Μνήμη ήρωα Χαράλαμπου Μούσκου
Εβδομήντα χρόνια από την ημέρα που έπεσε ο πρώτος αντάρτης της ΕΟΚΑ
σε μάχη για τη λευτεριά στο Μερσινάκι.
Συμπληρώνονται αύριο 70 ολόκληρα χρόνια από την ημέρα που ο Χαράλαμπος Μούσκος, πρωτοξάδελφος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, είχε τη μεγάλη τιμή να είναι ο πρώτος αντάρτης της λεβεντομάνας ΕΟΚΑ, που έπεφτε πολεμώντας σε μάχη και πότιζε με το νεανικό αίμα του το δέντρο της χιλιάκριβης λευτεριάς της Κύπρου μας και βύθιζε το νησί μας σε βαρύτατο πένθος. Ήταν ημέρα Πέμπτη, όταν η ομάδα του ήρωα Μάρκου Δράκου δρασκέλησε τα βουνά του Κύκκου και κατέβηκε στην τοποθεσία Μερσινάκι, πολύ κοντά στους ιστορικούς αρχαίους Σόλους, για να στήσει ενέδρα και να χτυπηθεί με τα στρατεύματα του σατραπίσκου αιμοσταγούς Χάρντινγκ.
Την αντάρτικη ομάδα αποτελούσαν οι Μάρκος Δράκος (αρχηγός), Χαράλαμπος Μούσκος, Αντρέας Ζάκος, Νίκος Ιωάννου- Ψωμάς, Αντρέας Πολυβίου, Γεώργιος Γεωργιάδης, Χαρίλαος Μιχαήλ, Στυλλής Ξαπόλυτος και Θεοδόσης…
Ο Μούσκος ήταν ο πρώτος αγωνιστής που βγήκε αντάρτης για ν’ αποφύγει τη σύλληψη. Προτού βγει στο βουνό, ήταν ένας από τους πρώτους πέντε ομαδάρχες της Λευκωσίας. Η ομάδα του τη χαραυγή της Πρωταπριλιάς του 1955 είχε διενεργήσει την παράτολμη επίθεση εναντίον της Αρχιγραμματείας, που ήταν η καρδιά της κατοχικής κυβέρνησης. Εκεί ήταν συγκεντρωμένες όλες οι υπηρεσίες των Βρετανών και η επίθεση εναντίον κυβερνητικών γραφείων θεωρήθηκε μεγάλο πλήγμα γι’ αυτούς. Δεν μπορούσαν ούτε στον ύπνο τους να φανταστούν ότι θα βρίσκονταν άνθρωποι που θα τολμούσαν να πλήξουν την παντοδυναμία τους και να τραυματίσουν την ψωροπερηφάνια τους.
Δυστυχώς, από τις πρώτες μέρες της έναρξης του Απελευθερωτικού Αγώνα εμφανίστηκαν οι δειλοί, ξενόδουλοι και απάτριδες μυσαροί εφιάλτες. Ο Μούσκος καταδίδεται στους κατακτητές από τον σύντροφό του, Παύλο Ευτυχίου, από τον Λυθροδόντα. Οδηγείται στο δικαστήριο αλλά δεν βρίσκεται κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον του και αφήνεται ελεύθερος. Οι Άγγλοι όμως ετοιμάζονται να τον συλλάβουν πάλι, αλλά κατορθώνει ν’ αποφύγει τη σύλληψη και σε λίγες μέρες βγαίνει αντάρτης στα βουνά του Κύκκου. Εκεί τον βρίσκουν αργότερα και άλλοι προδομένοι συναγωνιστές του. Ανάμεσά τους ο Μάρκος Δράκος, ο επιστήθιος φίλος του, Ευτύχιος Σαλάτας, ο Μίκης Φυρίλλας, ο Αντρέας Πολυβίου, ο Νίκος Ιωάννου-Ψωμάς και άλλοι αγωνιστές που είχαν προδοθεί και για ν’ αποφύγουν τη σύλληψη βγήκαν στο τιμημένο Αντάρτικο. Συγκροτείται η πρώτη αντάρτικη ομάδα με αρχηγό τον Μάρκο Δράκο, που θα έχει στο ενεργητικό της πλούσια αγωνιστική δράση. Εκεί θα βρει καταφύγιο και ο Αρχηγός Διγενής μετά τη διαφυγή του από το Αρχηγείο της ΕΟΚΑ στα Σπήλια, όπου είχε διεξαχθεί η ιστορική μάχη στις 11 Δεκεμβρίου 1955, δηλαδή τέσσερεις μόνο μέρες πριν από την ηρωική θυσία του Μούσκου.
Στη μάχη στο Μερσινάκι ο Μούσκος έπεσε μαχόμενος, ενώ τραυματίστηκαν ο Μάρκος Δράκος, ο οποίος κατόρθωσε να διαφύγει, και οι Αντρέας Ζάκος και Χαρίλαος Μιχαήλ, που συνελήφθησαν και αργότερα καταδικάστηκα σε θάνατο. Οδηγήθηκαν στην αγχόνη με τον άλλο ηρωομάρτυρα, Ιάκωβο Πατάτσο. Από πλευράς Βρετανών έπεσε νεκρός ο δεκανέας Μόραντ, οδηγός του στρατιωτικού αυτοκινήτου «τζιπ» που μετέφερε τον ταγματάρχη Μπράιαν Κουμπ από την Πάφο στη Λευκωσία. Η σορός του Μούσκου μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Πεντάγυιας , όπου έγινε η αναγνώριση και η νενομισμένη νεκροτομή. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Λευκωσία για την κηδεία. Η νεκρική πομπή ήταν πρωτοφανής. Απ’ όπου περνούσε οι κάτοικοι των χωριών, μ’ επικεφαλής τη νεολαία, γονατιστοί χαιρετούσαν τη σορό του ήρωα και έραιναν με λουλούδια, κλαδιά δάφνης και μυρτιάς το φέρετρό του, δείγμα της τιμής και της ευγνωμοσύνης τους στο παλληκάρι.
