομοθετική ρύθμιση».
Παράλληλα υπογράμμισε ότι «η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει μέχρι τον Ιούνιο 2027 να εναρμονίσει τους εθνικούς της νόμους με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες και συγκεκριμένα την ευρωπαϊκή νομοθεσία EU Directive on combating violence against women and domestic violence (2024), η οποία συμπεριλαμβάνει την ποινικοποίηση των σημαντικότερων μορφών της διαδικτυακής βίας κατά των γυναικών».
Ποινές και δυσκολίες εφαρμογής
Απαντώντας στο κατά πόσον η ποινικοποίηση της εκδικητικής πορνογραφίας και άλλων ψηφιακών αδικημάτων ενισχύει την προστασία των θυμάτων, η Δρ Άντρη Ανδρονίκου ανέφερε ότι «η ποινικοποίηση τέτοιων αδικημάτων είναι εξαιρετικής σημασίας γιατί δίνει ορατότητα στο κοινωνικό αυτό έγκλημα και η νομική αυτή αναγνώριση του προβλήματος συμβάλλει στη δυνατότητα που δίνεται στα θύματα να υποβάλλουν καταγγελία, ενώ λειτουργεί και αποτρεπτικά για επανάληψη ή και την εμφάνισή του».
Ωστόσο, όπως διευκρίνισε, «λόγω της φύσης του αδικήματος, κάποιες φορές είναι δύσκολος ο εντοπισμός και η ταυτοποίηση του δράστη, ενώ οι διαδικασίες με τις τεχνολογικές εταιρείες και πλατφόρμες δεν είναι άμεσες για την απομάκρυνση του υλικού που μπορεί να κυκλοφορεί για μεγάλο χρονικό διάστημα».
Την ίδια ώρα σημείωσε ότι «παράλληλα η ψηφιακή βία μπορεί να υποτιμάται σε σοβαρότητα σε σχέση με άλλες μορφές βίας που είναι πιο ορατές, ενώ κάποια από τα θύματα ντρέπονται, απειλούνται ή και φοβούνται για αντίποινα γι’ αυτό και δεν προχωρούν σε καταγγελία».
Συνεχίζοντας, η Δρ Ανδρονίκου υπογράμμισε ότι «κανένας νόμος από μόνος του δεν επαρκεί για την ουσιαστική προστασία των θυμάτων. Απαιτείται η θεσμοθέτηση ταχύτερων και αποτελεσματικότερων διαδικασιών, η εξειδικευμένη εκπαίδευση όλων των εμπλεκόμενων επαγγελματιών, η ύπαρξη σαφών μηχανισμών για την έγκαιρη απομάκρυνση παράνομου περιεχομένου από τις ψηφιακές πλατφόρμες, καθώς και η συστηματική επιτήρηση των δραστών μέχρι την οριστική εκδίκαση των υποθέσεων».
Πρόσθεσε ακόμη ότι «απαιτούνται υποστηρικτικοί μηχανισμοί, ασφαλείς πλατφόρμες καταγγελίας, νομική και ψυχολογική στήριξη, καθώς και ενημέρωση για τα δικαιώματα των θυμάτων».
Η διαδικασία καταγγελίας
Αναφορικά με τη διαδικασία καταγγελίας, η Δρ Ανδρονίκου ξεκαθάρισε ότι εξαρτάται από το αδίκημα και πού θα απευθυνθεί στην Αστυνομία, καθώς υπάρχουν διαφορετικά τμήματα που το χειρίζονται. Ωστόσο, όπως πρόσθεσε, «εάν κάποια γυναίκα είναι θύμα διαδικτυακής βίας από νυν ή και πρώην σύζυγο/σύντροφο μπορεί ν’ αποταθεί στην Εθνική Γραμμή Βοήθειας 1440 για να λάβει καθοδήγηση, στήριξη και να διασυνδεθεί με τις αρμόδιες Αρχές, σύμφωνα με τη φύση του αδικήματος».
