Η εκδίκηση της γεωπολιτικής
Η σοφία της γεωπολιτικής έγκειται στο ότι μπορεί ν’ αναλύσει πως οι μεγάλες διαμάχες της ανθρωπότητας δεν διεξάγονται χάριν ιδεολογικών σχημάτων αλλά για τον έλεγχο μίας γεωγραφικής επικράτειας.
Στην κλασική ρεαλιστική θεωρία, ως μέσο κατανοήσεως και αναλύσεως των διεθνών σχέσεων, οι πολιτικές και κοινωνικές ιστορίες των κρατών προσδιορίστηκαν καθοριστικώς από παράγοντες όπως η γεωγραφία. Για παράδειγμα, η σχέση τους με τους ωκεανούς και με χερσαίους χώρους που λειτουργούσαν ως φυσικά σύνορα είχε πάντοτε έναν γεωγραφικό ντετερμινισμό, που επηρέαζε την παραγωγή και διακίνηση ιδεών, καθώς επίσης και την ανθρώπινη βούληση.
Αυτή η προσέγγιση τέθηκε από πολλούς σε αμφισβήτηση σε μία μεταβατική περίοδο νέων αναζητήσεων, η οποία ακολούθησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και έμεινε γνωστή ως μεταψυχροπόλεμος. Ήταν μία περίοδος, κατά την οποία ο παράγοντας γεωγραφία υπεβιβάσθη στη Δυτική πολιτική διανόηση. Με άλλα λόγια, υπεβιβάσθη η γεωπολιτική (η αλληλεπίδραση δηλαδή γεωγραφίας και πολιτικών επιλογών), η οποία επηρέασε βαθύτατα τη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής ανάσχεσης της Σοβιετικής Ένωσης κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Στη δεκαετία του 1990 κυριάρχησε η άποψη στη Δυτική πολιτική διανόηση ότι η παγκοσμιοποίηση κατέστησε αναχρονιστικούς τους γεωγραφικούς χάρτες του παρελθόντος, άρα και καταργήσιμους. Οι παγκόσμιες φιλοδοξίες που δημιούργησε τότε ο συνδυασμός του αμερικανικού «ενόπλου φιλελευθερισμού» και της φιλοσοφίας του νεοσυντηρητισμού, περί εξαπλώσεως ή και επιβολής της δημοκρατίας, έτειναν να καταστήσουν τις αναφορές στην κλασική σχολή του ρεαλισμού και της γεωπολιτικής ξεπερασμένες. Κυριάρχησε η ψευδαίσθηση ότι η ιδεολογία των παγκοσμίων ιδανικών θα επεσκίαζε την εθνική καταγωγή και τα θρησκευτικά πολιτισμικά στοιχεία. Με αυτόν τον τρόπο η ελευθερία των εθνών - κρατών έπρεπε να είναι προσαρμοσμένη στη Νέα Τάξη. Ήρθε, όμως, ο πόλεμος στο Ιράκ (2003), η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η πρωτοφανής αμερικανική εισβολή στη Βενεζουέλα για ν’ αποκαταστήσουν τον ρεαλισμό και τη γεωπολιτική.
Σήμερα, η όποια αναφορά στον νεοσυντηρητισμό προκαλεί αρνητικούς συνειρμούς. Παραμένει δε επίκαιρη η γνωστή διατύπωση του Βρετανού γεωπολιτικού αναλυτή, Χάλφορντ Μάκιντερ, ότι «τα γεωγραφικά ποσοτικά μεγέθη υπολογίζονται καλύτερα και είναι περισσότερο σταθερά απ’ ό,τι οι ανθρώπινες ιδεολογίες».
Οι ιδεολογίες έχουν τη δική τους σημασία στην εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας, καθώς επίσης μπορούν να επεκταθούν γεωγραφικώς. Όμως, είναι κανόνας ότι η γεωγραφική λογική επιβάλλει ως προς το πού θα ανθίσουν οι ιδεολογίες. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κομμουνισμός, ο φιλελευθερισμός και ο φασισμός άνθισαν σε συγκεκριμένους γεωγραφικούς χώρους.
Εάν ανατάμουμε τους κλασικούς συγγραφείς της γεωπολιτικής όπως ο Μάχαν, ο Μάκιντερ, ο Σπάικμαν, θα κατανοήσουμε ότι απ’ όσα πρότειναν οι συγγραφείς εκείνοι δεν ακούγονται με τη μεταψυχροπολεμική λογική «πολιτικώς ορθά», αλλά μάλλον ρατσιστικά. Οι θεωρίες τους υιοθετήθηκαν διαστρεβλωμένες από τους ναζί. Παρ’ όλ’ αυτά, οι θεωρητικοί αυτοί της γεωπολιτικής έβλεπαν πέρα από την τυπολατρική τελετουργία της διπλωματίας και τις θεμιτές προσδοκίες, επικεντρωμένοι στον μονίμως σκληρό αγώνα για επιβίωση – φυλές εναντίον φυλών, εισβολείς εναντίον κατοίκων.
Η αξία όμως των θεωριών αυτών έγκειται στην ποιότητα της γεωπολιτικής αναλύσεως. Αν εφαρμόσουμε την προσέγγιση «πρώτα η γεωγραφία» σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου, θα κάνουμε μια σειρά από προβλέψεις που αμφισβητούν τη συμβατική σοφία. Ειδικά για την Ευρώπη, μπορούμε εύκολα να προβλέψουμε ότι η Μεσόγειος θα γίνει και πάλι μια γέφυρα μεταξύ της νότιας Ευρώπης και της βορείου Αφρικής, όπως συνέβαινε και στον αρχαίο κόσμο, αντί να συνεχίσει ν’ αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πρώην αποικιοκράτες και πρώην αποικιοκρατούμενους.
Η σοφία της γεωπολιτικής έγκειται στο ότι μπορεί ν’ αναλύσει πως οι μεγάλες διαμάχες της ανθρωπότητας δεν διεξάγονται χάριν ιδεολογικών σχημάτων αλλά για τον έλεγχο μίας γεωγραφικής επικράτειας. Η αποδοχή των δυνατοτήτων αλλά και των περιορισμών που επιβάλλει σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής η γεωγραφία κρίνει και σε μεγάλο βαθμό το πόσο ορθές ή λανθασμένες είναι οι επιλογές που κάνει ένα κράτος σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής.
Εν κατακλείδι, η διανοητική δύναμις της γεωπολιτικής μάς βοηθά στα να κατανοήσουμε πώς λειτουργούν σήμερα οι διεθνείς σχέσεις σε πλανητικό επίπεδο. Όσοι στο παρελθόν αρνήθηκαν τα στοιχεία της γεωγραφίας και έλαβαν πολιτικές αποφάσεις ερήμην της, μόνο κόστος πλήρωσαν, το οποίο με τη σειρά του κατέστησε τους πολιτικούς και τις πολιτικές θύματα της γεωγραφίας.