Η Κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου ενισχύει την Κύπρο με την ένδοξη Ελληνική Μεραρχία
Η τουρκοανταρσία/πραξηκόπημα στην Κύπρο παραμονές Χριστουγέννων του 1963, βρήκε την Ελλάδα σε μια κατάσταση πολιτικής αστάθειας και γενικής κρίσης που είχε τις επιπτώσεις της και στο Κυπριακό. Παρ΄ όλα αυτά η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου έλαβε σημαντικές αποφάσεις και προχώρησε σε έμπρακτες πρωτοβουλίες που θωράκισαν την ευάλωτη άμυνα της Μεγαλονήσου.
Στις 11 Απριλίου 1964, πραγματοποιείται στην Αθήνα σύσκεψη κορυφής όπου ο Μακάριος ενημερώνεται για την απόφαση της Αθήνας να ενισχύσει την Κύπρο με Ελληνικά στρατεύματα. Παπανδρέου και Μακάριος συμφωνούν ότι «κοινός στόχος θα πρέπει να είναι η διεκδίκηση της πλήρους ανεξαρτησίας της Κύπρου, περιλαμβανομένου του δικαιώματος του Κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση». Στην σελίδα 37, τεύχος 67, του περιοδικού «Στρατιωτική Ιστορία» διαβάζουμε: «… η Μεραρχία, είχε και πολιτικό στόχο, εκτός από τη διασφάλιση της άμυνας. Και ο στόχος ήταν η διά της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στην Κύπρο άσκηση πίεσης στην Τουρκία προς αποδοχή του ζητούμενου από την ελληνική κυβέρνηση. Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου και ο Γεώργιος Παπανδρέου επέλεξαν και ακολούθησαν πολιτική Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα».
Θετική για την κάθοδο Ελληνικού Στρατού στην Κύπρο υπήρξε και η στάση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Για την ορθότητα της απόφασης να σταλούν εξ Ελλάδος στρατιώτες στην Κύπρο, διαφώνησαν ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο Άγγελος Βλάχος και άλλοι που έβλεπαν την Κύπρο σαν βάρος και όχι σαν την ακρότατη εσχατιά του ελληνισμού.
Λίγες μέρες αργότερα τίθεται σε εφαρμογή το σχέδιο μυστικής αποστολής Ελληνικού στρατού στο νησί. Η αποστολή μεθοδεύθηκε από τον τότε αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού Στρατηγό Ιωάννη Γεννηματά- με εξαιρετικά επιτυχή τρόπο. Όλοι οι εξ Ελλάδος στρατιώτες απέκτησαν κυπριακές ταυτότητες και μεταφέρθηκαν στην Κύπρο με πλοία του εφοπλιστή Ποταμιάνου. Η Ελληνική στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο είναι πλέον γεγονός. Μια πλήρως εξοπλισμένη στρατιωτική δύναμη, γνωστή με το όνομα «Ελληνική Μεραρχία», δημιουργεί για πρώτη φορά, ύστερα από αιώνες, συνθήκες πραγματικής ασφάλειας και ανυψώνει υπέρμετρα το ηθικό του Κυπριακού Ελληνισμού. Οι επιτελείς του στρατού δηλώνουν βέβαιοι ότι η Μεραρχία ήταν σε θέση να αποκρούσει κάθε επιθετική ενέργεια της Τουρκίας και να προωθήσει την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Για τη συνολική αριθμητική δύναμη της Μεραρχίας υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις. Το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας (Γ.Ε.ΕΘ.Α.) κάνει αναφορά για 8.300 άνδρες και το επίσημο πόρισμα της Βουλής για τον «Φάκελο της Κύπρου» (31.10.1988) ανεβάζει τον αριθμό σε 8.500 άνδρες. Ο Γ. Γ. του Ο.Η.Ε. σε έκθεσή του στις 11 Μαρτίου του 1965, αναφέρεται σε δύναμη 10.000 Ανδρών, ενώ οι Τούρκοι τους υπολόγιζαν σε 10.000-15.000. Η Ελληνική Μεραρχία ενισχύθηκε με όλα τα μέσα (πυροβόλα, άρματα, κ.λπ.) και κατασκευάσθηκαν και τα απαραίτητα οχυρωματικά έργα.
Οι Τούρκοι άρχισαν για πρώτη φορά να ανησυχούν και να απογοητεύονται. Οι δηλώσεις του Νιχάτ Ερίμ, Τούρκου αντιπροσώπου στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης τον Ιούλιο του 1964, ο οποίος απευθυνόμενος προς τους Αμερικανούς εξέφραζε τη δυσαρέσκειά του επειδή επέτρεψαν στους Έλληνες να προχωρήσουν σε στρατιωτική κατάληψη της Κύπρου, είναι ενδεικτικές της ανησυχίας της Άγκυρας. Ο Ερίμ, ομολόγησε ο Τούρκος πρωθυπουργός Ινονού, του εκμυστηρεύθηκε ότι η Τουρκία δεν είχε τη δυνατότητα, τότε, να επιχειρήσει με επιτυχία αποβατική επιχείρηση κατά της Κύπρου.
Η περίοδος εκείνη, από το φθινόπωρο του 1964 ως τον προτελευταίο μήνα του 1967, ήταν πολύ ευνοϊκή για την εξέλιξη του προβλήματος της Κύπρου. Η παρουσία ισχυρών ελλαδικών δυνάμεων στο νησί και η οδυνηρή -«διατεταγμένη», ωστόσο, από τον Ντενκτάς και την Άγκυρα- απομόνωση των Τουρκοκυπρίων σε κλειστούς θύλακες, κατάσταση που δεν θα μπορούσαν να την αντέξουν οικονομικά και ηθικά οι ίδιοι οι εγκλεισμένοι, υποχρέωσε την τουρκική κυβέρνηση να δεχθεί να συζητηθεί το πρόβλημα της Κύπρου σε επίπεδο υπουργών των Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας. Όχι το Συνταγματικό -αυτό είχε γίνει, με την τολμηρή πρωτοβουλία του Μακάριου, πρόβλημα εσωτερικού δικαίου- αλλά η αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού, η Ένωση. Η συνάντηση του ναυάρχου Ι. Τούμπα, υπουργού των Εξωτερικών στην κυβέρνηση Στέφανου Στεφανόπουλου, με τον Τούρκο συνάδελφό του, αν και δεν εδέσμευσε την Τουρκία σε τίποτε, ήταν δείγμα αδυναμίας της ή ίσως και μια καλή αρχή.
Όλα αυτά ωστόσο άλλαξαν όταν η εξουσία στην Αθήνα καταλήφθηκε πραξικοπηματικώς από τους στρατιωτικούς οι οποίοι, μετά το φιάσκο του Έβρου και την προβοκάτσια της Κοφίνου τον Νοέμβριο του 1967, απέσυραν, ύστερα από τις τουρκικές απειλές, χωρίς καμιά απολύτως αντίδραση, μέσα σε διάστημα 45 ημερών και τον τελευταίο εξ Ελλάδος στρατιώτη από την Κύπρο … Διότι σύμφωνα με τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, «η Τουρκία μάς απείλησε με πόλεμο!» Οι συνταγματάρχες, για τους δικούς τους λόγους, ήθελαν να στερήσουν από τον Μακάριο την ελληνική στρατιωτική στήριξη επί της νήσου. Και ο Μακάριος με τη σειρά του πίστευε ότι και χωρίς την ελληνική δύναμη η Μεγαλόνησος δεν κινδύνευε, κι αυτό ήταν σίγουρα ένα από τα τραγικά λάθη του …
Η γαλλική εφημερίδα «Le Figaro» έγραψε για το θέμα της Μεραρχίας: «Είναι απίστευτη η ταχύτητα με την οποία η Ελλάδα έσπευσε να αποδεχθεί τους τουρκικούς όρους».
Στο πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων η οποία ασχολήθηκε με τον Φάκελο της Κύπρου στα χρόνια 1986-1988, η ανάκληση της Μεραρχίας χαρακτηρίζεται ως μία πράξη Εθνικώς απαράδεκτη (ενσαρκώνει πράξη εθνικής ντροπής), που άφησε ανοχύρωτη την Κύπρο, έρμαιο στις ορέξεις των Τούρκων.
Δεν ήταν μόνο ο Μακάριος που ήθελε να φύγουν οι Έλληνες αξιωματικοί από την Κύπρο. Ήθελα κι εγώ! Έχω ήδη αναφέρει ότι επίστευα πως κάποιαν στιγμήν η Ελλάς έπρεπε να αμεμπλακή από το πυορρούν αυτό πρόβλημα: δήλωση του αρχηγού στρατού της χούντας, Γρηγόριου Μπονάνου…». Κατά τα άλλα η χούντα δεν ήθελε τον Μακάριο γιατί τον θεωρούσε εμπόδιο στην επίτευξη της Ένωσης!
Υστερόγραφο: Η πλειοψηφία των Ελλήνων της Κύπρου αγκάλιασε με θέρμη τα παιδιά της μητρός πατρίδος, που άφηναν μάνα, πατέρα, αδέλφια, φίλους και συγγενείς σε καιρούς πολύ δύσκολους, για να βρεθούν στην Κύπρο και να την υπερασπισθούν ακόμα και με το αίμα τους. Υπήρξαν, όμως, δυστυχώς και εκείνοι που δεν αναγνώρισαν ως όφειλαν την ανεκτίμητη προσφορά τους. Μια θλιβερή μειοψηφία αγκυλωμένη και εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες ξένες, η οποία κατάφερε να δηλητηριάσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις αδελφές σχέσεις των Ελλήνων Κυπρίων με τους εξ Ελλάδος Συνέλληνες. Οι Ελλαδίτες αξιωματικοί, υπαξιωματικοί, και οπλίτες της ένδοξης Ελληνικής Μεραρχίας σίγουρα άξιζαν περισσότερου σεβασμού και μιας πολύ καλύτερης συμπεριφοράς…..
*Ακαδημαϊκός - Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Από το Μονάγρι Λεμεσού
av.avgoustiνοs@gmail.com