Αναλύσεις

Μια αστεία χώρα σε σοβαρούς καιρούς

Λίγος χρόνος απομένει μέχρι τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές και το πολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται προκαλεί περισσότερο προβληματισμό παρά ελπίδα. Είτε κοιτάξει κανείς πίσω, είτε επιχειρήσει να διακρίνει το αύριο, η αίσθηση που κυριαρχεί είναι βαριά. Η χώρα μοιάζει εγκλωβισμένη ανάμεσα σε ένα παρελθόν γεμάτο χαμένες ευκαιρίες και σε ένα μέλλον που δεν πείθει ότι θα είναι καλύτερο.

Ανατρέχοντας στα προηγούμενα χρόνια, τα γεγονότα που στιγμάτισαν τον δημόσιο βίο είναι γνωστά: θεσμικές εκτροπές, σκάνδαλα, ελλείμματα αξιοπιστίας, πρόχειρες πολιτικές αποφάσεις που κόστισαν οικονομικά και κοινωνικά. Όλα αυτά συνέβαλαν όχι μόνο στην υλική ζημιά, αλλά και στη διάβρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα. Η Κύπρος δεν έγινε απλώς φτωχότερη· έγινε πιο καχύποπτη, πιο κουρασμένη και πιο ευάλωτη στον εύκολο λόγο.

Ακόμη πιο ανησυχητική, ωστόσο, είναι η εικόνα όταν στρέφεται το βλέμμα προς το παρόν και το άμεσο μέλλον. Η προεκλογική περίοδος, που κανονικά θα έπρεπε να αποτελεί πεδίο ουσιαστικού διαλόγου, προγραμματικών θέσεων και σοβαρών προτάσεων, συχνά μετατρέπεται σε θέαμα. Το κοινοβούλιο παρουσιάζεται όχι ως χώρος ευθύνης και λογοδοσίας, αλλά ως σκηνή προσωπικής προβολής.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η εμφάνιση υποψηφίων που βασίζουν σχεδόν αποκλειστικά την πολιτική τους παρουσία στη διαδικτυακή απήχηση και στην επικοινωνιακή υπερβολή. Με λόγο απλοϊκό, εικόνα προσεκτικά σκηνοθετημένη και συνεχή ροή βίντεο και μηνυμάτων, επιχειρούν να πείσουν – κυρίως τη νεολαία – ότι αποτελούν τη ριζική τομή με το «παλιό σύστημα». Η πολιτική, όμως, δεν είναι παράσταση ούτε παιχνίδι εντυπώσεων. Και η αλλαγή ενός συστήματος δεν επιτυγχάνεται με συνθήματα, αλλά με γνώση, συνέπεια και σχέδιο.

Το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι κατά πόσο αυτή η νέα μορφή πολιτικής παρουσίας συνοδεύεται από ουσιαστικές θέσεις και πραγματική διάθεση προσφοράς. Πέρα από τη δημοσιότητα και την επιρροή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σπανίως ακούγονται ξεκάθαρες απαντήσεις για κρίσιμα ζητήματα: οικονομία, κοινωνική πολιτική, θεσμικές μεταρρυθμίσεις, εθνικά θέματα. Η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στη συγκίνηση ή στην οργή που μπορεί να προκαλέσει ένα βίντεο· απαιτεί λογοδοσία και σαφή προσανατολισμό.

Ο κίνδυνος είναι προφανής. Όταν η αγανάκτηση των πολιτών συναντά τον λαϊκισμό, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η είσοδος στο κοινοβούλιο προσώπων που δεν διαθέτουν ούτε την εμπειρία ούτε την αντίληψη του θεσμικού τους ρόλου. Τότε, η Βουλή κινδυνεύει να υποβαθμιστεί, όχι μόνο σε επίπεδο κύρους, αλλά και λειτουργικότητας. Και όταν αυτό γίνει αντιληπτό από όσους παρασύρθηκαν από την εύκολη υπόσχεση της «ολικής ανατροπής», ίσως να είναι αργά για διορθώσεις.

Βεβαίως, η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τους νέους και γραφικούς επίδοξους «σωτήρες». Τα παραδοσιακά κόμματα και οι επαγγελματίες πολιτικοί οφείλουν να αναλογιστούν τον ρόλο τους στη διαμόρφωση αυτής της πραγματικότητας. Όταν παραπονιούνται για την απαξίωση και την απομάκρυνση των πολιτών, οφείλουν ταυτόχρονα να αναζητούν τις αιτίες. Και αυτές οι αιτίες βρίσκονται, σε μεγάλο βαθμό, στον τρόπο που πολιτεύτηκαν: στην αλαζονεία, στη μικροπολιτική, στην απουσία αυτοκριτικής, στην αδυναμία να αφουγκραστούν τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Η κρίση εμπιστοσύνης δεν γεννήθηκε τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα συμπεριφορών που επαναλήφθηκαν, υποσχέσεων που δεν τηρήθηκαν και ευθυνών που δεν αναλήφθηκαν. Σε μια περίοδο κρίσιμη για τον τόπο, άλλοι θα έπρεπε να είναι οι πολιτικοί που διεκδικούν ρόλο και λόγο στα κοινά. Πολιτικοί με γνώση, σοβαρότητα και αίσθηση καθήκοντος. Όχι πρόσωπα που επενδύουν στην απαξίωση των θεσμών για να αντλήσουν προσωπικό όφελος.

Το τι θα επακολουθήσει μετά τις βουλευτικές εκλογές δεν είναι ζήτημα τύχης. Θα είναι το άμεσο αποτέλεσμα των επιλογών που θα γίνουν. Την κύρια ευθύνη θα τη φέρουν τα κόμματα και οι πολιτικοί, αλλά και οι πολίτες που με τη ψήφο τους θα καθορίσουν ποιοι θα εκπροσωπούν τη χώρα στο ανώτατο νομοθετικό σώμα. Η ψήφος δεν είναι πράξη διαμαρτυρίας χωρίς συνέπειες· είναι πράξη ευθύνης με μακροπρόθεσμο αντίκτυπο.

Σε σοβαρούς καιρούς, η χώρα δεν αντέχει να φαντάζει αστεία. Αν η πολιτική συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως θέαμα, τότε οι επιπτώσεις δεν θα είναι καθόλου διασκεδαστικές. Θα είναι, για ακόμη μια φορά, βαριές για τον τόπο και τους πολίτες του.