Αναλύσεις

Πολιτική πόλωση και θεσμική αντοχή

Οι συνεχείς αλληλοκατηγορίες και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις δεν είναι πλέον βιώσιμες για την Κύπρο του 2025. Το πολιτικό σύστημα πρέπει να βρει τρόπους να υπερβεί τις ιδεολογικές και κομματικές διαφορές και να αναδείξει μια νέα πολιτική κουλτούρα συνεργασίας και συνέργειας.

Οι σχέσεις κυβέρνησης, συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης στην Κύπρο το 2025 αποτελούν ένα πεδίο έντονης πολιτικής αλληλεπίδρασης και δυναμικής, με ιδιαίτερη σημασία για την πορεία της χώρας και την αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος. Στην παρούσα φάση, η Kυβέρνηση, που σχηματίστηκε μετά τις προεδρικές εκλογές του 2023, βρίσκεται σε μία ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση. Με τον Δημοκρατικό Συναγερμό (ΔΗΣΥ) εκτός Κυβέρνησης και την πολιτική του γραμμή να βρίσκεται σε διαρκή αντιπαράθεση με την Κυβέρνηση, και το έντονα αντιπολιτευόμενο ΑΚΕΛ να της επιτίθεται σφοδρά, το πολιτικό σκηνικό της Κύπρου χαρακτηρίζεται από υψηλή πόλωση και σφοδρές αντιπαραθέσεις. Η κατάσταση αυτή επηρεάζει τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες και τις πολιτικές εξελίξεις σε κρίσιμους τομείς, ενώ θέτει σε αμφισβήτηση τη δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.

Η Κυβέρνηση, αν και προέρχεται από τον ανεξάρτητο πολιτικό χώρο, έχει προσπαθήσει να εξασφαλίσει συνεργασία με τα κόμματα της συμπολίτευσης, επικεντρώνοντας την πολιτική της σε μεταρρυθμίσεις και στην ενίσχυση της οικονομικής σταθερότητας. Ωστόσο, η παρουσία του ΔΗΣΥ ως ισχυρού κόμματος της αντιπολίτευσης έχει καταστήσει δύσκολη την επίτευξη συναίνεσης για αρκετές κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Ο ΔΗΣΥ, αν και εξωτερικός παρατηρητής της Κυβέρνησης, έχει αναλάβει έναν ενισχυμένο ρόλο στην αντιπολίτευση, καταγγέλλοντας συχνά κυβερνητικές αποφάσεις και προτείνοντας εναλλακτικές πολιτικές λύσεις. Οι επικρίσεις του ΔΗΣΥ έχουν επικεντρωθεί κυρίως σε ζητήματα οικονομικής διαχείρισης, αναπτυξιακών προγραμμάτων και μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα, η κριτική που ασκεί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης γίνεται όλο και πιο έντονη και επικεντρώνεται σε αδυναμία της Κυβέρνησης να προχωρήσει σε βαθιές και τολμηρές αλλαγές, κάτι που έχει ενισχύσει τη ρητορική τής αντιπολίτευσης και την πολιτική ένταση στη χώρα. Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι οι πολιτικές της Κυβέρνησης που χρειάζονται χρόνο να ολοκληρωθούν, αναπόφευκτα δεν μπορούν να έχουν άμεσες δραστικές επιπτώσεις στη βελτίωση της άσχημης οικονομικής κατάστασης των πολιτών, χρησιμοποιείται από το ΑΚΕΛ ως εφαλτήριο για συστηματική επιθετική αντιπολίτευση κατά της Κυβέρνησης. Οι συνεχείς, σχεδόν αυτόματες, επιθέσεις της αντιπολίτευσης κατά της Κυβέρνησης οδήγησαν και στη διαμόρφωση απαρέσκειας στους πολίτες απέναντι στον Πρόεδρο και την Κυβέρνησή του, που μεταφράζεται και σε πτώση της δημοτικότητάς τους.

