Αναλύσεις

Η Ψευδαίσθηση της Ειρήνης και η Επερχόμενη Θύελλα

Στην Κύπρο κυκλοφορεί μια “ηρεμία” που μας την παρουσιάζουν ως ειρήνη, γιατί βολεύει ψυχολογικά πολλούς. Δεν είναι ειρήνη, είναι συνήθεια. Βρισκόμαστε στην στιγμή που σαν κοινωνία σταματήσαμε να αντιδρούμε στην αδικία επειδή μάθαμε να ζούμε με αυτήν. Κι όταν η αδικία γίνει καθημερινότητα, το επόμενο στάδιο είναι να την ονομάζουμε “κανονικότητα”.

Αυτή η κανονικότητα δεν πηγάζει από λύση. Πηγάζει από τη διαχείριση μιας ανωμαλίας σαν να είναι μόνιμη. Οδοφράγματα που έγιναν ρουτίνα, οικονομικές και κοινωνικές διευκολύνσεις που πλασάρονται ως “ανάσα”, και μια διπλωματική γλώσσα που αποφεύγει τη λέξη-κλειδί: κατοχή. Όλα αυτά δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα “λύθηκε”. Δεν λύθηκε όμως απλώς μάθαμε να μην το αγγίζουμε, για να μην χαλάσει η εικόνα μιας ήσυχης ζωής.

Το πιο επικίνδυνο στοιχείο δεν είναι οι ενέργειες του αντιπάλου, αλλά η δική μας προσαρμογή. Όταν η γραμμή κατάπαυσης του πυρός λειτουργεί ουσιαστικά ως σύνορο και το αποδεχόμαστε ως πρακτική πραγματικότητα· όταν η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από “δικαιώματα” σε “ρεαλισμό”· όταν οι πρόσφυγες περιορίζονται σε ρόλο επετειακού συμβόλου και όχι κρατικής διεκδίκησης — τότε δεν μένουμε εδώ που είμαστε, αλλά μετακινούμαστε. Σταδιακά, αθόρυβα, προς μια κατάσταση όπου η διχοτόμηση φαίνεται “λογικό αποτέλεσμα” και όχι μια διαρκής παρανομία.

Κάπου εδώ ξεπροβάλλει και το άλλο μεγάλο ψέμα. Η ηρεμία είναι πάντα καλό και η ένταση πάντα κακό. Αυτή η άποψη είναι πολιτικά ανώριμη. Υπάρχει και η “ηρεμία του ομήρου” — η σιωπή που διατηρεί την τάξη, αλλά και την αδικία. Σε σχέσεις άνισης ισχύος, η αποφυγή αναταράξεων σπάνια ωφελεί τον αδύναμο. Ευνοεί εκείνον που ήδη αποκομίζει οφέλη από τη στασιμότητα. Γιατί η στασιμότητα, υπό συνθήκες κατοχής και τετελεσμένων, δεν είναι ουδέτερη. Είναι εργαλείο παγίωσης της ντε φάκτο κατάστασης. Η “επερχόμενη θύελλα” δεν είναι μοιρολατρική πρόβλεψη. Είναι αναμενόμενο αποτέλεσμα όταν η μία πλευρά δρα με στρατηγική και η κυβέρνηση απλώς διαχειρίζεται τις συνέπειες. Ο αντίπαλος δεν χρειάζεται διαρκή ένταση. Του αρκεί να χτίζει ρουτίνα, να μετακινεί το πλαίσιο, να κερδίζει χρόνο, να συνηθίζει η διεθνής κοινότητα τη νέα πραγματικότητα. Και όταν παρουσιαστεί η κατάλληλη συγκυρία — μια περιφερειακή κρίση, μια ενεργειακή ή μεταναστευτική αναταραχή, μια μεταβολή ισορροπιών — τότε τα τετελεσμένα εμφανίζονται ως “πραγματικότητα δεκαετιών”. Τότε καταρρέει η ψευδαίσθηση, και τρέχεις πίσω από γεγονότα που εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια σου.

Ο αντίλογος υπάρχει, και πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη: “Αν ανεβάσουμε την ένταση, θα πληγεί η οικονομία, θα διαταραχθεί η καθημερινότητα, θα φανούμε αδιάλλακτοι και οι ξένοι θέλουν σταθερότητα”. Είναι ορθό ως προς τον κίνδυνο. Αν η “διεκδίκηση” περιορίζεται σε θυμό, συνθήματα και εσωτερική κατανάλωση, τότε ναι, θα αποτύχει. Αλλά αυτό δεν δικαιολογεί το άλλο άκρο: τον θεσμικό λήθαργο που βαφτίζεται “ρεαλισμός”. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι “ηρεμία ή επιθετικότητα”. Είναι “θεσμική σοβαρότητα” ή “θεσμική ατολμία”.

Ρεαλισμός σημαίνει να σταματάς να κάνεις τις συνομιλίες αυτοσκοπό, απαιτώντας μετρήσιμα κριτήρια και στόχους· αλλιώς, η διαδικασία λειτουργεί υπέρ της Τουρκίας. Σημαίνει πειθαρχία στη γλώσσα: όχι “δύο πλευρές” αφού μόνο η Κυπριακή Δημοκρασία ειναι νόμιμη . και όχι “θετικό κλίμα” όταν μιλάμε για κατοχή και παραβιάσεις δικαιωμάτων. Γιατί όταν θολώνεις τη γλώσσα, καταστρέφεις και το νομικό και πολιτικό υπόβαθρο των διεκδικήσεών σου. Σημαίνει ΜΟΕ μόνο όταν εξυπηρετούν στρατηγικό στόχο, όχι ως υποκατάστατο λύσης που απλώς κάνει τη διχοτόμηση πιο άνετη. Και κυρίως, σημαίνει εσωτερική ανθεκτικότητα, κοινωνική συνοχή, εμπιστοσύνη στους θεσμούς, καθαρή γραμμή. Γιατί η κρίση χτυπά εκεί όπου βρίσκει κυνισμό, αποσύνθεση και παραίτηση.

Η ψευδαίσθηση της ειρήνης είναι ακριβή. Την πληρώνεις αργότερα, με τόκο. Και όταν έρθει η θύελλα, όλοι θα παριστάνουν πως “δεν το περίμεναν”. Κι όμως, τη θύελλα πρέπει να την περιμένουμε — γιατί τη χτίζουν οι ηγέτες μας. Κάθε φορά που επιλέγουν τη βολική κανονικότητα αντί για θεσμική σοβαρότητα. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία. Είναι η φυσική συνέπεια όταν συγχέουν τη διευκόλυνση με τη στρατηγική και την ηρεμία παρά τη δικαιοσύνη.

Το πιο κυνικό συμπέρασμα: Δεν κινδυνεύουμε επειδή φωνάζουμε πολύ. Κινδυνεύουμε επειδή μάθαμε να μιλάμε σιγανά, ενώ χάνουμε σταθερά έδαφος.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία