Η γιγαντομαχία του Σκρα (17/5/1918)
Ο θρίαμβος των Ελλήνων και η πανωλεθρία των Βουλγάρων
Στις 17 Μαΐου 1918 τα ελληνικά στρατεύματα του Σώματος της Εθνικής Άμυνας έγραφαν τον θρίαμβο της γιγαντομαχίας του Σκρα ντι Λέγκεν. Μιας γιγαντομαχίας, κατά την οποία οι Βούλγαροι υπέστησαν πανωλεθρία και οι πολεμικές σάλπιγγές τους σήμαναν ταπεινωτική υποχώρηση. Η μάχη αυτή θεωρήθηκε από τους συμμάχους ως η αρχή του τέλους του πολυαίμακτου εκείνου Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Διότι η αμυντική αυτή γραμμή των Βουλγάρων εθεωρείτο απόρθητο φρούριο, ακόμη και από συμμάχους στρατιωτικούς ηγήτορες, που εκτιμούσαν πια ότι η πτώση του Σκρα θα άνοιγε τις πύλες των συμμαχικών στρατευμάτων για προώθηση στ’ Ανατολικά Βαλκάνια. Η περιοχή είχε οργανωθεί αμυντικά από τους Γερμανούς, που είχαν επίσης εκπαιδεύσει και εξοπλίσει τον βουλγαρικό στρατό με πλούσιο σύγχρονο, για την εποχή εκείνη, οπλισμό κάθε είδους.
Μεγάλης σημασίας συμβολή για την ιστορική ελληνική νίκη ήταν η επίσκεψη του Πρωθυπουργού Βενιζέλου, δημιουργού του Στρατού Εθνικής Άμυνας, στο Μέτωπο και ειδικά στον χώρο Μπερζερί, όπου προπαρασκευάζονταν για τη μεγάλη μάχη τα στρατεύματα του Σώματος της Εθνικής Άμυνας. Ο αείμνηστος στρατηγός Δημήτρης Βακάς, λοχαγός τότε, θα γράψει για την επίσκεψη εκείνη του Βενιζέλου: «Ο Εθνάρχης μάς συγκέντρωσε και μας τόνισε ότι έπρεπε να νικήσουμε. Το Σκρα θεωρείται απόρθητο. Ακριβώς διά τον λόγον αυτόν επιβάλλεται να κυριευθή. Διότι έτσι μόνον θ’ αποδειχθεί στους συμμάχους ότι, χάρις εις στον στρατό της Ελλάδος, το Βαλκανικό Μέτωπο ημπορεί να διασπασθεί, αφού το κλειδί του μετώπου αυτού, το απόρθητο Σκρα, δεν θα κατορθώσει ν’ αντισταθή στην εξόρμηση των Ελληνικών Δυνάμεων. Και ο Κυβερνήτης προχώρησε ακόμη πιο πολύ. Μας άνοιξε όλη την καρδιά του. Μίλησε σαν πατέρας στα παιδιά του και μας είπε ότι έπρεπε, με κάθε θυσία, να κυριευθεί η οχυρά τοποθεσία. Όχι μόνο διότι έτσι θ’ ανοίγετο ο δρόμος προς την επιδίωξη των ελληνικών δικαίων, αλλά διότι κατ’ αυτόν τον τρόπον θ’ αποτρεπόταν και ένας σοβαρός κίνδυνος, που απειλούσε την εθνικήν υπόθεσιν».
