Κενά εθνικής ασφάλειας για τις πωλήσεις ακινήτων σε ξένους
Η συζήτηση στη Βουλή για αγορές από υπηκόους τρίτων χωρών ανέδειξε κενά σε ζώνες ασφαλείας, πραγματικούς δικαιούχους και εκχωρήσεις
Υπάρχουν σημεία σε κάθε χώρα, που δεν είναι απλώς “φιλέτα” της αγοράς. Είναι χώροι που περιβάλλουν κρίσιμες υποδομές: αεροδρόμια, λιμάνια, στρατόπεδα, ενεργειακές εγκαταστάσεις, τηλεπικοινωνιακούς κόμβους. Στην Κύπρο, με τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός να διατρέχει το νησί και με υποδομές που επηρεάζουν άμεσα την άμυνα και την κρατική λειτουργία, το ερώτημα αποκτά επιπλέον βάρος: ποιος μπορεί ν’ αγοράζει γη και ακίνητα κοντά σε τέτοιες περιοχές – και με ποιον έλεγχο; Η συζήτηση που άνοιξε στη Βουλή, με αφορμή τις προτάσεις νόμου για περιορισμό της απόκτησης ακίνητης ιδιοκτησίας από υπηκόους τρίτων χωρών, έφερε στην επιφάνεια το πιο ευαίσθητο σημείο του συστήματος: δεν αρκεί να υπάρχει νομοθεσία· χρειάζεται να “δένει” στην πράξη, να κλείνει τις παρακάμψεις και να βλέπει πίσω από εταιρικά σχήματα και τεχνικές μεταβίβασης. Διαφορετικά, η αγορά τρέχει μπροστά και το κράτος μένει να μετρά τετελεσμένα.
Η Βουλή καθρέφτης μιας ανησυχίας που ωριμάζει
Η κοινοβουλευτική συζήτηση δεν ήταν μια ακόμη αντιπαράθεση για την ακρίβεια ή για τις τιμές των ακινήτων. Ήταν μια σπάνια στιγμή, όπου η αγορά συνδέθηκε ευθέως με έννοιες όπως “ευαίσθητες ζώνες” και “κρίσιμες υποδομές”. Στο τραπέζι τέθηκε, μεταξύ άλλων, ο προβληματισμός ότι μπορεί να παρατηρούνται ή να επιδιώκονται αγορές γύρω από αεροδρόμια, στρατόπεδα, κοντά στη γραμμή κατάπαυσης του πυρός και σε παραλιακά μέτωπα – και ότι η Πολιτεία δεν διαθέτει ένα καθαρό θεσμικό εργαλείο για να πει «εδώ σταματά». Η ίδια η ύπαρξη των προτάσεων νόμου, που μιλούν για ρητούς περιορισμούς ή απαγορεύσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες γης και σε γειτνίαση με νευραλγικές περιοχές, είναι από μόνη της μια ομολογία: το πλαίσιο, όπως εφαρμόζεται σήμερα, θεωρείται ανεπαρκές από ένα μέρος του πολιτικού συστήματος.
Το «κενό» των ζωνών
Το πρώτο και πιο καθαρό θεσμικό κενό που ανέδειξε η συζήτηση είναι η απουσία ρητού “γεωγραφικού φίλτρου”. Δηλαδή, δεν υπάρχει ενιαίος κανόνας που να καθορίζει ζώνες γύρω από κρίσιμες υποδομές – ούτε ως απαγόρευση ούτε ως υποχρέωση ειδικού ελέγχου με αυστηρότερα κριτήρια. Χωρίς ζώνες, όλα μεταφέρονται σε γενικές διαδικασίες και σε διοικητικές εγκρίσεις που, ακόμη κι όταν λειτουργούν, δεν είναι φτιαγμένες για ν’ αντιμετωπίζουν την ιδιαιτερότητα της εγγύτητας σε στρατιωτική ή ζωτική εγκατάσταση.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ερώτηση δεν είναι αν η αγορά είναι “νόμιμη”. Η ερώτηση είναι αν το “νόμιμο” έχει χτιστεί με βάση την πραγματική ανάγκη μιας χώρας που γνωρίζει ότι η εγγύτητα σε υποδομές δημιουργεί κινδύνους. Κι όταν η νομοθεσία δεν μετρά τη γεωγραφία ως παράγοντα ασφαλείας, ο δρόμος μένει ανοιχτός για συναλλαγές που τυπικά περνούν, αλλά στρατηγικά θα έπρεπε να περνούν από αυστηρότερο φίλτρο.
Η εταιρική ομπρέλα και ο «αόρατος» δικαιούχος
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο είναι εκείνο που δεν φαίνεται στις βιτρίνες των μεσιτικών: οι εταιρικές δομές. Στη συζήτηση στη Βουλή, αλλά και στις επισημάνσεις που έχουν καταγραφεί από θεσμικούς φορείς, αναδείχθηκε ότι η εικόνα των αγορών μπορεί να είναι παραμορφωμένη όταν το ακίνητο περνά σε νομικό πρόσωπο και όχι σε φυσικό. Μια εταιρεία μπορεί να είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο ή στην ΕΕ, να φαίνεται “κανονική” στα χαρτιά, αλλά ο πραγματικός έλεγχος να βρίσκεται αλλού. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος είναι ο τελικός πραγματικός δικαιούχος; Ποιος αποφασίζει, ποιος χρηματοδοτεί, ποιος επωφελείται;
Αν το σύστημα δεν επιβάλλει πλήρη, λειτουργική διαφάνεια σε αυτό το επίπεδο, τότε το κράτος μπορεί να γνωρίζει ότι “μια εταιρεία” αγόρασε, αλλά να μην ξέρει ποιος κρύβεται πίσω από αυτήν. Και όταν η αγορά αφορά ακίνητο κοντά σε αεροδρόμιο ή στρατόπεδο, αυτή η άγνοια δεν είναι απλώς διοικητική αδυναμία. Είναι θεσμικός κίνδυνος.
