Πραγματικός πιστός ή το σύνδρομο του υποτελούς;

Ένα από τα βιβλία που το πέρασμα του χρόνου τούς προσθέτει αξία είναι το κλασικό πλέον σύγγραμμα του Έρικ Χόφερ (1902-1983), «The True Believer. Thoughts on the nature of Mass Movements». Πρωτοκυκλοφόρησε το 1951 στις ΗΠΑ, ενώ στην Ελλάδα κυκλοφόρησε μεταφρασμένο με τον τίτλο «Ο Πραγματικός Πιστός», το 1969.

Αν και ο Χόφερ δεν διέθετε καμία ακαδημαϊκή μόρφωση, εντούτοις κατόρθωσε να αναδειχθεί σε έναν από τους μεγάλους της αμερικανικής διανόησης. Προτού καθιερωθεί ως διανοούμενος εργάστηκε για χρόνια ως λιμενεργάτης. Συστηματικώς απέφυγε στη ζωή του να φορέσει την ταμπέλα κάποιου συστήματος ή κάποιας οργάνωσης. Σε ηλικία επτά ετών έχασε το φως του, για να το ξαναβρεί ανεξήγητα στα δεκαπέντε του. Ήταν από τους πρώτους που μελέτησε το φαινόμενο του φανατισμού, επικεντρώνοντας την έρευνά του στην έλλειψη αυτοπεποίθησης.

Ο Χόφερ διαπραγματεύτηκε συστηματικώς τους λόγους που οδηγούν έναν άνθρωπο να ενταχθεί σε μία ομάδα και να προσηλωθεί με παράλογη αφοσίωση στον σκοπό της, ιδιαίτερα αν αυτή η ομάδα είναι πολιτικό κόμμα. Τι είναι αυτό που εξαναγκάζει έναν άνθρωπο, πέρα από κάθε λογική πολλές φορές, να απολυτοποιήσει μία πολιτική ιδεολογία ή ένα πολιτικό κόμμα; Πώς μπορεί ένα, κατά τα άλλα, λογικό άτομο να ερωτευθεί με τόσο πάθος μια φαντασίωση, ώστε ακόμα και όταν αυτή έχει αποκαλυφθεί εκ των γεγονότων αυτό να αγκυλώνεται ακόμη περισσότερο πάνω της; Για πολλούς ανθρώπους η ανάγκη να πιστέψουν, ορισμένες φορές υπερβαίνει την ικανότητά τους να σκεφτούν λογικά για τα δεδομένα -υπέρ και κατά- που αφορούν στην πίστη αυτή.

Όπως αναφέρει ο Χόφερ, «η πίστη σε μια ιερή υπόθεση είναι σε μεγάλο βαθμό υποκατάστατο για τη χαμένη αυτοπεποίθηση. Όσο μικρότερη ιδέα μπορεί να έχει ένας άνθρωπος για τον εαυτό του, τόσο μεγαλύτερη προθυμία δείχνει για ν’ αποδίδει στο κόμμα του ιερή του υπόθεση, απόλυτη τελειότητα». Κατά συνέπειαν, η ανάγκη να πιστέψουμε σε ψεύτικα θαύματα αψηφά μονίμως τον ορθολογισμό. Ο πραγματικός πιστός είναι εξ ορισμού παραληρηματικός, με την ψυχιατρική έννοια του όρου: μπορεί δηλαδή να πιστεύει αυτό που είναι λάθος και είναι ανίκανο να πειστεί από αποδείξεις και επιχειρήματα πως οι ιδέες του, οι απόψεις του, οι εκτιμήσεις του είναι λανθασμένες.

Ο Χόφερ χαρακτηριστικώς αναφέρει: «Όσο λιγότερο μπορεί ένα άτομο ν’ αξιώσει διάκριση για τον εαυτό του, τόσο περισσότερο έτοιμο είναι να αξιώσει όλες τις διακρίσεις για το έθνος του, τη θρησκεία του, τη φυλή του ή τον ιερό σκοπό του... Ένα άτομο είναι πιθανό να κοιτάει τη δουλειά του όταν η δουλειά του αξίζει κοίταγμα. Αν όχι, τότε ξεχνιέται από τις ανούσιες υποθέσεις του με το να κοιτάει τη δουλειά των άλλων...». «Ο φανατικός είναι συνεχώς ελλιπής και ανασφαλής. Δεν μπορεί να παράγει αυτοεπιβεβαίωση μέσα από τις δικές του δυνάμεις -μέσα από τον απορριπτέο εαυτό του- αλλά την βρίσκει μόνο με το να αγκυλώνεται παθιασμένα σε οποιοδήποτε στήριγμα τύχει να αγκαλιάσει». Αυτή η παθιασμένη αγκύλωση είναι η ουσία της τυφλής κομματικής προσήλωσης, στην οποία βλέπει την πηγή όλης της αρετής και της δύναμης. Εύκολα βλέπει τον εαυτό του ως τον υποστηρικτή και τον υπερασπιστή του ιερού σκοπού όπου έχει γαντζώσει και είναι έτοιμος να θυσιάσει ακόμη και τη ζωή του.

Απαραίτητη προϋπόθεση βεβαίως για την επιβεβαίωση της κομματικής πίστης είναι το ότι πάντοτε θα υπάρχει κάποιος διάβολος για να λειτουργεί ως το αρνητικό άλλοθι των εμμονών, των ματαιοδοξιών και των ψυχώσεων. Το αντίπαλον δέος. Όσο περισσότερο ο πραγματικός πιστός (κομματόσκυλο) είναι βυθισμένος στον κομματισμό, όσο βαθύτερα δηλαδή ευρίσκεται στη διαβάθμιση του αντικειμενικού ή υποκειμενικού εκ-κομματισμού, όσο περισσότερο είναι ριζωμένος με σταθερούς δεσμούς σε τοπικές και κεντρικές επιτροπές, άλλο τόσο περισσότερο ίσταται εκτός της κοινωνίας. Συνεπώς άλλο τόσο μεγαλύτερη είναι η ψυχική προδιάθεση και η δυνατότητα απώλειας της ορθολογικής σκέψης, άρα η τάση προς μαζοποίηση του ατόμου πλέον αυξάνεται και, ταυτοχρόνως, ως συγκοινωνούντα δοχεία, αυξάνεται και ο βαθμός μαζοποίησης του πολιτικού βίου.

Κατά την κομματική ψυχολογία οι ανερχόμενοι κομματικοί πιστοί θα πρέπει να περάσουν τις εξετάσεις στον κομματικό στίβο, ήτοι να αποδεικνύουν μονίμως στους κομματικώς ανωτέρους την κατωτερότητά τους. Αυτό είναι εκ της κομματικής λογικής αναγκαίο, αφού για να νομιμοποιηθεί εσωκομματικώς η «ορθή» ή «ευφυής» σκέψη των ανωτέρων θα πρέπει να συντρέχει προς αυτό η χρησιμότητα των κατωτέρων, πλειστάκις απρόσιτη εις παν τι ορθολογικό. Διαφορετικά δεν θα είχαν αξία οι εσωκομματικές διαβαθμίσεις, με άλλα λόγια θα ήσαν όλοι ίσοι, δηλαδή ηλίθιοι.

*Διευθυντής Κυπριακού Κέντρου Μελετών ΚΥ.ΚΕ.Μ.