Η εκπόρθηση του Σκρα αποφασίστηκε από τον φιλέλληνα Γάλλο Αρχιστράτηγο Ανατολής Γκυγιωμά, που συνεργαζόταν στενά με τον Βενιζέλο. Παραμονή της μάχης ο εθνικός Κυβερνήτης δεν απέκρυβε την αγωνία του για την έκβασή της, σε μια συζήτηση με τον επιτελάρχη της Μεραρχίας Αρχιπελάγους, Αχιλλέα Πρωτοσύγγελο, που θα διενεργούσε την κύρια επίθεση, δεν κρατήθηκε και του είπε: «Ως γνωστόν εις τον πόλεμον είναι δύο οι αντίπαλοι και το παιχνίδι του αντιπάλου δεν το αντιλαμβάνεται κανείς, παρά την τελευταίαν στιγμήν. Αυτήν τη φοράν, όμως, κύριε επιτελάρχα, ό,τι και να συμβεί, πρέπει να νικήσωμεν εμείς!...». Γράφει σχετικά ο στρατηγός Βακάς: «Ήταν τόσον έντονος, τόσον κατηγορηματικός και τόσον απηχούσε την ψυχική αγωνίαν του Κυβερνήτου, αγωνία μιας ολοκλήρου φυλής, κλεισμένης μονάχα μέσα σ’ έναν εγκέφαλο και σε μια μεγάλη ελληνική καρδιά, που ο ψυχραιμότατος Πρωτοσύγγελος συνεκλονίσθη ολόκληρος. Επήρεν ενστικτωδώς την στάσιν προσοχής, ύψωσε τον βραχίονα προς το πηλίκιον, εχαιρέτησε και είπε απλά και αποφασιστικά, διερμηνεύοντας το αίσθημα μυριάδων πολεμιστών, που περίμεναν τη διαταγή της επιθέσεως.
- ‘‘Μείνετε ήσυχος, κύριε Πρόεδρε. Έχομεν 90% πιθανότητας επιτυχίας...’’
»Ο Βενιζέλος έσπευσε αμέσως ν’ απομακρυνθεί. Λέγουν ότι η ακολουθία του και οι σκοποί τον είδαν να φεύγει δακρυσμένος…».
Η μεγάλη μέρα
Και ξημέρωσε η μεγάλη μέρα. Ο εχθρός στον όλο τομέα της επίθεσης διέθετε: Πρώτο, τρία συντάγματα βουλγαρικού πεζικού (τα 9ο, 49ο και 54ο) με ισχυρές εφεδρείες, αλλά με τη ραγδαία εξέλιξη της μάχης δεν πρόλαβαν να μετακινηθούν. Κάθε τάγμα των Βουλγάρων διέθετε επιπλέον τρεις λόχους πολυβόλων και έναν λόχο τορπιλοβλητικών μηχανημάτων (8 μηχανήματα).
Στην οχυρωμένη τοποθεσία βρίσκονταν, επιπλέον, ως πολυβόλα τομέων, άλλα 66, από τα οποία 12 τελευταίου τύπου γερμανικής κατασκευής και προέλευσης. Στο Σκρα, ειδικά ως πυροβολικό οι μεν Βούλγαροι διέθεταν 18 βαριές πεδινές πυροβολαρχίες και το 9ο και 209ο σύνταγμα γερμανικού πεδινού πυροβολικού, καθώς και 96 βομβοβόλα. Συγκεκριμένα, ο εχθρός παρέτασσε 248 πυροβόλα και βομβοβόλα. Η δύναμη αυτή του εχθρικού πυροβολικού ήταν εξαιρετικής πυκνότητας, ίση με εκείνην των κυριότερων τομέων επιθέσεως του Δυτικού Μετώπου. Απέναντι στον εχθρικό αυτόν όγκο διατέθηκαν για την επίθεση οι εξής ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις: Πρώτο, το 5ο Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Αρχιπελάγους με διοικητή τον Ε. Τσιμικκάλη και διοικητές ταγμάτων τούς Παπαγιάννη, Ντόζη, Μπάμπαλη, δεύτερο το 6ο Σύνταγμα Πεζικού της ίδιας Μεραρχίας με διοικητή τον Κ. Εξαρχάκη και διοικητές ταγμάτων τούς Πλαστήρα, Καρακούφαν και Τσίπουραν και τρίτο, το 1ο Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Σερρών με διοικητή τον Κονδύλη και ηγήτορες των ταγμάτων τους Ψιάρη, Σκαλτσογιάννη και Βαχάρογλου.
Αυτές οι δυνάμεις διατέθηκαν κατά του κύριου όγκου του Σκρα. Για υποβοήθησή τους, όμως, χρησιμοποιήθηκαν μονάδες με ταυτόχρονες, δευτερεύουσας φύσης, επιθέσεις. Δηλαδή, οι ελληνικές δυνάμεις, που θα εξορμούσαν κατά του Σκρα, είχαν προστασία και ενίσχυση από 244 πυροβόλα όλων των διαμετρημάτων. Η πυκνότητα του πυροβολικού, σε αναλογία με το ανάπτυγμα του μετώπου επιθέσεως, ήταν πρωτοφανής για το Βαλκανικό Μέτωπο. Και αφού συμπληρώθηκαν όλες οι προετοιμασίες, λήφθηκε η οριστική απόφαση της επίθεσης.
