Ιστορία: Αξιολογική κρίση ή πολιτική προτίμηση;

Ρητορικώς, όλοι επικαλούνται την ιστορική κριτική, στην πράξη όμως δύσκολα μπορεί κανείς να την διακρίνει από την πολιτική θέση και ενίοτε από την ιδεολογική ψύχωση

Η καταγραφή της ιστορίας του κυπριακού ζητήματος είναι θελκτικό και συνάμα ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Θελκτικό, γιατί κάθε προσπάθεια καταγραφής και κατανοήσεως του προσφάτου ιστορικού παρελθόντος προκαλεί μονίμως την περιέργεια που αναδίδουν τα ερωτήματα τού τι έγινε, πώς έγινε και γιατί έγινε, δεδομένου ότι οι συνέπειες αυτού του παρελθόντος άπτονται του παρόντος. Ριψοκίνδυνο, γιατί οι συνέπειες τού χθες βιώνονται ως συνέπεια στο σήμερα και οποιαδήποτε γεγονοτολογική καταγραφή και ερμηνεία του προσφάτου παρελθόντος, που δεν συνάδει είτε με την «επίσημη» είτε με την «ανεπίσημη» εκδοχή, προκαλεί έντονες αντιδράσεις, που μπορούν ν’ αρχίσουν από πολιτικοποιημένη απόρριψη και να φθάσουν μέχρι τη δολοφονία χαρακτήρων.

Πολλοί στρέφονται ενάντια στην επιστημονική ιστορία, γιατί την ερμηνεύουν περισσότερο ως την πολιτική αιτία, και μάλιστα σε ιδεολογικό πλαίσιο, παρά ως την απάντηση στα σημερινά προβλήματα που άπτονται και, κατά το πλείστον, επηρεάζουν το παρόν. Το αποτέλεσμα είναι κάθε χρόνο να επαναλαμβάνεται μία μανιχαϊστική νοοτροπία, που να καταλήγει σε ελαττωματική αίσθηση της ιστορίας, καταφυγή στην ψύχωση, σε τάσεις περιφρονήσεως της αλήθειας, έστω και όταν αυτή αποδεικνύεται εκ των γεγονότων, και σε μακάρια ικανοποίηση μέσα από τη μυθοπλασία που να δικαιολογεί, με μία τάση ναρκισσισμού, το παρόν.

Στο τέλος, αυτού του είδους η «Ιστορία» αναγκαστικά δραπετεύει από το επιστημονικό πεδίο και μπαίνει στην καθημερινή μας ζωή ως μία φασματική εκδοχή του παρελθόντος, μόνο και μόνο για να έχει πρακτική χρησιμότητα στις πολιτικές επιλογές και τους πολιτικούς προσανατολισμούς του παρόντος. Αυτή η «Ιστορία» λειτουργεί στα μάτια πολλών ως το δικαστήριο που δικαιώνει τις ψυχώσεις τους, τις ιδεολογικές τους αγκυλώσεις και μέσα από αυτές τις αυταπάτες που τους κάνουν να αισθάνονται εσαεί δικαιωμένοι.

Αυτό το θεωρώ, μέχρις ενός σημείου, δικαιολογημένο και αναπότρεπτο λόγω των ιστορικών εμπειριών που βίωσε η Κύπρος. Εδώ, όμως, αναδεικνύεται η σημασία του κριτικού ρόλου του ιστορικού και της ιστοριογραφίας. Ρητορικώς, όλοι επικαλούνται την ιστορική κριτική, στην πράξη όμως δύσκολα μπορεί κανείς να την διακρίνει από την πολιτική θέση και ενίοτε από την ιδεολογική ψύχωση.

Με άλλα λόγια, ο επιστήμονας ιστορικός θα πρέπει να προσεγγίζει τη σχέση και την εξέλιξη της κοινωνίας μας στον ιστορικό χρόνο έξω από τα όρια της πολιτικής πρακτικής. Αυτό σημαίνει ότι η επιστήμη της Ιστορίας δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ασκήσεως πολιτικής κανενός κόμματος και καμιάς ιδεολογικής ομάδας. Έτσι, ο ιστορικός πρέπει να διαχωρίζει την ιστορική κριτική από τις επιθυμίες του (επιστημονική εντιμότητα), προσπαθώντας ν’ αναλύσει τα κλασικά ερωτήματα τού τι έγινε, πώς έγινε και γιατί έγινε, δηλαδή το ιστορικό, από το τι μπορούσε ή τι ήθελε ο ιστορικός να γίνει, δηλαδή το ουτοπικό-φαντασιακό.

*Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ.)