Οι εκχωρήσεις: Η διαδρομή που αλλάζει τον έλεγχο χωρίς να «φωνάζει» μεταβίβαση
Ακόμη πιο τεχνικό -και γι’ αυτό πιο ύπουλο- είναι το ζήτημα των εκχωρήσεων. Στην πράξη, μπορεί να μεταφέρεται έλεγχος ή δικαιώματα πάνω σε ακίνητο χωρίς να υπάρχει η «κλασική» εικόνα μιας μεταβίβασης που ενεργοποιεί όλους τους ελέγχους. Αυτό είναι ένας λόγος που οι προτάσεις νόμου επιχείρησαν να καλύψουν όχι μόνο τις ευθείες αγοραπωλησίες αλλά και τις παράπλευρες διαδρομές, ώστε να μην καταλήξει το σύστημα να είναι αυστηρό στα τυπικά και διαπερατό στα τεχνάσματα.
Το κράτος δεν μπορεί να ρυθμίζει μόνο αυτό που φαίνεται. Πρέπει να ρυθμίζει και αυτό που, στην πράξη, παράγει το ίδιο αποτέλεσμα: αλλαγή ελέγχου. Διαφορετικά, οι δικλίδες καταντούν “κόσκινο” για όσους γνωρίζουν πώς να περάσουν από τη λεπτή χαραμάδα.
Από το ακίνητο στην ασφάλεια
Στη δημόσια συζήτηση συχνά συγχέονται δύο πράγματα: το δικαίωμα στην επένδυση και η ευθύνη του κράτους να προστατεύει κρίσιμες υποδομές και περιοχές. Η αγορά ακινήτων είναι νόμιμη δραστηριότητα. Όμως, η αγορά ακινήτων σε λάθος σημείο, με λάθος αδιαφάνεια και με λάθος δυνατότητα πρόσβασης, μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο επιτήρησης, σε βάση για δραστηριότητες που δεν φαίνονται, σε μοχλό επιρροής. Παράλληλα, διεθνώς η ακίνητη ιδιοκτησία αναγνωρίζεται ως πεδίο όπου μπορεί να “παρκάρεται” χρήμα, ειδικά όταν οι έλεγχοι πραγματικών δικαιούχων και προέλευσης κεφαλαίων δεν είναι αποτελεσματικοί.
Γι’ αυτό και η συζήτηση στη Βουλή, ακόμη κι όταν ξεκίνησε από το “ποιος αγοράζει”, κατέληξε αναπόφευκτα στο “πώς ελέγχουμε” και “πού επιτρέπουμε”. Δεν είναι εθνικισμός, είναι κρατική αυτοπροστασία.
Όταν η πώληση αγγίζει την άμυνα
Η Κύπρος δεν είναι η μόνη χώρα που ανακαλύπτει ότι η αγορά γης και ακινήτων μπορεί να γίνει θέμα ασφάλειας. Σε μεγάλες Δυτικές χώρες η συζήτηση έχει ήδη μεταφερθεί σε επίπεδο ειδικών ελέγχων για συναλλαγές ακινήτων κοντά σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή κρίσιμες υποδομές, ενώ σε άλλα κράτη εφαρμόστηκαν προσωρινές απαγορεύσεις ή αυστηροί περιορισμοί σε αγορές από μη κατοίκους, με στόχο να περιοριστεί η πίεση στην κατοικία. Το κοινό νήμα είναι σαφές: όταν η ιδιοκτησία αγγίζει στρατηγικά σημεία, οι κυβερνήσεις επιλέγουν να βλέπουν το θέμα προληπτικά, όχι εκ των υστέρων.
Το στοίχημα: Καθαροί ορισμοί και εφαρμογή που “δαγκώνει”
Οι προτάσεις νόμου θα κριθούν λιγότερο από τη ρητορική τους και περισσότερο από τη μηχανική τους. Αν η Βουλή θέλει πραγματικά να κλείσει τα θεσμικά κενά, θα πρέπει ν’ απαντήσει σε τρία πρακτικά ερωτήματα: Πρώτον, πώς ορίζονται οι ευαίσθητες ζώνες με τρόπο μετρήσιμο και εφαρμόσιμο – όχι με γενικόλογες λέξεις που θα γεννούν παραθυράκια. Δεύτερον, πώς διασφαλίζεται ότι ο πραγματικός δικαιούχος αποκαλύπτεται και ελέγχεται, ειδικά όταν εμπλέκονται εταιρείες. Και τρίτον, πώς αντιμετωπίζονται οι εκχωρήσεις και κάθε τεχνική που αλλάζει έλεγχο χωρίς να “φωνάζει” μεταβίβαση.
Αν αυτό γίνει, η αγορά δεν θα “παγώσει”. Θ’ αποκτήσει κανόνες που προστατεύουν εκεί που πρέπει να προστατεύεται. Αν δεν γίνει, τότε η φράση «ξέφραγο αμπέλι» θα συνεχίσει να επιστρέφει – όχι ως υπερβολή, αλλά ως περιγραφή ενός κράτους που προσπαθεί να ρυθμίσει την πιο κρίσιμη γεωγραφία του, με εργαλεία που αφήνουν χαραμάδες.