Γεωπολιτική της θάλασσας: Η κρίση του Σουέζ
Η κορύφωση της κρίσης ξέσπασε τον Οκτώβριο του 1956, όταν βρετανικές και γαλλικές δυνάμεις επιχείρησαν να ξαναθέσουν υπό τον έλεγχό τους τη Διώρυγα.
H Διώρυγα του Σουέζ, μήκους 162 χιλιομέτρων, η οποία ενώνει τη Μεσόγειο με την Ερυθρά Θάλασσα και κατ’ επέκτασιν την Ανατολή με τη Δύση, κατασκευάστηκε με σχέδια του Γάλλου μηχανικού Φερδινάνδου ντε Λεσέψ το 1859 και τα επίσημα εγκαίνιά της έγιναν το 1869 από την Αυτοκράτειρα της Γαλλίας Ευγενία, σύζυγο του Ναπολέοντα Γ΄ και εξαδέλφη του Λεσέψ. Η κατασκευή της προκάλεσε μεγάλες γεωπολιτικές αλλαγές, με αποτέλεσμα να αλλάξει τον ρουν της ιστορίας της Μέσης Ανατολής.
Η στρατηγική σημασία της Διώρυγας του Σουέζ έγκειται στο ότι μείωσε τις αποστάσεις από τον Περσικό Κόλπο στη Μεσόγειο, που μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδος ήταν 10.800 μίλια, σε 4.700 μίλια και Περσικού Κόλπου - Ευρώπης από 11.100 μίλια σε 6.400 μίλια, καθώς επίσης την απόσταση Μεσογείου – Δυτικών ακτών της Αμερικής από 12.000 μίλια στα 8.300 μίλια.
Η ίδρυση της «Διεθνούς Εταιρείας της Διώρυγας του Σουέζ», την οποία ήλεγχαν οι Γάλλοι, είχε τον αποκλειστικό έλεγχο της Διώρυγας. H Βρετανία αρχικώς είχε αντιδράσει στην κατασκευή της Διώρυγας θεωρώντας την προγεφύρωμα της Γαλλίας στη Μέση Ανατολή και άρα έμμεση απειλή για τα συμφέροντά της στην Ινδία. Όταν όμως το 1875 ο Χεδίβης της Αιγύπτου πρόσφερε προς πώληση το 40% των μετοχών της εταιρείας, το οποίο κατείχε, ο Βρετανός Πρωθυπουργός, Βενιαμίν Ντισραέλι, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και αγόρασε τις μετοχές για το αγγλικό Δημόσιο καθιστώντας τη χώρα του τον μεγαλύτερο μέτοχο της εταιρείας.
Η εθνικοποίησή της το καλοκαίρι του 1956 από τον Γκαμαέλ Άμντελ Νάσσερ προκάλεσε μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις του Ψυχρού Πολέμου και κατέδειξε τα όρια μεταξύ των συμμάχων του Δυτικού συνασπισμού. Η κορύφωση της κρίσης ξέσπασε τον Οκτώβριο του 1956, όταν βρετανικές και γαλλικές δυνάμεις επιχείρησαν να ξαναθέσουν υπό τον έλεγχό τους τη Διώρυγα. Η στρατιωτική επέμβαση των Γάλλων και των Βρετανών έπρεπε να γίνει, όμως, βάσει κάποιου προσχήματος. Το πρόσχημα που τελικά βρέθηκε βασίστηκε σε ένα πλάνο, εν γνώσει του οποίου ήταν μονάχα οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ισραηλινοί: το Ισραήλ εισέβαλε στην Αίγυπτο (Χερσόνησο του Σινά) και άρχισε να προελαύνει προς τη Διώρυγα. Στη συνέχεια εισέβαλαν στη χώρα η Γαλλία και η Βρετανία, με πρόσχημα να φέρουν την ειρήνη μεταξύ των δύο πλευρών, με σκοπό βεβαίως να καταλάβουν τη Διώρυγα για να «διασφαλιστεί η ελευθερία της ναυσιπλοΐας» μέσω αυτής. Τελικά, η απειλή επέμβασης από τη Σοβιετική Ένωση ανάγκασε τους Αμερικανούς να πιέσουν Άγγλους και Γάλλους να συμβιβαστούν με τον Νάσσερ.
Η κρίση του Σουέζ αποτέλεσε, μέχρι και τον Πόλεμο στα Νησιά Φώκλαντς (1981), την τελευταία σημαντική προσπάθεια της Βρετανίας να επιβάλει τη στρατιωτική της ισχύ στο εξωτερικό χωρίς την αμερικανική υποστήριξη. Το γεγονός αυτό εξηγεί και τη μεταβολή στην άσκηση της ηγεμονικής ισχύος της Βρετανίας. Με άλλα λόγια, η κρίση του Σουέζ σηματοδότησε μία καθοριστική αλλαγή στο διεθνές σύστημα, τη μετατροπή της Βρετανίας από υπερδύναμη σε μεσαία δύναμη του διεθνούς συστήματος και την ταχεία ανάδειξη των ΗΠΑ σε παγκόσμια υπερδύναμη.
Επιπλέον, η κρίση κατέδειξε την αδυναμία της ΝΑΤΟϊκής συμμαχίας να διαμορφώσει συνεκτικό στρατηγικό σχεδιασμό και αποδοτική συνεργασία μεταξύ των μελών της για επιχειρήσεις έξω από την Ευρώπη. Από πλευράς Γαλλίας, τα γεγονότα του Σουέζ απέδειξαν ότι η Γαλλία δεν θα μπορούσε πλέον να υπολογίζει στους ισχυρούς συμμάχους της, ειδικά στις ΗΠΑ, όταν επεδίωκε να προωθήσει με στρατιωτικά μέσα τα εθνικά της συμφέροντα.
Αυτό οδήγησε τη Γαλλία ν’ αποχωρήσει από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ με σκοπό να προστατεύσει τα συμφέροντά της. Το αποτέλεσμα της κρίσης ανέδειξε τον Νάσσερ σε ηγετική μορφή στον αραβικό κόσμο, διευκολύνοντάς τον να προωθήσει την ιδεολογία της αραβικής ενότητας (παναραβισμό) και να ενισχύσει την αντιπαράθεση με το Ισραήλ και τη Δύση. Η νίκη του Νάσσερ επιτάχυνε τη διαδικασία αποαποικιοποίησης στη Μέση Ανατολή, καθώς οι εναπομείνασες αποικίες της Βρετανίας και της Γαλλίας εξασφάλισαν την ανεξαρτησία τους συντόμως στα επόμενα χρόνια. Μετά το Σουέζ, το Άντεν και η Κύπρος έγιναν οι κύριες Βάσεις της Βρετανίας στην περιοχή, ενώ για τη Γαλλία, η Βηρυτός και η Τυνησία.
Ο Αμερικανός τότε Πρόεδρος, Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, μετά το τέλος της θητείας του, παραδέχθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε την κρίση ήταν ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της εξωτερικής του πολιτικής. Όχι μόνο διότι αποδυνάμωσε δύο σημαντικούς συμμάχους των ΗΠΑ, αλλά διότι έδωσε την ευκαιρία και τη δυνατότητα στον Νάσσερ ν’ αναδυθεί σε ηγετική μορφή στον αραβικό κόσμο, να επηρεάσει καθοριστικά στην πορεία τις εσωτερικές εξελίξεις πολλών αραβικών κρατών και, επιπλέον, να διευκολυνθεί η Σοβιετική Ένωση να διεισδύσει πολύ στη Μέση Ανατολή.