Αναλύσεις

Κομματικά υψηλόβαθμα στελέχη στην Kυβέρνηση: Κομματικό όφελος ή ρίσκο;

Τα κόμματα γνωρίζουν ότι η υπουργοποίηση συνεπάγεται και κόστος. Τα υψηλόβαθμα στελέχη απομακρύνονται από τη βάση και περιορίζεται η ενεργός κομματική τους δράση.

Ο πρόσφατος ανασχηματισμός δεν ήταν απλή τεχνική κυβερνητική αναδιάταξη, αλλά πολιτική πράξη με πολλαπλές αναγνώσεις και συνέπειες για τον κεντρώο χώρο, όπου εκτυλίσσονται κρίσιμες ισορροπίες στην κυπριακή πολιτική σκηνή. Η υπουργοποίηση κορυφαίων στελεχών του ΔΗΚΟ και της ΔΗΠΑ πυροδοτεί συζήτηση για το αν η συμμετοχή τους στην Κυβέρνηση ενισχύει ή αποδυναμώνει τα κόμματα, ιδιαίτερα σε προεκλογικό στάδιο. Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ότι η υπουργοποίηση λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι, προκαλώντας εντάσεις και ανακατατάξεις στις κομματικές δομές. Στο επίπεδο της δημόσιας εικόνας, η παρουσία υπουργών δημιουργεί αίσθηση κύρους και ισχύος. Οι υπουργοί βρίσκονται καθημερινά στην επικαιρότητα, διαχειρίζονται κρίσιμα θέματα και προβάλλουν θεσμική σοβαρότητα που η αντιπολίτευση δυσκολεύεται ν’ αποκτήσει. Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε κομματικό όφελος. Τα κόμματα γνωρίζουν ότι η υπουργοποίηση συνεπάγεται και κόστος. Τα υψηλόβαθμα στελέχη απομακρύνονται από τη βάση και περιορίζεται η ενεργός κομματική τους δράση.

Η μετακίνηση από τον κομματικό στον κυβερνητικό ρόλο δημιουργεί αναπόφευκτα οργανωτικό κενό. Η καθημερινή επαφή με τη βάση μειώνεται, η ατζέντα του υπουργού καθορίζεται από τις απαιτήσεις του χαρτοφυλακίου και η ανάγκη ουδέτερης στάσης συχνά απομακρύνει τον υπουργό από την καθαρή κομματική γραμμή. Στη ΔΗΠΑ, με περιορισμένη δεξαμενή στελεχών, η απώλεια αυτή είναι κρίσιμη, ενώ και το ΔΗΚΟ επηρεάζεται, καθώς η απομάκρυνση κορυφαίων προσώπων περιορίζει την εκλογική παρουσία και τη σύνδεση με τους ψηφοφόρους, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η διαφορά ψήφων είναι οριακή.

Υπάρχει το επιχείρημα ότι η υπουργοποίηση προσφέρει στα κόμματα αυξημένη επιρροή στον κυβερνητικό πυρήνα, επιτρέποντάς τους να προωθούν πολιτικές και θέματα που τους αφορούν. Όμως, η επιρροή αυτή δεν είναι πάντα γραμμική. Ο θεσμικός ρόλος του υπουργού υπερβαίνει τα κομματικά όρια. Οι απαιτήσεις του Προέδρου και οι ευθύνες διαχείρισης κρίσεων συχνά περιορίζουν την προώθηση κομματικών ζητημάτων. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η εξασθένιση του κομματικού στίγματος και η αντικατάστασή του από μια πιο τεχνοκρατική ή προεδρική ταυτότητα.

Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στη ΔΗΠΑ, που στη σύντομη πορεία της στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε λίγες προσωπικότητες. Η απώλεια ενός προσώπου στην Κυβέρνηση δεν είναι απλώς αριθμητική μείωση. Είναι πλήγμα στην ίδια την ικανότητα του κόμματος να παρουσιάζει συνεκτικό αφήγημα, να κινητοποιεί τη βάση του και να διατηρεί την πολιτική του ορατότητα. Η ΔΗΠΑ δεν έχει ακόμη κατορθώσει να εδραιωθεί ως κόμμα μαζικό, με οργανωτική πυκνότητα και ισχυρή παρουσία σε όλες τις επαρχίες. Συνεπώς, κάθε μετακίνηση ενός υψηλόβαθμου στελέχους της προς την Κυβέρνηση δημιουργεί δυσαναπλήρωτο κενό και απώλεια εν δυνάμει ψήφων στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές.