Αντίθετα, τα κόμματα που βρίσκονται στην κυβερνητική πλευρά, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗΚΟ), η Δημοκρατική Παράταξη (ΔΗΠΑ) και η ΕΔΕΚ, αν και ανεπαίσθητα, προσπαθούν να συντονίσουν τις ενέργειές τους για την επίτευξη μιας πιο συνεργατικής πολιτικής ατζέντας. Η Κυβέρνηση, παρόλο που τούτο επηρεάζει αρνητικά τη σύσταση του κυβερνητικού σχήματος, προσπαθεί να ενσωματώσει τις διαφορετικές πολιτικές θέσεις και τις προτεραιότητες των συμπολιτευόμενων κομμάτων, με στόχο τη διασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας και την προώθηση αναγκαίων μεταρρυθμίσεων σε κρίσιμους τομείς. Παρά τις προσπάθειες για εξεύρεση συναινέσεων, οι διαφωνίες μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων, αλλά και με την αντιπολίτευση, είναι συχνές και αφορούν βασικά ζητήματα όπως οικονομικές πολιτικές, φορολογικές μεταρρυθμίσεις, διαχείριση της κοινωνικής πρόνοιας και η θέση της Κύπρου στην ΕΕ και στη διεθνή σκηνή. Η ανάγκη για συνεννόηση και συνεργασία εντείνεται, καθώς η Κυβέρνηση προσπαθεί να διαχειριστεί την αυξανόμενη πίεση για κοινωνική δικαιοσύνη και οικονομική ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να αντιμετωπίσει την αντίδραση της αντιπολίτευσης.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης συνεχώς αμφισβητούν τις κυβερνητικές πολιτικές, κυρίως όσον αφορά την κοινωνική και οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης. Οι ηγεσίες αυτών των κομμάτων επισημαίνουν ελλείμματα στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας, ανισότητες που εξακολουθούν να υφίστανται και ανάγκη για ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών. Η κριτική από την πλευρά της αντιπολίτευσης εστιάζει, επίσης, στην αδυναμία και βραδύτητα της Κυβέρνησης να προχωρήσει σε ουσιαστικές αλλαγές στην οικονομία και κοινωνική μέριμνα, στο υδατικό, στο υγειονομικό σύστημα και αλλού, καταγγέλλοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις και διορθωτικές κινήσεις που προτείνονται είναι επιφανειακές και δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πολιτών. Ωστόσο, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της αντιπολίτευσης είναι η απουσία μιας πειστικής-ρεαλιστικής πρότασης και ενός ξεκάθαρου-συνολικού σχεδίου για την εξουσία, που θα μπορούσαν να προσφέρουν ρεαλιστικές και υλοποιήσιμες λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα. Οι συχνές καταγγελίες και η σφοδρή κριτική στις κυβερνητικές πολιτικές, χωρίς την παρουσία συγκεκριμένων εφαρμόσιμων προτάσεων ή εφικτών εναλλακτικών λύσεων, συχνά δεν καταφέρνουν να εμπνεύσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Η αντιπολίτευση φαίνεται να ακολουθεί μια στρατηγική αμφισβήτησης, η οποία, ενώ αποτυπώνει την απογοήτευση των πολιτών από την κυβερνητική πορεία, δεν παρέχει ουσιαστικές προτάσεις για αλλαγή και ανανέωση του πολιτικού σκηνικού.

Το πολιτικό σκηνικό του 2025 ενσωματώνει μια κατάσταση έντονης πόλωσης και αδυναμίας συνεννόησης, κάτι που προφανώς οδηγεί σε απογοήτευση και πολιτική αδιαφορία στους πολίτες. Οι πολίτες αναμένουν περισσότερα από τα πολιτικά κόμματα. Αναμένουν ενότητα και δράση που να υπερβαίνει τις διαφορές και να επικεντρώνεται στην επίλυση των πραγματικών προβλημάτων της χώρας. Η πολιτική πόλωση, αν δεν αμβλυνθεί, μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αποστασιοποίηση των πολιτών από τους θεσμούς και από το πολιτικό σύστημα, κάτι που θα έχει σοβαρές συνέπειες για την κοινωνική συνοχή και την πολιτική σταθερότητα.

Οι συνεχείς αλληλοκατηγορίες και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις δεν είναι πλέον βιώσιμες για την Κύπρο του 2025. Το πολιτικό σύστημα πρέπει να βρει τρόπους να υπερβεί τις ιδεολογικές και κομματικές διαφορές και να αναδείξει μια νέα πολιτική κουλτούρα συνεργασίας και συνέργειας. Αν τα κόμματα επιθυμούν να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, είναι απαραίτητο να περάσουν από την ακραία αντιπαράθεση στη δημιουργία διαλόγου και συνεννόησης, αναγνωρίζοντας ότι η ευημερία της χώρας εξαρτάται από την ικανότητά τους να συνεργαστούν για το κοινό καλό και το καλώς νοούμενο συμφέρον του συνόλου των πολιτών.

*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης.