16 χρόνια χωρίς τον Άντη - Ο άνθρωπος που έμεινε φως
Δεκαέξι χρόνια μετά, δεν τον θυμόμαστε μόνο. Τον συναντάμε ακόμη: στον τρόπο που δουλεύουμε, στον τρόπο που μιλάμε στην κοινωνία, στον τρόπο που κρατάμε την αξιοπιστία όρθια.
Υπάρχουν άνθρωποι που, όταν φεύγουν, αφήνουν πίσω τους ένα κενό. Κι υπάρχουν κι εκείνοι που, παρά την απουσία, αφήνουν πίσω τους μια παρουσία. Μια αίσθηση ότι συνεχίζουν να “περπατούν” στους διαδρόμους της δουλειάς, να φαίνονται στις λεπτομέρειες, να ακούγονται στις αποφάσεις, να επιμένουν στις αρχές. Ο Άντης Χατζηκωστής είναι από αυτούς. Καθώς συμπληρώνονται 16 χρόνια από την 11η Ιανουαρίου 2010, το αποτύπωμά του δεν χωρά μόνο σε μια ημερομηνία ή σε μια τυπική επέτειο. Είναι κάτι βαθύτερο και πιο απαιτητικό: ένα μέτρο σύγκρισης. Ένας τρόπος ν’ αναρωτιόμαστε ξανά και ξανά αν τιμούμε, στην πράξη, αυτό που πίστευε. Ότι η ενημέρωση δεν είναι θόρυβος. Είναι ευθύνη. Ότι τα Mέσα δεν υπάρχουν για να εντυπωσιάζουν, αλλά για να υπηρετούν. Και ότι το αύριο δεν έρχεται μόνο του: το χτίζεις, με σχέδιο, με δουλειά και με ανθρώπους.
Άνθρωπος με βλέμμα καθαρό
Όσοι τον γνώρισαν, συχνά δυσκολεύονται να περιγράψουν τον Άντη με μία λέξη. Ίσως γιατί δεν ήταν μονοδιάστατος. Είχε την ευφυΐα που δεν χρειάζεται επίδειξη. Την αυτοπεποίθηση που δεν γίνεται αλαζονεία. Την αποφασιστικότητα που δεν φωνάζει.
Στον χώρο των ΜΜΕ, όπου οι ρυθμοί είναι σκληροί και τα “εγώ” εύκολα βγαίνουν μπροστά, εκείνος είχε κάτι πιο σπάνιο: μια ηρεμία που επέβαλλε τάξη χωρίς να παγώνει τον άνθρωπο. Ήξερε να θέτει στόχο, αλλά και να βλέπει πίσω από τον στόχο - να αντιλαμβάνεται τι χρειάζεται η ομάδα για να τον πετύχει. Δεν τον ενδιέφερε να “κερδίσει” μια μέρα. Τον ενδιέφερε να χτίσει μια πορεία.
Και γι’ αυτό, ακόμη και σήμερα, πολλοί δεν μιλούν για τον Άντη σαν “ανάμνηση”. Μιλούν σαν να είναι κάτι ζωντανό: σαν μια φωνή εσωτερική, που επαναφέρει την ισορροπία όταν η ένταση ανεβαίνει· σαν ένα φίλτρο που κρατά την ουσία όταν όλα γύρω τρέχουν.
Η ηγεσία δεν ήταν τίτλος - ήταν στάση
Ο Άντης βρέθηκε νωρίς σε θέσεις ευθύνης μέσα στον όμιλο ΔΙΑΣ. Όμως, το χαρακτηριστικό του δεν ήταν οι τίτλοι του. Ήταν ο τρόπος του. Δεν έβλεπε την ηγεσία ως “βάθρο”. Την θεωρούσε δουλειά. Καθημερινή, απαιτητική, συχνά αόρατη.
Γνώριζε ότι ένας Οργανισμός ΜΜΕ δεν στέκεται μόνο με έμπνευση. Στέκεται με δομή: με ανθρώπους που νιώθουν ασφάλεια, με ξεκάθαρους κανόνες, με επένδυση στην ποιότητα, με σεβασμό στη δημοσιογραφική διαδικασία. Και, ταυτόχρονα, ήξερε ότι η δομή χωρίς ψυχή γίνεται μηχανή. Γι’ αυτό και επιδίωκε κάτι πιο ισορροπημένο: επαγγελματισμό, χωρίς ψυχρότητα. Ταχύτητα, χωρίς προχειρότητα. Εξέλιξη, χωρίς απώλεια ταυτότητας.
Ήταν από εκείνους που δεν ζητούσαν απλώς “να βγει η δουλειά”. Ζητούσαν να βγει σωστά. Και, ακόμη πιο δύσκολο, να βγει ανθρώπινα.
Ο εκσυγχρονισμός ως ευθύνη απέναντι στην κοινωνία
Η Κύπρος, όπως και ολόκληρος ο κόσμος, έζησε την αλλαγή των ΜΜΕ: από το χαρτί στην οθόνη, από το δελτίο στη ροή, από την “είδηση της ημέρας” στην είδηση του λεπτού. Σε αυτήν τη μετάβαση, πολλοί είδαν απλώς μια τεχνολογική μόδα. Ο Άντης είδε κάτι πιο ουσιαστικό: μια νέα υποχρέωση απέναντι στον πολίτη.