Από την άλλη πλευρά, το ΔΗΚΟ, παρά τη μεγαλύτερη οργανωτική του ωριμότητα, δεν μένει ανεπηρέαστο. Η απομάκρυνση ενός βουλευτή ή ενός κορυφαίου αξιωματούχου από τον προεκλογικό αγώνα έχει σημαντικές συνέπειες. Οι προσωπικές σχέσεις που χτίζονται με τους ψηφοφόρους δεν μπορούν να διατηρηθούν με την ίδια ένταση όταν το πρόσωπο βρίσκεται σε υπουργικό θώκο και δίνει μάχη με τα προβλήματα της καθημερινότητας του κράτους. Σε εκλογικές περιφέρειες όπως η Λεμεσός, όπου η μάχη για τη δεύτερη έδρα είναι οριακή εδώ και χρόνια, ακόμη και μικρές μετατοπίσεις μπορούν να καθορίσουν το αποτέλεσμα.

Η πραγματική πρόκληση για τα δύο κόμματα δεν είναι μόνο η οργανωτική κάλυψη του κενού, αλλά και η πολιτική διαχείριση των εντυπώσεων. Η υπουργοποίηση μπορεί να παρουσιαστεί είτε ως δείγμα πολιτικής ωριμότητας και ικανότητας παραγωγής έργου είτε ως στοιχείο που αποκαλύπτει εξάρτηση από τον εκάστοτε Πρόεδρο. Η αντιπολίτευση, και ιδιαίτερα τα κόμματα που στοχεύουν να προσελκύσουν απογοητευμένους κεντρώους ψηφοφόρους, θα επιχειρήσουν να παρουσιάσουν την υπουργοποίηση ως απόδειξη ότι το ΔΗΚΟ και η ΔΗΠΑ λειτουργούν πλέον περισσότερο ως κυβερνητικοί δορυφόροι παρά ως αυτόνομες πολιτικές δυνάμεις. Το κατά πόσον αυτή η ρητορική θα γίνει πειστική εξαρτάται από τη στάση των υπουργών. Αν δείξουν ότι παραμένουν κομματικά παρόντες, το αφήγημα θα εξουδετερωθεί. Αν όμως «εξαφανιστούν» πίσω από τον θεσμικό τους ρόλο, τότε η αφήγηση θα φουντώσει.

Υπάρχει, όμως, και μια πιο βαθιά διάσταση, που δεν έχει ακόμη συζητηθεί επαρκώς. Η υπουργοποίηση συνιστά ταυτόχρονα πολιτική δοκιμασία για τα ίδια τα κόμματα. Μπορούν να επιβιώσουν και να εκφράσουν το εκλογικό τους σώμα χωρίς τη διαρκή παρουσία των πιο αναγνωρίσιμων στελεχών τους; Μπορούν ν’ αναδείξουν νέα πρόσωπα που να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων; Μπορούν να επανεφεύρουν τις δομές τους, ώστε να λειτουργούν ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που βρίσκονται στην Κυβέρνηση; Αν δεν μπορούν να το κάνουν, τότε η κυβερνητική συμμετοχή, αντί ν’ αποτελεί πλεονέκτημα, λειτουργεί ως δομική αποδυνάμωση.

Συμπερασματικά, το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα των κομμάτων να διαχειριστούν αυτήν τη λεπτή ισορροπία. Αν το ΔΗΚΟ και η ΔΗΠΑ εμφανιστούν ως ενισχυμένα από την κυβερνητική παρουσία τους, με καθαρό αφήγημα, ορατό έργο και επαφή με τη βάση, τότε η υπουργοποίηση μπορεί ν’ αποδειχθεί στρατηγικό όφελος. Αν όμως οι ψηφοφόροι τους αισθανθούν ότι το κόμμα τους «άδειασε» προς όφελος της Κυβέρνησης, τότε οι κάλπες του Μαΐου θα είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Στον πυρήνα της δημόσιας συζήτησης βρίσκεται τελικά ένα κρίσιμο ερώτημα. Αν τα κόμματα υπηρετούν την Κυβέρνηση ή αν η Κυβέρνηση αξιοποιεί τα κόμματα. Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο την εκλογική τύχη του ΔΗΚΟ και της ΔΗΠΑ, αλλά και την πολιτική ισορροπία του κεντρώου χώρου για τα επόμενα χρόνια.

*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης