Τέχνη, σύμβολα και κοινωνικά όρια
Η δημόσια αντιπαράθεση που προκάλεσαν έργα εικαστικού, δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς ούτε ως απλή σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία της τέχνης και στη συντηρητική ηθική, ούτε ως ένα ακόμη επεισόδιο υπερβολικής κοινωνικής ευαισθησίας. Πρόκειται για μια βαθύτερη πολιτισμική ρήξη, που αφορά τον τρόπο που τα σύμβολα λειτουργούν μέσα σε μια κοινωνία με ισχυρές θρησκευτικές, ιστορικές και ηθικές αναφορές, και για το κατά πόσο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της, όχι μόνο ως νομικού εγγυητή δικαιωμάτων, αλλά ως θεσμικού διαχειριστή πολιτισμικής συνοχής.
Τα επίμαχα έργα, αξιοποιούν χριστιανικά σύμβολα αποσπώντας τα από το τελετουργικό και θεολογικό τους πλαίσιο, και εντάσσοντας τα σ’ ένα εικαστικό σύμπαν ειρωνείας, αποδόμησης και ενίοτε σαρκασμού. Από καθαρά ανθρωπολογική σκοπιά, αυτή η πρακτική δεν είναι ουδέτερη. Τα θρησκευτικά σύμβολα, ιδίως σε κοινωνίες όπως η κυπριακή, δεν λειτουργούν ως απλά εικονιστικά μοτίβα, αλλά ως φορείς συλλογικής μνήμης, κοινωνικής συνοχής και υπαρξιακού νοήματος. Για παράδειγμα, οι εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, και των Αγίων δεν είναι απλώς αισθητικά αντικείμενα. Είναι σύμβολα που συγκροτούν ταυτότητα, κοινότητα και αξιακό προσανατολισμό.
Η ανθρωπολογία των συμβόλων μάς διδάσκει ότι όταν ένα τέτοιο σύμβολο αποδομείται δημόσια χωρίς να υπάρχει κοινά αποδεκτό πλαίσιο ερμηνείας, το αποτέλεσμα δεν είναι διάλογος, αλλά ρήξη. Η αποϊεροποίηση ενός ιερού συμβόλου βιώνεται από την κοινότητα όχι ως κριτική ιδέα, αλλά ως προσβολή της ίδιας της κοινωνικής της συνοχής. Σ’ αυτό το επίπεδο, οι αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν δεν μπορούν να αποδοθούν απλώς σε φανατισμό ή έλλειψη παιδείας. Αποτελούν προβλέψιμη κοινωνική αντίδραση σε μια πράξη συμβολικής βίας, με την έννοια που αποδίδει ο όρος στην κοινωνική θεωρία. Μια πράξη, δηλαδή, που αμφισβητεί δημόσια τις θεμελιώδεις σημασίες πάνω στις οποίες συγκροτείται η κοινότητα.
Η πρόκληση, μέσω ενός εικαστικού έργου, δεν είναι αυτονόητα καλλιτεχνική αξία. Όταν η πρόκληση δεν συνοδεύεται από σαφή πρόθεση διαλόγου, αλλά βασίζεται στην πρόβλεψη της κοινωνικής αγανάκτησης ως μέσο δημοσιότητας, τότε η τέχνη παύει να λειτουργεί ως πεδίο κριτικού στοχασμού και μετατρέπεται σε μηχανισμό πόλωσης. Αυτό δεν αναιρεί το δικαίωμα του καλλιτέχνη να δημιουργεί, αλλά επαναφέρει στο προσκήνιο τον συμβολισμό και την ευθύνη της τέχνης απέναντι στο κοινωνικό της περιβάλλον.
Σ´ αυτό το πλαίσιο, η δήλωση του Υφυπουργείου Πολιτισμού ότι η συζήτηση έχει ξεφύγει με το θέμα να χρειάζεται να κλείσε και ότι η ελευθερία της έκφρασης προστατεύεται από το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, ενώ νομικά είναι ορθή, εντούτοις αποδεικνύεται πολιτισμικά ανεπαρκής. Η ελευθερία της έκφρασης δεν λειτουργεί σε κοινωνικό κενό. Το ίδιο το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο αναγνωρίζει ότι η άσκησή της οφείλει να λαμβάνει υπόψη την προστασία της κοινωνικής ειρήνης και των δικαιωμάτων των άλλων. Η επίκληση του Συντάγματος ως τελικής απάντησης σ´ ένα ζήτημα βαθιά πολιτισμικό, συνιστά αποφυγή ουσιαστικής πολιτικής τοποθέτησης.