Ανάμεσα στα λιγοστά ευρήματα που βρήκαν οι Βρετανοί στην τσέπη του ήρωα, και τα έδωσαν στους δικούς του, ήταν ένα πορτοφόλι με λίγα λεφτά κι ένα αιματοβαμμένο χειρόγραφο ποίημα, αφιερωμένο στην αγαπημένη του. Στο ποίημα, που το παραθέτουμε αυτούσιο, ο ήρωάς μας καλεί την αγαπημένη του να είναι περήφανη, αν πέσει πολεμώντας στο βουνό για την πατρίδα:
«Δυο αγάπες στην καρδιά μου έχω κλείσει
Η πατρίδα είν’ η μια κι η άλλη εσύ,
Δυο αγάπες που με έχουνε μεθύσει
Με της δόξας και του πόθου το κρασί.
Τώρα, όμως, που η πατρίδα με γυρεύει
και στον πόλεμο η φωνή της με καλεί
η αγάπη μου για κείνην περισσεύει
και σ’ αφήνω, έχε γεια μ’ ένα φιλί.
Μη δακρύζεις που σ’ αφήνω
και στον πόλεμο θα πάω,
μη ζηλέψεις που την άλλη
πιο πολύ την αγαπάω,
φίλησέ με δίχως λύπη,
διώξε κάθε καρδιοχτύπι,
κάθε πόθο σου τρελό
και σαν γνήσια Ελληνίδα,
μια και πάω για την πατρίδα,
θέλω να ’σαι υπερήφανη γι’ αυτό.
Την πατρίδα αγαπώ, αλλά κι εσένα,
μ’ έναν έρωτα μεγάλο αληθινό,
Τα μεγάλα σου τα μάτια τα θλιμμένα,
Όπου μοιάζουνε γαλάζιο ουρανό.
Μη θαρρείς πως δε με νοιάζει που σε χάνω,
μα σαν Έλληνας τον όρκο μου κρατώ
κι αν γινεί και σκοτωθώ εκεί επάνω,
πρέπει να ’σαι υπερήφανη γι’ αυτό».
Κάτοικοι απ’ όλες τις πόλεις και τα χωριά της Κύπρου πλημμύρισαν τη Λευκωσία. Μια λαοθάλασσα, πρωτοφανής στα ιστορικά χρονικά της Κύπρου, είχε κατακλύσει την πρωτεύουσα για να πει το στερνό αντίο στον πρώτον αντάρτη της ΕΟΚΑ, που έπεφτε σε μάχη κατά του Βρετανού δυνάστη και πότιζε με το νεανικό αίμα του της λευτεριάς το δέντρο. Ήταν ιστορική η μέρα της κηδείας του Μούσκου. Κι όσοι την έζησαν και είχαν την τύχη να παραστούν σ’ αυτήν, πάντα θα την θυμούνται.
Η εξόδιος ακολουθία ήταν επεισοδιακή. Μπροστά ο πρωτοξάδελφος του ήρωα, Μακάριος, οι Μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας, ο Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνας Γεννάδιος, ακολουθούμενο από το ιερατείο και πίσω το φέρετρο με τη σορό του ήρωα, που το σήκωναν ευσταλείς αγωνιστές. Ο κυβερνήτης Χάρντινγκ είχε διατάξει από νωρίς να ταχθούν ένοπλοι στρατιώτες, για να επιτηρούν, δήθεν, την τάξη στους δρόμους από τους οποίους θα περνούσε η πομπή προς το νεκροταφείο του Αγίου Σπυρίδωνα. Ο πραγματικός όμως σκοπός τους ήταν να εμποδίσουν τον λαό να συνοδέψει στην τελευταία του κατοικία τον ήρωα. Ο λαός, όμως, δεν μπορούσε ν’ αφήσει ασυνόδευτο στην τελευταία του κατοικία τον ήρωα. Συμπλοκές στρατιωτών και λαού διεξάγονταν ασταμάτητα. Οι στρατιώτες έριχναν καπνογόνες για να διαλύσουν το πλήθος, αλλά δεν τα κατάφερναν. Ο κόσμος, αψηφώντας τις καπνογόνες και τη βροχή που έπεφτε, εξακολουθούσε να συνοδεύει τον ήρωα στην τελευταία του κατοικία, ενώ συγκρουόταν με τους ένοπλους πραιτωριανούς του Χάρντινγκ. Η εξόδιος ακολουθία από τον ιερό ναό Φανερωμένης μέχρι το κοιμητήριο του Αγίου Σπυρίδωνα κράτησε πάνω από δύο ώρες.
Έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από τότε, αλλά η μνήμη των Ελλήνων της Κύπρου, αγέραστη, θυμάται τη θυσία και την κηδεία του πρώτου αντάρτη της θρυλικής ΕΟΚΑ, που έπεσε πολεμώντας τον κατακτητή και έβαψε με το άλικο αίμα του το δέντρο της λευτεριάς του ελληνικού νησιού μας. Ο κυπριακός Ελληνισμός δεν πρέπει ποτέ να ξεχνά ότι ο Χαράλαμπος Μούσκος και οι άλλο αθάνατοι ήρωες του Απελευθερωτικού μας Αγώνα έδωσαν τη ζωή τους θυσία στον βωμό της λευτεριάς, που ακόμα δεν την χαρήκαμε ατόφια. Ο Αγώνας συνεχίζεται…