Αναφερόμενη στις ποινές που προβλέπει η κυπριακή νομοθεσία για τα αδικήματα διαδικτυακής βίας, η Δρ Άντρη Ανδρονίκου εξήγησε ότι στη χώρα μας οι ποινές διαφέρουν ανάλογα με τη σοβαρότητα του αδικήματος και λαμβάνουν υπόψη την προσωπική ζημιά που έχει προκαλέσει στο θύμα, συνδυάζουν ποινές φυλάκισης με χρηματικά πρόστιμα και υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι ποινές μπορεί να επιβληθούν συνδυαστικά.
Όπως σημείωσε, «οι ποινές κυμαίνονται από 1 έως 14 χρόνια, ανάλογα με τη φύση του αδικήματος και εάν ορίζεται από τον νόμο ως κακουργηματική πράξη».
Αναλύοντας τους λόγους για τους οποίους πολλές γυναίκες διστάζουν να προχωρήσουν σε καταγγελία, η Δρ Άντρη Ανδρονίκου επισήμανε ότι «ο δισταγμός των γυναικών δεν οφείλεται στην απροθυμία, αλλά σε συνδυασμό παραγόντων που συμβάλλουν στη σιωπή τους. Ο φόβος και η ντροπή είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα. Ο κοινωνικός στιγματισμός που συνοδεύει την ντροπή, ο φόβος για αντίποινα και επιδείνωση της κατάστασης και η αίσθηση ότι δεν θα γίνουν πιστευτές».
Όπως είπε, «ακόμη όμως και όταν οι γυναίκες προχωρούν σε καταγγελία μπορεί μετά να την αποσύρουν. Οι λόγοι συνδέονται κυρίως με το γεγονός ότι παρότι έχει προηγηθεί καταγγελία, η παρακολούθηση και οι εκβιασμοί μπορεί να συνεχίζονται, ενώ οι χρονοβόρες διαδικασίες που αποθαρρύνουν, η επώδυνη επανάληψη του βιώματος και η αντεξέταση καθιστούν δυσκολότερη την ανάληψη δράσης και τον τερματισμό της καταγγελίας τους. Αντίστοιχα πολλές γυναίκες ίσως να μη γνωρίζουν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με τον νόμο».
Σε ό,τι αφορά τον ρόλο της κοινωνικής στήριξης και του ΣΠΑΒΟ, η ίδια σημείωσε ότι «ο ΣΠΑΒΟ παρέχει πληροφόρηση στις γυναίκες για το νομοθετικό πλαίσιο, τα δικαιώματά τους, τις διαδικασίες που μπορεί να ακολουθήσουν, ενώ παρέχει ψυχολογικές υπηρεσίες υποστήριξης και νομικές συμβουλές καθώς και διασύνδεση με τις αρμόδιες Αρχές για καταγγελία και διερεύνηση».
Κλείνοντας, η Δρ Άντρη Ανδρονίκου υπογράμμισε ότι «η μείωση της διαδικτυακής βίας απαιτεί συνδυασμό ισχυρής νομοθεσίας, ταχύτητας και τεχνογνωσίας στην εφαρμογή της, εκπαίδευσης, εξειδικευμένης παρέμβασης και κοινωνικής αλλαγής ως προς τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις. Η Πολιτεία, η εκπαίδευση και η κοινωνία πρέπει να συνεργαστούν για πρόληψη, προστασία και ευαισθητοποίηση, ώστε οι γυναίκες να νιώθουν ασφαλείς στον ψηφιακό κόσμο».
Σε μια πιο καταληκτική τοποθέτηση, ανέφερε ότι «κάθε μέρα, για εκατομμύρια γυναίκες και κορίτσια, ο ψηφιακός κόσμος έχει γίνει ένα ναρκοπέδιο παρενόχλησης, κακοποίησης και ελέγχου. Η τοξικότητα, η ανωνυμία και η έλλειψη κανόνων συνδυάζονται με τεχνολογικά εργαλεία που διευκολύνουν την παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Τα θύματα δεν βλέπουν μόνο διαδικτυακές επιθέσεις αλλά και πραγματικές συνέπειες στη ζωή τους. Η κακοποίηση ευδοκιμεί στη σιωπή και στην ανωνυμία των δραστών στο διαδίκτυο».