Η κοινωνική ένταση που προκλήθηκε δεν είναι αποτέλεσμα παρεξήγησης, αλλά αποτέλεσμα σύγκρουσης αξιακών συστημάτων. Από τη μια πλευρά, ένα ρεύμα καλλιτεχνικής έκφρασης που αντιλαμβάνεται την αποδόμηση του ιερού ως πράξη απελευθέρωσης. Από την άλλη, μια κοινωνία που εξακολουθεί να νοηματοδοτεί την ιστορική της επιβίωση, την οικογένεια, την πίστη, το πένθος και την ελπίδα μέσα από αυτά τα ίδια τα σύμβολα. Η αντίδραση, επομένως, δεν είναι απλώς συναισθηματική, αλλά πολιτισμικά αιτιολογημένη. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι απειλές ή ο εκφοβισμός μπορούν να γίνουν ανεκτά. Όμως η καταδίκη των ακραίων εκδηλώσεων δεν μπορεί να συνοδεύεται από απαξίωση της ουσίας των αντιδράσεων. Όταν η Πολιτεία εμφανίζεται να υπερασπίζεται μονομερώς το δικαίωμα της πρόκλησης, χωρίς να αναγνωρίζει το βάθος της κοινωνικής προσβολής, ενισχύει την αίσθηση πολιτισμικής περιφρόνησης και οδηγεί σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση.
Η ενδεδειγμένη στάση του Υφυπουργείου Πολιτισμού θα πρέπει να κινηθεί σε διαφορετική κατεύθυνση. Όχι προς τη λογοκρισία ή την υπεκφυγή, αλλά προς τη θεσμική υπευθυνότητα. Το Υφυπουργείο οφείλει, επισημαίνοντας το συνταγματικό και νομικό πλαίσιο, να αναγνωρίσει ρητά ότι τα συγκεκριμένα εικαστικά έργα, λόγω του συμβολισμού τους, δικαιολογούν την κοινωνική ενόχληση και ότι οι αντιδράσεις δεν είναι εξ ορισμού προϊόν μισαλλοδοξίας. Παράλληλα, οφείλει να θέσει σαφές πλαίσιο για το πώς δημόσιοι ή ημιδημόσιοι πολιτιστικοί χώροι διαχειρίζονται έργα που αγγίζουν ιερά σύμβολα, ώστε η διαχείριση να γίνεται με διαφάνεια, προειδοποίηση και επεξηγηματικό λόγο.
Ρεαλιστικά, το Υφυπουργείο μπορεί να εισηγηθεί διαδικασίες πολιτισμικής διαμεσολάβησης, όπου έργα υψηλής συμβολικής φόρτισης συνοδεύονται από δημόσιες συζητήσεις ειδικών, επιστημονικές ερμηνείες και σαφή δήλωση πρόθεσης του καλλιτέχνη. Μπορεί, επίσης, να διαχωρίσει καθαρά την υπεράσπιση της καλλιτεχνικής ελευθερίας από την άκριτη χρηματοδότηση ή θεσμική προβολή έργων που προκαλούν βαθύ κοινωνικό διχασμό, χωρίς αντίστοιχη επιβεβαιωμένη προστιθέμενη πολιτιστική αξία.
Συμπερασματικά, ο πολιτισμός δεν είναι μόνο πεδίο ελευθερίας, αλλά και πεδίο ευθύνης. Η συγκεκριμένη υπόθεση κατέδειξε ότι η κυπριακή κοινωνία δεν απορρίπτει την τέχνη, αλλά αντιδρά όταν αισθάνεται ότι τα σύμβολά της χρησιμοποιούνται όχι για προβληματισμό και διάλογο, αλλά για πρόκληση. Το ζητούμενο δεν είναι να «κλείσει» η συζήτηση, αλλά να ωριμάσει. Και αυτό είναι καθήκον πρώτα και κύρια της Πολιτείας.
*Καθηγητής-ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης