Τρέχουν για να μη χάσουν το τρένο - Οι ευρωπαϊκές πιέσεις και το ενδεχόμενο επαναφοράς σιδηροδρόμου στην Κύπρο
Το μεγαλύτερο εμπόδιο θεωρείται η έλλειψη πολιτικής βούλησης
Για περισσότερες από επτά δεκαετίες, ο σιδηρόδρομος στην Κύπρο αποτελεί ένα κομμάτι της συλλογικής μνήμης που έχει μείνει παγωμένο στον χρόνο, καθώς από το 1951, όταν ο Κυπριακός Κυβερνητικός Σιδηρόδρομος πραγματοποίησε το τελευταίο του δρομολόγιο, το νησί έμεινε χωρίς σιδηροδρομική υποδομή, ακολουθώντας μια πορεία πλήρους εξάρτησης από το οδικό δίκτυο.
Σήμερα, ωστόσο, το ενδεχόμενο επιστροφής του τρένου επανέρχεται για άλλη μια φορά στη δημόσια συζήτηση, με αφορμή το κάλεσμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάπτυξη βιώσιμων μεταφορών και σιδηροδρομικών δικτύων ακόμη και σε χώρες όπου αυτά απουσιάζουν πλήρως.
Η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μια η αυξημένη χρήση ιδιωτικών οχημάτων και σοβαρά προβλήματα κυκλοφοριακής συμφόρησης, και από την άλλη η ευρωπαϊκή στρατηγική για την πράσινη συμφωνία, τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και τη μετατόπιση των μεταφορών προς πιο φιλικά προς το περιβάλλον μέσα.
Από την ανάπτυξη στην εγκατάλειψη
Ο Κυπριακός Κυβερνητικός Σιδηρόδρομος λειτούργησε από το 1905 έως το 1951 και συνέδεε βασικά αστικά και αγροτικά κέντρα του νησιού, όπως τη Λευκωσία, τη Λεμεσό μέσω ενδιάμεσων σταθμών, τη Μόρφου και την Αμμόχωστο. Για δεκαετίες αποτέλεσε βασικό μοχλό οικονομικής ανάπτυξης, διευκολύνοντας τη μεταφορά γεωργικών προϊόντων, μεταλλευμάτων και επιβατών.
Η κατάργησή του το 1951 δεν οφειλόταν αποκλειστικά στο ότι ήταν οικονομικά ασύμφορος, όπως συχνά αναφέρεται, αλλά και στη γενικότερη μετατόπιση της αποικιακής πολιτικής υπέρ των οδικών μεταφορών, καθώς και στην αύξηση της χρήσης αυτοκινήτων και λεωφορείων. Οι ράγες ξηλώθηκαν, οι σταθμοί εγκαταλείφθηκαν ή κατεδαφίστηκαν και η Κύπρος μπήκε οριστικά στην εποχή των οχημάτων.
Αυτή η επιλογή, αν και φαινόταν λογική για την εποχή της, δημιούργησε μακροπρόθεσμα προβλήματα, όπως κυκλοφοριακή συμφόρηση στα αστικά κέντρα, αυξημένη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, υψηλές εκπομπές ρύπων και περιορισμένες εναλλακτικές βιώσιμης μετακίνησης.
Σιδηρόδρομος ως πυλώνας πράσινης μετάβασης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια έχει θέσει τον σιδηρόδρομο στο επίκεντρο της στρατηγικής της για βιώσιμες μεταφορές. Με πολιτικές όπως το «Έτος Σιδηροδρόμων», τη χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και τη στρατηγική για έξυπνη και βιώσιμη κινητικότητα, η ΕΕ καλεί τα κράτη-μέλη να επενδύσουν σε σιδηροδρομικές υποδομές.
Για την Κύπρο, η οποία μαζί με τη Μάλτα είναι κράτη-μέλη χωρίς κανένα ενεργό σιδηροδρομικό δίκτυο, το μήνυμα είναι πως η πλήρης απουσία τρένου αποτελεί πλέον εξαίρεση και όχι κανόνα. Παρότι η ΕΕ αναγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες των νησιωτικών κρατών, ενθαρρύνει την εξέταση εναλλακτικών μορφών σιδηροδρομικής μεταφοράς, όπως ελαφρύς σιδηρόδρομος, τραμ ή προαστιακά δίκτυα μικρής κλίμακας.
Το κάλεσμα αυτό δεν είναι απλώς συμβουλευτικό. Συνδέεται με στόχους μείωσης εκπομπών, με χρηματοδοτικά εργαλεία αλλά και με πολιτική πίεση, καθώς η συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές πολιτικές μεταφορών επηρεάζει συνολικά τη θέση κάθε κράτους-μέλους στους ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς.
Είναι εφικτός ένας σύγχρονος σιδηρόδρομος;
Υποστηρικτές του εγχειρήματος επισημαίνουν ότι ένα σύγχρονο σιδηροδρομικό σύστημα δεν χρειάζεται να μιμείται τα βαριά δίκτυα μεγάλων χωρών. Αντίθετα, μπορεί να προσαρμοστεί στα δεδομένα της Κύπρου, εξυπηρετώντας συγκεκριμένους άξονες με υψηλή ζήτηση, όπως Λευκωσία–Λεμεσός ή Λάρνακα–Λευκωσία και συνδέοντας αεροδρόμια, λιμάνια και αστικά κέντρα.
Η περιβαλλοντική διάσταση είναι ίσως το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της επαναφοράς του σιδηροδρόμου. Οι μεταφορές αποτελούν έναν από τους βασικούς τομείς εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Κύπρο. Ένα ηλεκτροκίνητο σιδηροδρομικό σύστημα, ειδικά αν συνδυαστεί με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Οικονομικά, ένα τέτοιο έργο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης, δημιουργώντας θέσεις εργασίας τόσο στην κατασκευή όσο και στη λειτουργία. Παράλληλα, θα μπορούσε να ενισχύσει τον τουρισμό, προσφέροντας εναλλακτικούς τρόπους μετακίνησης και αναδεικνύοντας λιγότερο γνωστές περιοχές.
Σε κοινωνικό επίπεδο, ο σιδηρόδρομος θα μπορούσε να βελτιώσει την ποιότητα ζωής, μειώνοντας τον χρόνο μετακίνησης και προσφέροντας αξιόπιστες, προσιτές επιλογές μεταφοράς σε ομάδες που σήμερα εξαρτώνται αποκλειστικά από το αυτοκίνητο.
Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές επισημαίνουν το υψηλό κόστος κατασκευής, τις απαλλοτριώσεις γης, τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες και τον σχετικά μικρό πληθυσμό του νησιού. Υποστηρίζουν ότι η Κύπρος θα έπρεπε να επενδύσει περισσότερο σε ηλεκτροκίνηση λεωφορείων και σε έξυπνα συστήματα διαχείρισης κυκλοφορίας, αντί να επιδιώξει μια «βαριά» υποδομή.
Ωστόσο, ειδικοί στις μεταφορές τονίζουν ότι το κόστος πρέπει ν’ αξιολογείται μακροπρόθεσμα. Ένας σιδηρόδρομος μπορεί να μειώσει δραστικά την εξάρτηση από το αυτοκίνητο, να περιορίσει τα τροχαία ατυχήματα, να μειώσει τη ρύπανση και ν’ αλλάξει συνολικά την κουλτούρα μετακίνησης.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, δεν είναι τεχνικό, αλλά πολιτικό. Η απουσία ξεκάθαρης πολιτικής βούλησης, σε συνδυασμό με τον φόβο του πολιτικού κόστους, έχει κρατήσει το θέμα στο περιθώριο για δεκαετίες. Το κάλεσμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο, επαναφέρει το ζήτημα στο τραπέζι με μεγαλύτερη ένταση από ποτέ.
Η ανάγκη για έναν σοβαρό, τεκμηριωμένο δημόσιο διάλογο είναι πλέον επιτακτική. Όχι με όρους συνθημάτων ή απόλυτων αρνήσεων, αλλά με βάση μελέτες σκοπιμότητας, πιλοτικά σενάρια και ρεαλιστικούς στόχους.
Τραμ στη Λευκωσία
Σημειώνεται πως η Κυβέρνηση επεξεργάζεται σχέδιο υλοποίησης του τραμ στην πρωτεύουσα, με στόχο ν’ απαντήσει στην καθημερινή κυκλοφοριακή συμφόρηση και ν’ αναβαθμίσει τις δημόσιες μετακινήσεις. Το έργο, το οποίο έχει ήδη προβλεφθεί με κονδύλι πέντε εκατομμυρίων ευρώ στον προϋπολογισμό του 2025 για τον καθορισμό της διαδρομής, αποτελεί μέρος ενός μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού, που βασίζεται στην επικαιροποίηση παλαιότερων μελετών και στη βιωσιμότητα της λύσης για τις μετακινήσεις στη Λευκωσία.
Η πρόταση προβλέπει τη δημιουργία ενός δικτύου διαδρόμων προτεραιότητας για δημόσιες μεταφορές, που θα λειτουργούν ως πρόδρομοι για το τραμ ή ένα σύστημα Bus Rapid Transit. Σε πρώτη φάση, υφίστανται ήδη λωρίδες υψηλής πληρότητας στη Λεωφόρο Μακαρίου - καλύπτοντας τμήματα τόσο νότια όσο και βόρεια της πόλης - ενώ προστίθενται διάδρομοι στις λεωφόρους Στροβόλου, Δημοσθένη Σεβέρη και στις οδούς Γρηγόρη Αυξεντίου, Παλαμά και Ομήρου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της τεχνοοικονομικής μελέτης που έχουν παρουσιαστεί, η ανάπτυξη ενός τέτοιου δικτύου λεωφορειολωρίδων υψηλής ποιότητας αναμένεται ν’ αυξήσει σημαντικά τη ζήτηση για δημόσιες συγκοινωνίες, θέτοντας τις βάσεις για μελλοντική αναβάθμιση σε σύστημα τραμ. Η ολοκλήρωση των κύριων οδικών αξόνων και η ενσωμάτωση των διαδρόμων προτεραιότητας στο ευρύτερο οδικό δίκτυο θεωρούνται κρίσιμες για την επιτυχία του έργου, το οποίο παραμένει σε προκαταρκτικό στάδιο, αλλά με ξεκάθαρο προσανατολισμό προς τη λύση που θα προσφέρει πιο αξιόπιστες και γρήγορες μετακινήσεις για τους κατοίκους και επισκέπτες της Λευκωσίας.