Στις 4 η ώρα της 16ης Μαΐου 1918 άρχισε η προπαρασκευή της επιβλητικής επίθεσης του Πυροβολικού, που κράτησε μέχρι τις 7 η ώρα. Όπως απέδειξαν οι φωτογραφίες, η δράση του Πυροβολικού ήταν επιτυχέστατη. Δεν ανέμενε παρά την κορυφαία στιγμή της επίθεσης με την εξόρμηση του Πεζικού. Γράφει ο στρατηγός Βακάς: «Ας δώσω καλύτερα τον λόγο σ’ έναν αυτόπτη μάρτυρα Γάλλο δημοσιογράφο -πολεμικό ανταποκριτή-, ο οποίος με ξένο μάτι παρηκολούθησε την επική τιτανομαχία και περιέγραψε τον θρίαμβο του Σκρα εις την ‘‘Ιλουστρασιόν’’ της 5ης Οκτωβρίου 1917. Είναι συνοπτική η περιγραφή, που κύριο σκοπόν έχει, όχι να υπενθυμίση τας λεπτομερείας των περιλάμπρων εκείνων κατορθωμάτων του Εθνικού Στρατού, αλλά να υπογραμμίση τους αγώνας του Βενιζέλου διά την συγκρότησιν του νέου Ελληνικού Στρατού, την επαφήν του Εθνάρχου με τους πολεμιστάς και την εξιστόρησιν του τρόπου, κατά τον οποίον ο Κυβερνήτης ήξερε να αξιοποιή διπλωματικώς τας επιτυχίας των ελληνικών όπλων:
»Τέλος, η μεγάλη μέρα ξημέρωσε. Την προσδιορισθείσαν ώρα 4.55 της 17ης Μαΐου, μιας μελαγχολικής συννεφιασμένης πρωίας, είδαμε τους Έλληνες στρατιώτες να πηδούν από τα χαρακώματά τους. Ήταν κάτι το εκτάκτως συγκινητικό: Όλοι οι άντρες έκαναν τον σταυρό τους και εξορμούσαν φωνάζοντας ‘‘Αέρα”. Κινητός φραγμός Πυροβολικού, του οποίου ο ρυθμός και η κίνηση είχαν επιμελώς καθορισθεί, συνόδευε βαδίζοντας μπροστά από το φίλιο Πεζικό. Παρά τον ισχυρό φραγμό του εχθρικού πυροβολικού, οι Έλληνες πηδούν, διασχίζουν τον φραγμόν πυρός του εχθρού και μετά δέκα λεπτά της ώρας υψούται προς τον ουρανόν η πρώτη λευκή φωτοβολίδα της νίκης, που σήμαινε: “Αντικειμενικός σκοπός επετεύχθη”».
Από τη στιγμή αυτή, από λεπτό σε λεπτό, οι λευκές φωτοβολίδες, οι ερματισμένοι φάκελοι των αεροπλάνων, τα τηλεφωνήματα, διαδέχονται το ένα το άλλο. Σε διάστημα μισής ώρας όλοι οι πρώτοι αντικειμενικοί σκοποί επιτεύχθηκαν με ασυγκράτητη, απερίγραπτη ορμή. Αλλά οι Έλληνες δεν σταματούν. Τα στρατεύματά τους μεθυσμένα από τη νίκη εξακολουθούν την προέλασή τους, επεκτείνουν την επιτυχία τους, κυριεύουν διαδοχικά τα απόρθητα για όλον τον Στρατό της Ανατολής οχυρωματικά έργα.- Ουρβάζ Μλπαν -, Καντριατέρ, Τούμουλους, Μπιτόν Νενυντέ, Σερφ Βολάν, Μπος Ποσέτ, Καγιού Μπλαντ, Λατίγ και άλλα. Όλα αφάνταστα οχυρωμένα φρούρια, όπου οι Έλληνες αιφνιδιάζουν μέσα στα καταφύγια, που ήταν σκαμμένα μέσα σε βράχους σε βάθος δέκα μέτρων, τις βουλγαρικές φρουρές. Οι εχθρικές μονάδες είχαν πτοηθεί από τον προηγηθέντα καταιγιστικό βομβαρδισμό και, κατάπληκτες από την αιφνίδια εμφάνιση των Ελλήνων πεζών, πετούσαν πια τα όπλα και παραδίδονταν αθρόα. Προβλέπονταν 700-800 αιχμάλωτοι και η πρόχειρη πρώτη απαρίθμηση παρουσιάζει 600, κατόπιν αμέσως διαδοχικά, 800, 1.000, 1.500, 2.000, 2.700, που σε μακρές σειρές οδηγούνται στα μετόπισθεν. Έτσι, πολύ γρήγορα, κατορθώνεται ν’ ανασυγκροτηθεί ένα στρατόπεδο των αιχμαλώτων, ένα ολόκληρο σύνταγμα πεζικού με τα στελέχη των διμοιριών και ενωμοτιών του πλήρη.
Οι απώλειες των Ελλήνω ανήλθαν σε 700 νεκρούς, από τους οποίους 60 αξιωματικοί και 1.400 τραυματίες.
Ο στρατηγός Δημήτρης Βακάς, λοχαγός τότε, θα γράψει αργότερα στο βιβλίο του «Η Μεγάλη Ελλάς - Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πολεμικός Ηγέτης», για τον ελληνικό θρίαμβο στο Σκρα: «Εχύθη βέβαια αίμα, αλλ’ η επιτυχία υπήρξε περιφανής. Προ πάντων η ορμή των εθνικών δυνάμεων και το επιθετικό τους πνεύμα ήταν κάτι το ασύλληπτον. Υπάρχει σχετικώς ένα εύγλωττο επεισόδιο, που χαρακτηρίζει εναργέστατα την θυελλώδη μορφήν, που είχε η επική εξόρμηση των ελληνικών τμημάτων. Αρχηγός του Συμμαχικού Πυροβολικού της Μεραρχίας Αρχιπελάγους ήταν ο Γάλλος συνταγματάρχης Λοτ. Ενώ βρισκόταν λοιπόν στον Σταθμό της Διοίκησής του, παρά το Πουάντ-Ο, με το ακουστικό στα χέρια, ετοιμάστηκε να διατάξει ορισμένες Πυροβολαρχίες να συγκεντρώσουν τα πυρά τους κατά ειδικών θέσεων του εχθρού, που ήταν περισσότερο οχυρωμένες. Ήθελε με αυτά τα μέσα να υποβηθήσει την επίθεση του ελληνικού Πεζικού, που είχε αρχίσει πριν από λίγη ώρα, και να εξουδετερώσει τη βουλγαρική αντίσταση σ’ εκείνα τα σημεία της μάχης. Μόλις, όμως, άρχισε να εκδηλώνει αυτήν την πρόθεσή του, τον διέκοψε κάποιος από τους επιτελείς του με την παρατήρηση ότι επερίττευε η βολή του Πυροβολικού, διότι το ελληνικό Πεζικό ευρίσκετο ήδη επί των οχυρωτάτων αυτών θέσεων και εμάχετο εκ του συστάδην με τους Βουλγάρους. Ο Γάλλος συνταγματάρχης έμεινε εμβρόντητος, πετάχτηκε επάνω και φώναξε: “Είναι αδύνατον. Είναι αδύνατον, αλλά είναι αληθινό!’’».
Τη νίκη του Σκρα πανηγύρισαν όχι μόνο οι Έλληνες, αλλά και όλοι οι Σύμμαχοι, οι οποίοι δεν απέκρυβαν τον θαυμασμό τους για τον θρίαμβο του Στρατού Εθνικής Άμυνας, που είχε δημιουργήσει ο δαιμόνιος Εθνικός Κυβερνήτης Ελευθέριος Βενιζέλος.
(Η νίκη του Σκρα άνοιξε τον δρόμο της συντριβής των Γερμανοβουλγάρων στο Ανατολικό Μέτωπο).
Ο διοικητής της Μεραρχίας Αρχιπελάγους, αντιστράτηγος Δημήτρης Ιωάννου.