Πληρώνουμε ακριβά την «δωρεάν» παιδεία
Η πρόσβαση στην επιτυχία καταλήγει να πληρώνεται ακριβά
Στην Κύπρο, το κράτος εξακολουθεί να διακηρύσσει ότι η Παιδεία είναι δωρεάν και προσβάσιμη σε όλους, ωστόσο, η πραγματικότητα που βιώνουν οι μαθητές και οι οικογένειές τους αποκαλύπτει μια διαφορετική εικόνα. Για να θεωρηθεί ότι ένας μαθητής είναι επαρκώς προετοιμασμένος για εξετάσεις και για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, σχεδόν πάντα απαιτούνται ιδιαίτερα μαθήματα και πρόσθετη ιδιωτική δαπάνη. Το δημόσιο σχολείο παρέχει τη φοίτηση, όχι όμως και το επίπεδο προετοιμασίας που θεωρείται αναγκαίο για την επιτυχία. Έτσι, η «δωρεάν Παιδεία» παραμένει περισσότερο θεσμική υπόσχεση παρά κοινωνική πραγματικότητα.
Αυτό το χάσμα δημιουργεί και αναπαράγει ανισότητες, οι μαθητές των εύπορων οικογενειών μπορούν ν’ αγοράσουν παραπαιδεία, διευρύνοντας τις πιθανότητες επιτυχίας τους, ενώ οι μαθητές με περιορισμένους οικονομικούς πόρους ανταγωνίζονται χωρίς τα ίδια εργαλεία. Η επιτυχία παύει ν’ αντικατοπτρίζει αποκλειστικά ικανότητα και προσπάθεια, και αρχίζει να συνδέεται με την οικονομική δυνατότητα. Το αποτέλεσμα είναι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που, αντί να εξισορροπεί κοινωνικές διαφορές, τις ενισχύει, μετατρέποντας το δημόσιο αγαθό της Παιδείας σε ένα ιδιωτικοποιημένο δικαίωμα πρόσβασης στην επιτυχία.
Οικονομική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά
Επιπλέον, η παραπαιδεία κοστίζει ακριβά. Για πολλές οικογένειες, η πρόσθετη εκπαιδευτική δαπάνη λειτουργεί σαν δεύτερο «ενοίκιο» στον μηνιαίο προϋπολογισμό, περιορίζοντας την κατανάλωση, την αποταμίευση και την οικονομική ασφάλεια. Σε μια περίοδο αυξημένου κόστους ζωής, η ανάγκη ιδιωτικής προετοιμασίας δεν αποτελεί απλώς εκπαιδευτική επιλογή, αλλά οικονομική επιβάρυνση με σαφείς κοινωνικές συνέπειες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Δρ Στέλιος Πλατής, Διδάκτωρ Χρηματοοικονομικών και Μακροοικονομίας του Πανεπιστημίου του Cambridge και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ακαδημαϊκού Ιδρύματος European Institute of Management and Finance (EIMF), μίλησε στη «Σημερινή» για το κατά πόσον η κυπριακή Παιδεία μπορεί πράγματι να θεωρείται δωρεάν, για το πραγματικό οικονομικό βάρος που μεταφέρεται στα νοικοκυριά και για τη βαθύτερη κοινωνική και πολιτική διάσταση της παραπαιδείας στη χώρα.
Δωρεάν φοίτηση – Ιδιωτική προετοιμασία
Η «δωρεάν Παιδεία» αποτελεί σταθερό πυλώνα του πολιτικού λόγου στην Κύπρο και διαχρονική δέσμευση του κράτους. Ωστόσο, στην πράξη, η πρόσβαση στην επιτυχία και στις εξετάσεις τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ιδιωτική παραπαιδεία, η οποία λειτουργεί ως ανεπίσημη αλλά αναπόφευκτη προέκταση του δημόσιου σχολείου. Το αποτέλεσμα είναι ένα υβριδικό σύστημα, όπου η φοίτηση επιδοτείται από το κράτος, αλλά η προετοιμασία χρηματοδοτείται από τα νοικοκυριά. Η διαφορά ανάμεσα στη θεσμική υπόσχεση και στην κοινωνική πραγματικότητα εγείρει σαφή πολιτικά ερωτήματα για το ποιος πληρώνει, ποιος ωφελείται και ποιος τελικά αποκλείεται.