Γιατί η τεχνολογία δεν φέρνει μόνο δυνατότητες. Φέρνει και κινδύνους. Φέρνει βιασύνη, φέρνει υπερβολή, φέρνει την εύκολη αναπαραγωγή, φέρνει το “να προλάβουμε πρώτοι”. Εκείνος πίστευε ότι το ζητούμενο δεν είναι να τρέχεις. Είναι να ξέρεις γιατί τρέχεις και πού πας. Να κρατάς τον έλεγχο της αξιοπιστίας. Να μην αφήνεις την ταχύτητα να σε παρασύρει σε εκπτώσεις.
Η συμβολή του στην ανανέωση και στην ψηφιακή στροφή δεν είχε χαρακτήρα “εντυπωσιασμού”. Ήταν στρατηγική. Ήταν μέλλον-δουλεμένο. Ήταν η επιλογή να μη μείνει η Κύπρος πίσω, να μην κλειστούν τα Μέσα στον εαυτό τους, να μη χαθεί ο ρόλος τους μέσα σε ένα νέο, άναρχο τοπίο.
Το πιο ανθρώπινο αποτύπωμα
Όταν μιλάς για έναν άνθρωπο σαν τον Άντη, είναι εύκολο να σταθείς στα “μεγάλα”: στη στρατηγική, στις αποφάσεις, στην εξέλιξη. Όμως, το πιο συγκινητικό του αποτύπωμα βρίσκεται συχνά στα “μικρά”: στο βλέμμα που έδινε χώρο, στη στήριξη που δεν διατυμπάνιζε, στο ενδιαφέρον που δεν ήταν ποτέ επιτηδευμένο.
Πίστευε στους ανθρώπους της δουλειάς. Όχι ως “μονάδες παραγωγής”, αλλά ως προσωπικότητες. Ήξερε ότι η δημοσιογραφία και τα μέσα χτίζονται από χαρακτήρες, από ηθική αντοχή, από ανθρώπους που σηκώνουν βάρος. Και ότι αυτά δεν αγοράζονται. Καλλιεργούνται.
Γι’ αυτό και πολλοί που βρέθηκαν σε αίθουσες σύνταξης ή σε γραφεία, τότε, δεν θυμούνται απλώς έναν προϊστάμενο ή έναν διευθύνοντα σύμβουλο. Θυμούνται έναν άνθρωπο που έδινε εμπιστοσύνη. Που ζητούσε υψηλά, αλλά δεν σε άφηνε μόνο. Που μπορούσε να είναι απαιτητικός χωρίς να γίνεται άδικος. Που μπορούσε να είναι αυστηρός, αλλά πάντοτε με έναν σκοπό: ν’ ανέβει το επίπεδο, όχι να τσακιστεί ο άνθρωπος.
Δεκαέξι χρόνια μετά: η απουσία που έγινε πυξίδα
Σε τέτοιες επετείους, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της συνήθειας. Να ειπωθούν λόγια σωστά, αλλά αναμενόμενα. Να γίνει η μνήμη τελετουργία. Όμως, ο Άντης δεν ήταν άνθρωπος της τελετουργίας. Ήταν άνθρωπος της ουσίας.
Κι αν θέλουμε να τον τιμήσουμε πραγματικά, το πιο τίμιο δεν είναι μόνο να τον θυμηθούμε. Είναι να σταθούμε μπροστά στο έργο και στη νοοτροπία του και να αναρωτηθούμε: κρατάμε ακόμη τον πήχη εκεί που τον ήθελε; Επιμένουμε στην ποιότητα, όταν γύρω όλα σπρώχνουν στην ευκολία; Διαλέγουμε τον δύσκολο δρόμο της ακρίβειας, όταν ο θόρυβος ανταμείβεται πιο γρήγορα; Στεκόμαστε με αξιοπρέπεια απέναντι στην κοινωνία που μας διαβάζει και μας κρίνει;
Δεκαέξι χρόνια μετά, η σημασία του Άντη Χατζηκωστή δεν βρίσκεται μόνο στο “τι έκανε”. Βρίσκεται στο “πώς” το έκανε. Και, κυρίως, στο “γιατί” το έκανε: γιατί πίστευε ότι η ενημέρωση είναι δημόσιο αγαθό. Ότι τα μέσα έχουν ρόλο, όχι απλώς αγορά. Ότι η Κύπρος αξίζει ενημέρωση υψηλού επιπέδου - μια ενημέρωση που να μη χαϊδεύει αφτιά, αλλά να φωτίζει.
Η απουσία του πονά - και θα πονά. Αλλά το αποτύπωμά του δεν αφήνει χώρο για παραίτηση. Αφήνει χώρο για συνέχιση. Για ευθύνη. Για σεμνή επιμονή στην ουσία.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο συγκινητικό: ότι, τόσα χρόνια μετά, ο Άντης δεν “κλείστηκε” στο χθες. Ανήκει στο σήμερα. Γιατί κάθε φορά που μια αίθουσα σύνταξης επιλέγει την ακρίβεια αντί της ευκολίας, κάθε φορά που ένα μέσο επενδύει στη σοβαρότητα αντί στον φτηνό εντυπωσιασμό, κάθε φορά που ένας δημοσιογράφος θυμάται πως πίσω από την είδηση υπάρχει άνθρωπος, κάπου εκεί - αθόρυβα - περνά ξανά η σκιά της παρουσίας του.