Αναλύσεις

Το βίντεο, η πόλωση και το επίπεδο πολιτικής ωριμότητας

Η υπόθεση του επίμαχου βίντεο, ανεξαρτήτως της τελικής κρίσης για την αυθεντικότητα, την προέλευση ή την πλήρη σημασιολογική του ερμηνεία, λειτουργεί ως καθρέφτης του πολιτικού συστήματος στην Κύπρο. Όχι μόνο της κυβέρνησης, αλλά συνολικά της κομματικής και πολιτικής ηγεσίας, του τρόπου που αντιλαμβάνεται την ευθύνη της απέναντι στο κράτος, στους θεσμούς και στην κοινωνία, αλλά και του επιπέδου πολιτικής ωριμότητας που έχει οικοδομηθεί μετά από δεκαετίες κρίσεων, αδιεξόδων και αποτυχιών. Το βίντεο, πριν ακόμη εξεταστεί θεσμικά, μετατράπηκε σε εργαλείο πολιτικής σύγκρουσης, με βεβιασμένες κρίσεις, απόλυτες καταδίκες και επιθετική ρητορική που προηγήθηκε της έρευνας, της τεκμηρίωσης και της στοιχειώδους θεσμικής αυτοσυγκράτησης.

Η αντίδραση μεγάλου μέρους της κομματικής ηγεσίας υπήρξε ενδεικτική μιας παγιωμένης παθογένειας, δηλαδή της αδυναμίας διάκρισης μεταξύ πολιτικού ελέγχου και πολιτικού κανιβαλισμού. Αντί η συζήτηση να κινηθεί εξαρχής γύρω από την ανάγκη πλήρους, ανεξάρτητης και διαφανούς διερεύνησης, μεγάλο τμήμα της αντιπολίτευσης επέλεξε τον δρόμο της άμεσης ενοχοποίησης, της ηθικής καταδίκης και της επιθετικής στοχοποίησης της κυβέρνησης, σαν να επρόκειτο για μια έτοιμη και αδιαμφισβήτητη υπόθεση διαφθοράς. Η στάση αυτή δεν συνιστά θεσμική επαγρύπνηση, αλλά πολιτική ευκολία. Υποκαθιστά την απόδειξη με την εντύπωση και την ευθύνη με τον θόρυβο.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι η σφοδρότητα της κριτικής καθεαυτή. Είναι η απουσία στοιχειώδους περίσκεψης ως προς το ευρύτερο πλαίσιο που εκδηλώθηκε η υπόθεση. Η Κύπρος βρίσκεται στην έναρξη της προεδρίας της του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής έκθεσης, με ανοιχτά μέτωπα, με αποσταθεροποιητικά συμφέροντα στην περιοχή και με διαχρονική ευαλωτότητα σε επιχειρήσεις παραπληροφόρησης και υπονόμευσης. Το ενδεχόμενο υβριδικής επίθεσης κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν αποτελεί θεωρητική κατασκευή, ούτε επικοινωνιακό τέχνασμα. Αποτελεί πραγματικότητα που αναγνωρίζεται διεθνώς και έχει ήδη καταγραφεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου πολιτικά συστήματα και κοινωνίες βρέθηκαν απροετοίμαστα απέναντι σε στοχευμένες επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης.

Η πολιτική ηγεσία, όμως, φαίνεται ανίκανη να λειτουργήσει ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα, δηλαδή να ασκεί αυστηρό έλεγχο στην εξουσία και να προστατεύει το κράτος από εξωτερικές ή υβριδικές απειλές. Αντιμετωπίζει τα δύο ως αντιφατικά, ενώ στην πραγματικότητα είναι συμπληρωματικά. Μια ώριμη πολιτική κουλτούρα θα απαιτούσε ψυχραιμία, θεσμική εγρήγορση και συλλογική ευθύνη. Αντί αυτού, παρακολουθήσαμε ένα ανταγωνισμό δηλώσεων, μια κλιμάκωση επιθετικότητας και ένα δημόσιο λόγο που περισσότερο θύμιζε προεκλογική σύγκρουση παρά σοβαρή αντιμετώπιση μιας κρίσιμης υπόθεσης.

Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις δικές της ευθύνες. Η επίκληση του ενδεχομένου υβριδικής επίθεσης, όσο βάσιμη και αν είναι, δεν μπορεί να λειτουργεί ως γενική ασπίδα έναντι κάθε πολιτικού ελέγχου. Η κοινωνία δικαιούται σαφείς απαντήσεις, διαφάνεια και έμπρακτη διάθεση διερεύνησης. Όταν όμως η αντιπολίτευση μετατρέπει την υπόθεση σε εργαλείο άμεσης απονομιμοποίησης της κυβέρνησης, δημιουργείται ένα τοξικό περιβάλλον που ούτε η αλήθεια φωτίζεται, ούτε οι θεσμοί ενισχύονται. Αντιθέτως, ενισχύεται η καχυποψία, η απαξίωση και η συλλογική κόπωση.

Η εικόνα αυτή δεν είναι αποκομμένη από το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο της κυπριακής πολιτικής ζωής. Η διαχρονική αποτυχία της κομματικής και πολιτικής ηγεσίας να διαχειριστεί αποτελεσματικά τόσο τη μάστιγα της διαφθοράς και της διαπλοκής, όσο και το Κυπριακό, έχει αφήσει βαθιά ίχνη στη συνείδηση της κοινωνίας. Δεκαετίες αδιεξόδων, αντιφάσεων, τακτικισμών και εσωτερικών αντιπαραθέσεων έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, κάθε σκάνδαλο, πραγματικό ή κατασκευασμένο, βρίσκει πρόσφορο έδαφος να εξελιχθεί σε κρίση συνολικής απαξίωσης του πολιτικού συστήματος.

Ακριβώς γι’ αυτό, η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας είναι διπλή. Από τη μια, να διασφαλίσει ότι καμιά σκιά αδιαφάνειας ή διαπλοκής δεν θα μείνει αναπάντητη. Από την άλλη, να προστατεύσει τη θεσμική σταθερότητα και τη διεθνή αξιοπιστία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η βεβιασμένη και επιθετική στάση απέναντι στην κυβέρνηση, χωρίς προηγούμενη θεσμική διερεύνηση, δεν υπηρετεί καμία από τις δύο αυτές ανάγκες. Αντιθέτως, λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής αποσταθεροποίησης και ως δώρο σε όσους επιδιώκουν να παρουσιάσουν την Κύπρο ως ένα κράτος με εύθραυστους θεσμούς και ανώριμο πολιτικό σύστημα.

Το πολιτικό επίπεδο κρίνεται ακριβώς σε τέτοιες στιγμές. Όχι στις εύκολες καταγγελίες, αλλά στην ικανότητα διαχείρισης της κρίσης με σοβαρότητα, μέτρο και ευθύνη. Η συμπεριφορά μεγάλου μέρους της κομματικής ηγεσίας στην υπόθεση του βίντεο αποκαλύπτει ένα βαθύ έλλειμμα πολιτικής αυτοσυγκράτησης και στρατηγικής σκέψης. Αντί για θεσμικό λόγο, κυριάρχησε η συνθηματολογία. Αντί για τεκμηρίωση, η εικασία. Αντί για ενότητα απέναντι σε ενδεχόμενους εξωτερικούς κινδύνους, η εσωτερική σύγκρουση χωρίς όρια.

Η Κύπρος δεν αντέχει άλλες τέτοιες δοκιμασίες χωρίς κόστος. Κάθε φορά που η πολιτική ηγεσία επιλέγει τον δρόμο της εύκολης αντιπαράθεσης, αποδυναμώνει το ίδιο το κράτος που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Κάθε φορά που η αντιπολίτευση συγχέει τον έλεγχο με την αποδόμηση, συμβάλλει στη διάχυση της απαξίωσης που τελικά στρέφεται εναντίον όλων. Και κάθε φορά που η κυβέρνηση δεν πείθει ότι αντιμετωπίζει τις σκιές με απόλυτη διαφάνεια, ενισχύει το κλίμα δυσπιστίας.

Καταλήγοντας, το επίμαχο βίντεο, τελικά, μπορεί να αποδειχθεί είτε προϊόν υβριδικής επίθεσης, είτε υπόθεση με πραγματικές πολιτικές ευθύνες. Αυτό θα το κρίνουν οι θεσμοί. Εκείνο που ήδη έχει κριθεί, όμως, είναι το επίπεδο της πολιτικής συμπεριφοράς. Και σ’ αυτό το τεστ, το κυπριακό πολιτικό σύστημα συνολικά δεν τα πήγε καλά. Αν δεν αντληθούν ουσιαστικά διδάγματα, η επόμενη κρίση, όποια μορφή κι αν έχει, θα βρει τη χώρα ακόμη πιο ευάλωτη, όχι τόσο απέναντι στους εξωτερικούς κινδύνους, όσο απέναντι στις δικές της εσωτερικές αδυναμίες.

*Καθηγητής-ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης