Η παραβατικότητα των παιδιών: Ο ρόλος
Η ανάπτυξη της συμπεριφοράς των παιδιών δεν εξαρτάται μόνο από το περιβάλλον ή τη γονική καθοδήγηση, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα της σύνθετης αλληλεπίδρασης νευροβιολογικών μηχανισμών και κοινωνικών παραγόντων. Η θεωρία του Russell τονίζει ότι η γονική επίδραση παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς των παιδιών και στην πρόληψη παραβατικότητας.
Το πρώτο διάγραμμα δείχνει την επίδραση των γονέων στις κρίσιμες ηλικίες 0–18 ετών.
Η επιρροή των γονέων στη συμπεριφορά των παιδιών είναι ιδιαίτερα έντονη στα πρώτα χρόνια και αλλάζει καθώς το παιδί μεγαλώνει. Στην ηλικία 0–3 ετών, οι γονείς έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή. Η στοργή, η ασφάλεια και ο δεσμός που δημιουργείται με το παιδί θέτουν τα θεμέλια για αυτορρύθμιση και εμπιστοσύνη. Μεταξύ 3–6 ετών, η γονική καθοδήγηση συνεχίζει να είναι καθοριστική, βοηθώντας το παιδί να αναπτύξει αυτοέλεγχο και κοινωνικές δεξιότητες, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο παραβατικής συμπεριφοράς. Κατά την περίοδο 6–12 ετών, η άμεση επιρροή των γονέων μειώνεται σταδιακά, καθώς τα παιδιά αποκτούν μεγαλύτερη επαφή με τους συνομηλίκους και αρχίζουν να δοκιμάζουν νέες κοινωνικές δεξιότητες. Τέλος, στην εφηβεία, από 12 έως 18 ετών, η γονική επιρροή μειώνεται ακόμα περισσότερο και οι φίλοι, οι συνομήλικοι και η κοινωνική πίεση γίνονται οι κύριοι παράγοντες διαμόρφωσης της συμπεριφοράς, καθιστώντας αυτή την περίοδο κρίσιμη για την εμφάνιση παραβατικών συμπεριφορών.
Το δεύτερο διάγραμμα συνδέει τα νευροβιολογικά στάδια του εγκεφάλου με την παραβατικότητα
Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, ο εγκέφαλός τους αλλάζει συνεχώς, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά και την κοινωνική τους προσαρμογή. Στα πρώτα χρόνια, από 0 έως 3 ετών, ο εγκέφαλος αναπτύσσει εκρηκτικά συνάψεις, ενώ η αμυγδαλή και ο μετωπιαίος φλοιός αρχίζουν να διαμορφώνουν την ικανότητα εμπιστοσύνης και συναισθηματικής ρύθμισης. Στα 3–6 έτη, ο μετωπιαίος φλοιός ενισχύεται περαιτέρω, βελτιώνοντας τον έλεγχο παρορμήσεων και την κατανόηση κοινωνικών κανόνων. Κατά την ηλικία 6–12 ετών, η ηθική κρίση και ο αυτοέλεγχος βελτιώνονται μέσω μυελίνωσης και ταχύτερης νευρικής μετάδοσης, ενισχύοντας την ικανότητα λογικής και λήψης αποφάσεων. Τέλος, στην εφηβεία, από 12 έως 18 ετών, ο προμετωπιαίος φλοιός συνεχίζει να ωριμάζει, ενώ τα δίκτυα ανταμοιβής ενισχύουν την αναζήτηση κοινωνικής αποδοχής και ρίσκου, καθιστώντας την ηλικία αυτή πιο ευάλωτη σε παρορμητική ή παραβατική συμπεριφορά.
Το τρίτο διάγραμμα δείχνει πώς η κοινωνική επιρροή των συνομηλίκων αντικαθιστά σταδιακά τη γονική επιρροή.
Η δυναμική της επιρροής αλλάζει καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν. Στα πρώτα χρόνια, από 0 έως 3 ετών, η γονεϊκή επίδραση είναι πολύ ισχυρή και η κοινωνική επιρροή σχεδόν ανύπαρκτη. Καθώς τα παιδιά φτάνουν στην ηλικία 6–12 ετών, η επίδραση των φίλων αρχίζει να αυξάνεται, ενώ η γονική παρέμβαση αρχίζει να μειώνεται σταδιακά. Στην εφηβεία, από 12 έως 18 ετών, η κοινωνική πίεση των συνομηλίκων κορυφώνεται, καθιστώντας την κύρια δύναμη διαμόρφωσης της συμπεριφοράς, ενώ η άμεση γονική επίδραση είναι πλέον περιορισμένη. Αυτή η αλλαγή εξηγεί γιατί η εφηβεία αποτελεί κρίσιμη περίοδο για την εμφάνιση παραβατικών συμπεριφορών. Επίσης τα δεδομενα αυτά εξηγούν γιατί η παραβατική συμπεριφορά συχνά εκδηλώνεται στην εφηβεία, όταν οι συνομηλίκοι και η κοινωνία γίνονται πιο σημαντικοί παράγοντες από τους γονείς.
Η παραβατική συμπεριφορά των παιδιών δεν γεννιέται τυχαία· αποτελεί καρπό της σύνθετης αλληλεπίδρασης μεταξύ νευροβιολογικών τάσεων και της επίδρασης που δέχεται από τους γονείς και το κοινωνικό του περιβάλλον. Οι γονείς ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή στις πρώτες ηλικίες, από 0 έως 6 έτη, ενώ η σταθερή, έμμεση στήριξη κατά τα έτη 12–15 εξακολουθεί να έχει καθοριστική σημασία.
Η σωστή συναισθηματική υποστήριξη, η θέσπιση σαφών και δίκαιων κανόνων, καθώς και η έγκαιρη παρέμβαση, λειτουργούν σαν ασπίδα που μειώνει την πιθανότητα παραβατικών συμπεριφορών. Παράλληλα, η γνώση της ανάπτυξης του εγκεφάλου και των κοινωνικών επιρροών εξοπλίζει τους γονείς με τα απαραίτητα εργαλεία για να καθοδηγήσουν τα παιδιά τους με σοφία και συνέπεια.
Η θεωρία του Russell μάς υπενθυμίζει με διαύγεια πως η γονική καθοδήγηση δεν περιορίζεται σε απλές συμβουλές ή εντολές. Αντιθέτως, αποτελεί ζωτικό εργαλείο για τη διαμόρφωση του εγκεφάλου, της προσωπικότητας και της κοινωνικής συμπεριφοράς, και μπορεί να αποτελέσει το «θεμέλιο» που αποτρέπει μελλοντικές παραβατικές τάσεις. Άλλωστε το δέντρο της συμπεριφοράς ανθίζει όταν οι ρίζες του ποτίζονται με αγάπη, όρια και συνεπή καθοδήγηση.
Το τέταρτο διάγραμμα παρουσιάζει συνοπτικά τα συμπεράσματα του άρθρου.
*Ψυχολόγος, Διδάκτορας Εξελικτικής-Σχολικής ψυχολογίας, Μ.Α Διοίκηση εκπαιδευτικών μονάδων, Msc Χρηματοοικονομικά και Ναυτιλιακά, Μ.Α ART therapist, Pgp Συμβουλευτική ψυχολογία, Ειδίκευση στη Συστημική θεραπεία και στη Γνωστική-Αναλυτική θεραπευτική αντιμετώπιση.