Πέντε χρόνια μετά: Στη μνήμη του Αρχιμ. π. Γρηγόριου Μουσουρούλη
Πέντε χρόνια έχουν ήδη περάσει από την κοίμηση του Αρχιμανδρίτη π. Γρηγορίου Μουσουρούλη, στις 11 Ιανουαρίου 2021. Είναι, λοιπόν, σημαντικό να καταγραφούν ορισμένα λόγια μνήμης και αποτίμησης σεβασμού, μακριά από οποιαδήποτε ανούσια φληναφήματα ή συγκινησιακές επικλήσεις. Ομολογουμένως, το αίσθημα απώλειας που εκπέμπει η απουσία ενός καλλιεργημένου ανθρώπου, με στοιχεία συμπαγούς διανόησης και μετασχηματιστικής ηγεσίας —τα οποία επαληθεύτηκαν στο κοινωνικό και πνευματικό έργο που άφησε πίσω του— αποκρυσταλλώνει την αξία μιας ενάρετης εκκλησιαστικής προσωπικότητας.
Υπό αυτή την έννοια, η μνήμη του δεν ανασύρεται ως μεμονωμένη θύμηση κάποιου που απλώς «έφυγε», αλλά ως τεκμηρίωση ενός συγκεκριμένου τρόπου παρουσίας, με τον οποίο ενεργούσε σε κάθε περίσταση. Ο π. Γρηγόριος, κατά την αθόρυβη πορεία και τη πολυκύμαντη δράση του, ακόμη και όταν έλαβε το οφίκιο του Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, παρέμεινε στον αντίποδα της κατηγορίας των σημασιόπληκτων ανθρώπων που επιδιώκουν να «μεγαλώνει η σκιά» τους ώστε να φαίνονται καθώς ανελίσσονται ή που καταλαμβάνουν χώρο μωροφιλόδοξα, εκτοπίζοντας τους υπόλοιπους. Αντιθέτως, συστέλλοντας συνειδητά τον εαυτό του, άφηνε —ή και δημιουργούσε— χώρο για τους άλλους. Η δυναμική παρουσία του, πέρα από τη συγγραφική και ρητορική ευγλωττία ή την παρεμφερή δημόσια εικόνα που τον συνόδευε, εμπεδωνόταν στην συνέπεια που απέβλεπε στο γενικό καλό· κάτι το οποίο στο υφιστάμενο κοινωνικό γίγνεσθαι, αποδεικνύεται ολοένα και σπανιότερο από κάθε άποψη.
Όσον αφορά την ιεροσύνη, όπως και την ex officio θέση του, ουδέποτε τις θεώρησε ως ιδιοκτησιακό καθεστώς, βήμα σταδιοδρομίας ή μέσο προστασίας. Για εκείνον, ήταν ιδιότητες που συνέδεαν τις κοινωνικές, πολιτισμικές και πνευματικές συντεταγμένες με την καθημερινή, ακάματη και δοτική στάση ζωής που τηρούσε. Με την ευχέρεια διάκρισης και ευθύνης που τον χαρακτήριζε, στάθηκε πάντοτε απλαισίωτα και με ειλικρίνεια δίπλα στον άνθρωπο —ιδίως στον πονεμένο— χωρίς να επιβάλλει προϋποθέσεις ή να αναμένει ανταλλάγματα. Στη μετανεωτερικότητα, όπου η επιφανειακή «διαχείριση εντυπώσεων» και η δημόσια λάμψη ταυτίζονται εσφαλμένα με την ανιδιοτελή προσφορά και πράξη, η παραδειγματική του διακονία σε όλα τα επίπεδα συνιστά διαχρονικό αντίβαρο στην εκκωφαντική υποκρισία που μας περιβάλλει.
Καθώς περνούν τα χρόνια, η απουσία του αναμφίβολα γίνεται εντονότερη, ιδίως εκεί όπου η παρουσία του υπήρξε χριστιανική πηγή ανακούφισης στα αδιέξοδα της ανθρώπινης ύπαρξης: στη θλίψη, την κόπωση, την απόγνωση, την ανασφάλεια, την παρατεταμένη αγωνία όσων δεν αναζητούν ανέξοδα λόγια, αλλά ανιδιοτελή συμπαράσταση την ώρα της ανάγκης τους. Ο π. Γρηγόριος όντας ζυμωμένος με τον αρχοντικό αέρα της Χίου, δεν μοίραζε από απόσταση θεωρητικές συνταγές ή αόριστες συμβουλές. Προτιμούσε να «σηκώνει μανίκια» και να εμπλέκεται με γνήσιο ενδιαφέρον στο πρόβλημα που του εμπιστεύονταν. Ίσως για τούτο ακριβώς, η μνήμη του παραμένει ζωντανή στο συλλογικό ψηφιδωτό όσων τον γνώρισαν και σημαδεύτηκαν από την απλόχερη καλοσύνη του· όχι γιατί τώρα πια εξιδανικεύεται, αλλά επειδή ο τρόπος του εξακολουθεί να αντιστέκεται στην λήθη που γεννά η αλόγιστη ευδαιμονία και ο σύγχρονος κυνισμός.
Όσο η καθημερινότητα σκληραίνει και οι κοινωνικές σχέσεις γίνονται ολοένα πιο εργαλειακές, τόσο αναδεικνύεται η αξία όσων έμαθαν να υπηρετούν χωρίς να προτάσσουν τον εαυτό τους. Πέντε χρόνια μετά την κοίμηση του μακαριστού π. Γρηγορίου, καλούμαστε να αποφασίσουμε αν το κληροδότημά του θα περιοριστεί σε επετειακές αναφορές ή αν θα λειτουργήσει ως υπενθύμιση κοινωνικής ευθύνης, ώστε «οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, τὸ δὲ καθ’ εἷς ἀλλήλων μέλη» (Ῥωμ. 12,5).
Ας είναι αιωνία η μνήμη του.
*Κοινωνιολόγος