Ανήκει η Τουρκία στην Ευρώπη;

Για την τουρκική Διπλωματία, η έννοια της γεωγραφίας της Ευρώπης είναι μια αυθαίρετη κατασκευή των Δυτικοευρωπαίων γεωγράφων.

Που ανήκει, τελικά, η Τουρκία; Στην Ευρώπη και την ευρωπαϊκή ιστορία ή ανήκει μόνο στην Aσία; Επί μακρόν η τουρκική διπλωματία επιστράτευσε την ακαδημαϊκή κοινότητα τής χώρας προκειμένου να ενισχύσει την προσπάθειά της για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η τακτική ήταν συστηματική και απέβλεπε στο να ετοιμάσει στερεότυπες απαντήσεις σε ερωτήματα που, κατά τους Τούρκους, αποδεικνύουν ότι υπάρχει μια αντίφαση στην ευρωπαϊκή πολιτική.

Βασικός στόχος της τουρκικής διπλωματίας ήταν να δημιουργήσει, σε πολιτικό επίπεδο, ένα νέο πλαίσιο εντυπώσεων και στερεοτύπων για ν’ αποδείξει ότι οι έννοιες της ευρωπαϊκής ιστορίας και γεωγραφίας, οι οποίες αφορούν την Τουρκία, δεν έχουν τον ρόλο που συνήθως τους αποδίδουν οι Ευρωπαίοι ιστορικοί. Έτσι, για τους Τούρκους, οι ίδιες οι συζητήσεις που αφορούν τη σχέση του τουρκικού (ή του οθωμανικού) κόσμου με την Ευρώπη είναι πολύ πιο παλιές απ’ όσο νομίζεται· τόσο παλιές, που η μέχρι τώρα ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας και τα αποτελέσματά της να μην έχουν τη σημασία που τους αποδίδεται.

Για την τουρκική Διπλωματία, η έννοια της γεωγραφίας της Ευρώπης είναι μια αυθαίρετη κατασκευή των Δυτικοευρωπαίων γεωγράφων, που γεννιέται στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν τίθεται ένα συμβατικό όριο για την Ευρώπη, ανατολικά των Ουραλίων. Για τους Έλληνες και τους Ρωμαίους η τομή μεταξύ Ευρώπης και Ασίας ήταν αδιανόητη· οικοδόμησαν τον πολιτισμό τους επί των δύο αυτών ηπείρων. Όσο για τις σημερινές ευρωπαϊκές χώρες, ούτε κι αυτές υπακούουν σε μια κοινή γεωγραφία, ούτε ανήκουν σε μια κοινή οικογένεια, σύμφωνα πάντα με την τουρκική διπλωματία. H Οθωμανική Αυτοκρατορία, πρόγονος του τουρκικού κράτους, εμφανίζεται στο ευρωπαϊκό προσκήνιο από τον 11ον αιώνα και σταδιακά αναδεικνύεται ο διάδοχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Εγκαθίσταται στην Κωνσταντινούπολη, αναγνωρίζοντάς την ως το ισχυρότερό της σύμβολο· διεκδικώντας, μάλιστα, την κληρονομιά της, αφού καλεί τη βυζαντινή κοινωνική ελίτ να καταλάβει υψηλές κρατικές θέσεις και αφού μετατρέπει την Αγία Σοφία σε τέμενος και τόπο ταφής πολλών σουλτάνων της.

Εξαιρετικώς ενδιαφέρουσα είναι η προσπάθεια της τουρκικής πολιτιστικής διπλωματίας να παρουσιάσει την οθωμανική εξωτερική πολιτική ως έναν από τους κύριους συντελεστές της ευρωπαϊκής διπλωματικής σκακιέρας. Oι αυτοκρατορικές διαταγές, εκτός από τα οθωμανικά, εγράφονταν στα ελληνικά, τα ιταλικά και τα σλαβικά. Tα ανοίγματα προς την Ευρώπη έγιναν πιο συγκεκριμένα μέσω των διομολογήσεων, όταν οι Γάλλοι βασιλείς χρησιμοποιούν την οθωμανική δύναμη, παρά τις έντονες εκκλησιαστικές αντιρρήσεις, ως αντίβαρο στην αυστριακή πίεση. Λίγο νωρίτερα, το 1492, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επιδείξει μια μοναδική ευαισθησία, απ’ όλες τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, για τους καταδιωκόμενους Εβραίους της Iσπανίας.

Tα ανοίγματα, ωστόσο, σταμάτησαν όταν η αυτοκρατορία κερδίζεται από τη σουνιτική αυστηρότητα, στα τέλη του 16ου αιώνα. Έκτοτε, ακολούθησε μια αγκύλωση. H επιστημονική και η πνευματική επικοινωνία σταμάτησαν. Απαγορεύτηκε η τυπογραφία. Oι επιστημονικές ανακαλύψεις δεν πέρασαν. Ήταν, σύμφωνα με τα τουρκικά επιχειρήματα, τα χρόνια της στασιμότητας. Αργότερα, μετά το 1683, οι σουλτάνοι θα διαπιστώσουν την καθυστέρησή τους, θα στραφούν και πάλι στην Ευρώπη, τουλάχιστον για τον στρατιωτικό τους εκσυγχρονισμό, απ’ όπου θα διεισδύσει το γενικότερο κίνημα της Δυτικοποίησης μέσα στην αυτοκρατορία.

H Δύση θα θαυμάζεται, αλλά και θα αντιμετωπίζεται με δυσπιστία, όταν οι ελίτ των μεταρρυθμίσεων αισθάνονται ότι λεηλατούνται από τη Δυτική επιθετικότητα. Θα συντελεστούν, ωστόσο, σημαντικές μεταρρυθμίσεις εν ονόματι της Δυτικοποίησης, τις οποίες και θα συνεχίσει το κεμαλικό κράτος κατά τον 20όν αιώνα, με τις ίδιες σταθερές βλέψεις προς τη Δύση, ακόμη και όταν εγκαθιστά τη νέα πρωτεύουσά του στην καρδιά της Ανατολίας.

Όσον αφορά την ίδια την Τουρκία, η τουρκική διπλωματία είναι εξαιρετικώς κατηγορηματική, ότι δηλαδή η χώρα είναι έτοιμη να αφομοιώσει τις επιβαλλόμενες μεταρρυθμίσεις, περισσότερο απ’ όσο το έκανε με τις ατελείς προσπάθειες του 19ου και του 20ού αιώνα. Δεν πρόκειται απλώς για μια στροφή των ελίτ, που δύσκολα θα την ακολουθήσουν οι μάζες. Επομένως, η τουρκική διπλωματία καταλήγει συμπερασματικώς στο επιχείρημα ότι, σε κάθε περίπτωση, το τουρκικό ζήτημα στην ΕΕ δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένα νέο πρόβλημα, αλλά ως ένα παλιό, το οποίο χαρακτηρίζουν μόνο παλινωδίες.

*Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ.)