Η Παιδεία παύει να είναι δωρεάν
Στο ερώτημα κατά πόσον η κυπριακή Παιδεία μπορεί πράγματι να θεωρείται δωρεάν, ο Δρ Πλατής υπογραμμίζει ότι «θεωρητικά, η δημόσια εκπαίδευση στην Κύπρο είναι δωρεάν. Ουσιαστικά, όμως, όταν η πρόσβαση στην επιτυχία -ιδίως στην εισαγωγή στο πανεπιστήμιο- προϋποθέτει συστηματική ιδιωτική δαπάνη για ιδιαίτερα μαθήματα, τότε η Παιδεία παύει να είναι δωρεάν. Μετατρέπεται σε ένα (τουλάχιστον) μεικτό σύστημα, όπου το κράτος χρηματοδοτεί τη φοίτηση, αλλά οι οικογένειες χρηματοδοτούν την πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται για έναν σιωπηλό μηχανισμό ιδιωτικοποίησης του αποτελέσματος της εκπαίδευσης».
Η οικονομική δυνατότητα ως προϋπόθεση επιτυχίας
Σε άλλο σημείο, ο ίδιος αναφέρεται στο άμεσο οικονομικό βάρος που επωμίζονται οι οικογένειες: «Στην πράξη, για τις τελευταίες τρεις τάξεις πριν από την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, πολλές οικογένειες δαπανούν €600–€800 (ή και περισσότερα) τον μήνα ανά μαθητή, δηλαδή περίπου €7.200 - €9.600 ετησίως και συνολικά €21.600–€28.800 σε βάθος τριετίας. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 20%–25% του μέσου ετήσιου διαθέσιμου εισοδήματος ενός κυπριακού νοικοκυριού. Δεν πρόκειται για συμπληρωματική δαπάνη, αλλά για έναν ιδιωτικό φόρο στις οικογένειες, που επιβάλλεται εκτός θεσμικού πλαισίου».
Η παραπαιδεία ως επιβαρυντική δαπάνη για τα νοικοκυριά
Παράλληλα, ο Δρ Πλατής εξηγεί τον λόγο για τον οποίο οι οικογένειες καταφεύγουν σε τόσο εντατική παραπαιδεία: «Διότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα, δυστυχώς, λειτουργεί ως αγώνας κατάταξης. Οι οικογένειες δεν επενδύουν στα ιδιαίτερα μόνο για να “μάθει” το παιδί, αλλά περισσότερο για να μην υστερήσει σε σχέση με τους άλλους. Ακόμα και οι άριστοι μαθητές καταφεύγουν σε εντατική παραπαιδεία, όχι επειδή δεν μπορούν, αλλά επειδή φοβούνται ότι χωρίς αυτήν θα χάσουν τη σχετική τους θέση. Πρόκειται για μια κλασική “κούρσα διατήρησης πλεονεκτήματος”, όπου όλοι πληρώνουν περισσότερο για να μείνουν στο ίδιο σχετικά σημείο».
Ερωτηθείς αν η εκτεταμένη παραπαιδεία αποτελεί τελικά ένδειξη αδυναμίας του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, ο ίδιος απαντά: «Ναι, σε συστημικό επίπεδο. Όταν η παραπαιδεία δεν είναι εξαίρεση αλλά ο κανόνας, αυτό σημαίνει ότι το δημόσιο σχολείο δεν καταφέρνει να προσφέρει ούτε επαρκή κάλυψη της ύλης, ούτε την απαραίτητη εξατομικευμένη στήριξη, ιδιαίτερα στις κρίσιμες τάξεις. Η ύπαρξη ενός παράλληλου, ιδιωτικού συστήματος προετοιμασίας συνιστά έμμεση παραδοχή θεσμικής ανεπάρκειας».
Ακριβό μοντέλο, χαμηλές επιδόσεις
Επιπλέον, ο Δρ Πλατής εστιάζει σε ένα ζήτημα που θεωρεί εξαιρετικά ανησυχητικό: «Το πιο ανησυχητικό στοιχείο στη δημόσια συζήτηση για την παραπαιδεία είναι ότι, παρά την τεράστια ιδιωτική επένδυση των κυπριακών οικογενειών, τα μαθησιακά αποτελέσματα παραμένουν συγκριτικά χαμηλά. Σύμφωνα με το PISA 2022 του ΟΟΣΑ, οι Κύπριοι μαθητές κατατάσσονται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στα βασικά πεδία των μαθηματικών, των φυσικών επιστημών και, ιδίως, της κατανόησης κειμένου. Η εικόνα αυτή είναι ακόμη πιο προβληματική αν ληφθεί υπόψη ότι η Κύπρος δεν είναι χώρα χαμηλών δαπανών: το κράτος επενδύει σημαντικούς πόρους στην εκπαίδευση, ενώ ταυτόχρονα τα νοικοκυριά καλούνται να πληρώνουν έναν βαρύ “ιδιωτικό φόρο στις οικογένειες” για να καλύψουν κενά του συστήματος. Το αποτέλεσμα είναι ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που κοστίζει ακριβά, αλλά δεν αποδίδει αντίστοιχα σε επίπεδο βασικών δεξιοτήτων.
»Η σύγκριση με χώρες όπως η Εσθονία ή η Φινλανδία είναι αποκαλυπτική. Εκεί, οι μαθητές επιτυγχάνουν κορυφαίες επιδόσεις στο PISA με ελάχιστη εξάρτηση από παραπαιδεία, επειδή το δημόσιο σχολείο παρέχει έγκαιρη στήριξη, υψηλής ποιότητας διδασκαλία και θεσμική εμπιστοσύνη ότι “το σχολείο αρκεί”. Στην Κύπρο, αντίθετα, η μαζική παραπαιδεία δεν λειτουργεί ως μηχανισμός ουσιαστικής μάθησης, αλλά κυρίως ως εργαλείο βελτίωσης κατάταξης σε εξετάσεις. Έτσι, η ιδιωτική δαπάνη δεν αυξάνει το συνολικό μορφωτικό επίπεδο της κοινωνίας, αλλά απλώς αναδιανέμει πλεονεκτήματα μεταξύ μαθητών. Το PISA αποκαλύπτει αυτό το δομικό αδιέξοδο: μια κοινωνία που πληρώνει όλο και περισσότερα για εκπαίδευση, χωρίς να βελτιώνει τις θεμελιώδεις δεξιότητες των νέων της. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η παραπαιδεία παύει να είναι “λύση” και γίνεται ένδειξη συστημικής αποτυχίας».
Σε σχέση με το ζήτημα της ισότητας ευκαιριών, ο Δρ Πλατής επισημαίνει: «Το κόστος λειτουργεί ουσιαστικά ως φραγμός εισόδου. Οι οικογένειες χαμηλού εισοδήματος αποκλείονται, ενώ η συνεχώς συρρικνούμενη μεσαία τάξη συχνά υπερχρεώνεται ή στερείται βασικές ανάγκες για ν’ ανταποκριθεί. Έτσι, η εκπαιδευτική επιτυχία παύει ν’ αντανακλά κυρίως την προσπάθεια και τις ικανότητες και αρχίζει ν’ αντανακλά την οικονομική δυνατότητα. Αυτό οδηγεί σε αναπαραγωγή κοινωνικών ανισοτήτων και σε θεσμοθετημένο κοινωνικό αποκλεισμό».
Μεγάλος οικονομικός κλάδος, μικρό κοινωνικό όφελος
Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά μεγέθη της παραπαιδείας, ο Δρ Πλατής σημειώνει: «Αν και δεν υπάρχουν πλήρη επίσημα στοιχεία αποκλειστικά για την παραπαιδεία, τα δεδομένα δείχνουν ότι τα κυπριακά νοικοκυριά δαπανούν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως για εκπαιδευτικές υπηρεσίες. Πρόκειται για έναν οικονομικά σημαντικό κλάδο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι κοινωνικά αποδοτικός. Η παραπαιδεία μπορεί να αυξάνει το ΑΕΠ, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί σπατάλη πόρων από την οπτική της κοινωνικής ευημερίας, καθώς τροφοδοτεί έναν ανταγωνισμό χωρίς καθαρό συλλογικό όφελος».
Αναφορικά με τον αντίκτυπο στον οικογενειακό προϋπολογισμό, ο ίδιος τονίζει: «Σε συνθήκες αυξημένου κόστους ζωής, ακόμη και τα €600–€800 τον μήνα για ιδιαίτερα λειτουργούν σαν δεύτερο ενοίκιο. Οι οικογένειες περιορίζουν κατανάλωση, αναβάλλουν αποταμίευση, επηρεάζουν αποφάσεις τεκνοποίησης και αυξάνουν το οικονομικό τους άγχος. Ο “ιδιωτικός φόρος στις οικογένειες” γίνεται κοινωνικά και πολιτικά εκρηκτικός».
Τίθεται επίσης το ζήτημα κατά πόσον η Παιδεία μπορεί να θεωρηθεί δημόσιο αγαθό, όταν η πρόσβαση στην επιτυχία εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα των οικογενειών. Σε αυτό το ερώτημα, ο Δρ Πλατής απαντά: «Μόνο μερικώς. Η εκπαίδευση ως υπηρεσία παραμένει δημόσια, αλλά η πρόσβαση σε ανταγωνιστικά εκπαιδευτικά αποτελέσματα ιδιωτικοποιείται. Αυτό υπονομεύει τη βασική αρχή της ισότητας ευκαιριών και διαβρώνει την κοινωνική εμπιστοσύνη στο εκπαιδευτικό σύστημα και στους θεσμούς συνολικά».
Πώς μειώνεται η ανάγκη για ιδιαίτερα
Σε επίπεδο πολιτικής αντιμετώπισης, ο Δρ Πλατής προτείνει παρεμβάσεις που στοχεύουν όχι απλώς στη μείωση του κόστους για τις οικογένειες, αλλά στην εξάλειψη του ίδιου του μηχανισμού που παράγει την ανάγκη για παραπαιδεία: «Απαιτούνται ριζικές αλλά εφαρμόσιμες παρεμβάσεις, που θα στοχεύουν όχι απλώς στη μείωση του κόστους για τις οικογένειες, αλλά στη διάρρηξη του μηχανισμού που παράγει την ανάγκη για παραπαιδεία. Το ζητούμενο δεν είναι να “ρυθμιστεί” η παραπαιδεία, αλλά να πάψει να είναι αναγκαία για την επιτυχία.
»(α) Καθολική, δωρεάν ενισχυτική διδασκαλία εντός του δημόσιου σχολείου: Η εμπειρία χωρών υψηλών επιδόσεων δείχνει ότι η ενισχυτική διδασκαλία πρέπει ν’ αποτελεί δομικό μέρος του σχολικού ωραρίου και όχι προαιρετική παροχή. Στην Κύπρο, ειδικά στις εξεταστικές τάξεις, το κράτος οφείλει να προσφέρει δωρεάν, συστηματική και ποιοτικά ελεγχόμενη υποστήριξη, σε μικρές ομάδες, με σαφείς μαθησιακούς στόχους. Κάθε ώρα ενισχυτικής εντός σχολείου είναι μια ώρα λιγότερη ιδιωτικής δαπάνης εκτός σχολείου.
»(β) Θεσμοθέτηση “δικαιώματος προετοιμασίας”: Εφόσον το κράτος επιλέγει ένα σύστημα υψηλού ρίσκου εξετάσεων για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, έχει και θεσμική υποχρέωση να παρέχει την αναγκαία προετοιμασία. Διαφορετικά, οι εξετάσεις λειτουργούν ως μηχανισμός έμμεσης ταξικής επιλογής. Το δικαίωμα προετοιμασίας μετατρέπει την επιτυχία από ιδιωτικό προνόμιο σε δημόσια εγγύηση.
»(γ) Αποσυμπίεση του εξεταστικού ανταγωνισμού: Η μονοδιάστατη εξάρτηση από λίγες εξετάσεις υψηλού διακυβεύματος ενισχύει την “κούρσα διατήρησης πλεονεκτήματος”. Απαιτείται διαφοροποίηση διαδρομών: περισσότερες επιλογές πρόσβασης, μεγαλύτερο βάρος στη συνεχή αξιολόγηση, και σαφείς, αξιόπιστες εναλλακτικές ακαδημαϊκές και επαγγελματικές πορείες. Όσο μειώνεται η τεχνητή σπανιότητα, μειώνεται και η ανάγκη για ιδιωτική “ασφάλιση επιτυχίας”.
»(δ) Πρώιμη και στοχευμένη παρέμβαση: Η παραπαιδεία ανθεί επειδή τα μαθησιακά κενά συσσωρεύονται και “εκρήγνυνται” στο Λύκειο. Συστήματα όπως της Φινλανδίας και της Εσθονίας επενδύουν στην έγκαιρη διάγνωση και στήριξη, πολύ πριν οι μαθητές φτάσουν σε εξεταστικό αδιέξοδο. Αυτή η προσέγγιση είναι όχι μόνο πιο δίκαιη, αλλά και δημοσιονομικά αποδοτικότερη από το να μετακυλίεται το κόστος στις οικογένειες.
»(ε) Αυστηρή ρύθμιση της αγοράς παραπαιδείας: Όσο η παραπαιδεία λειτουργεί ανεξέλεγκτα, ενισχύει τις ανισότητες. Χρειάζονται κανόνες διαφάνειας, σαφή όρια σύγκρουσης συμφερόντων και πλήρης φορολογική συμμόρφωση. Όχι για να “τιμωρηθούν” όσοι προσφέρουν ιδιαίτερα, αλλά για να πάψει η παραπαιδεία να λειτουργεί ως άτυπος μηχανισμός κοινωνικής επιλογής.
»Χωρίς τέτοιες παρεμβάσεις, ο “ιδιωτικός φόρος στις οικογένειες” θα συνεχίσει να βαθαίνει τις ανισότητες, να εξαντλεί τη μεσαία τάξη και να ακυρώνει τον δημόσιο χαρακτήρα της Παιδείας. Η επιλογή είναι καθαρά πολιτική: είτε αποδεχόμαστε ένα σύστημα όπου η επιτυχία αγοράζεται είτε επανασχεδιάζουμε την εκπαίδευση ως πραγματικό δημόσιο αγαθό και μοχλό κοινωνικής κινητικότητας».
Μεγάλη επένδυση, μικρό αντίκρισμα
Τέλος, σε σχέση με το κατά πόσον η ιδιωτική εκπαιδευτική επένδυση αποδίδει μακροπρόθεσμα, ο Δρ Πλατής διευκρινίζει: «Σε ατομικό επίπεδο, μπορεί ν’ αποδώσει εάν εξασφαλίσει πρόσβαση σε σπάνιες και υψηλής απόδοσης εκπαιδευτικές διαδρομές. Σε κοινωνικό επίπεδο, όμως, η απόδοση είναι περιορισμένη. Όταν η ιδιωτική δαπάνη στοχεύει κυρίως στη βελτίωση της κατάταξης και όχι στην ουσιαστική μάθηση, τότε το συνολικό όφελος είναι χαμηλό και το κόστος υψηλό».