Ιράν: Το 24ωρο της σφαγής, η απούσα Κίνα και ο ρόλος της Μοσάντ στις διαδηλώσεις
Η καταστολή πραγματοποιήθηκε υπό την κάλυψη καθολικού μπλακ-άουτ στο διαδίκτυο
Ένα σκοτεινό 24ωρο βίας και φόβου εκτυλίχθηκε στο Ιράν, αποκαλύπτοντας με τον πιο ωμό τρόπο το εύρος και την ένταση της σύγκρουσης ανάμεσα στην κοινωνία και το καθεστώς. Η αιματοχυσία αυτή, που επισήμως παρουσιάστηκε ως «αποκατάσταση της τάξης», συνδέεται άρρηκτα με την κλιμακούμενη απελπισία του καθεστώτος απέναντι σε μια εξέγερση με βαθύτερα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά αίτια. Την ίδια στιγμή, η κρίση στο εσωτερικό του Ιράν τέμνεται με ένα σύνθετο διεθνές σκηνικό. Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, η διστακτική στάση της Κίνας, η πίεση των κυρώσεων και οι κινήσεις των περιφερειακών και μυστικών παικτών, όπως το Ισραήλ και η Μοσάντ, συνθέτουν ένα περιβάλλον γεωπολιτικής ασφυξίας για την Τεχεράνη.
Το 24ωρο της σφαγής
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι δολοφονίες διαδηλωτών έχουν σταματήσει. Σύμφωνα με αναλυτές, αν αυτό ισχύει, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας είχαν εξαπολύσει, από τα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, ένα πρωτοφανές κύμα βίας, το οποίο, σύμφωνα με μαρτυρίες, άφησε πίσω του ένα βαρύ, τεταμένο κλίμα σε πολλές πόλεις του Ιράν.
Η καταστολή πραγματοποιήθηκε υπό την κάλυψη καθολικού μπλακ-άουτ στο διαδίκτυο και εκτεταμένων διακοπών στις τηλεφωνικές επικοινωνίες, γεγονός που καθιστά δύσκολη την αποτίμηση της πραγματικής της έκτασης. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιχειρούν να συγκροτήσουν μια πλήρη εικόνα του αριθμού των θυμάτων, συγκεντρώνοντας στοιχεία που περιλαμβάνουν φωτογραφίες με σακούλες νεκρών και μαρτυρίες συγγενών, ιατρικού προσωπικού και αυτοπτών μαρτύρων.
Ωστόσο, οι εκτιμήσεις οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υπηρεσιών πληροφοριών παραπέμπουν σε αιματοχυσία που υπερβαίνει κατά πολύ τον φόρο αίματος προηγούμενων διαδηλώσεων, ανεξαρτήτως του τελικού απολογισμού.
Αρχικά, Ιρανοί αξιωματούχοι είχαν αναγνωρίσει τα οικονομικά αίτια που πυροδότησαν την αναταραχή στα τέλη Δεκεμβρίου. Καθώς όμως η πίεση προς το καθεστώς αυξανόταν, η ρητορική άλλαξε. Μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα, ο επικεφαλής της Δικαιοσύνης προειδοποιούσε ότι δεν θα υπάρξει καμία επιείκεια για όσους «βοηθούν τους εχθρούς της Ισλαμικής Δημοκρατίας», ενώ άλλοι κορυφαίοι αξιωματούχοι μιλούσαν απειλητικά για πόλεμο με «ξένους υποκινούμενους τρομοκράτες».
Το απόγευμα της 8ης Ιανουαρίου, μεγάλα πλήθη βγήκαν στους δρόμους σε ολόκληρη τη χώρα. Τα συνθήματα που ακούγονταν και γράφονταν στους τοίχους καλούσαν στην πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας και περιελάμβαναν κραυγές όπως «Θάνατος στον δικτάτορα».
Αυτήν τη φορά, οι δυνάμεις του καθεστώτος ήταν προετοιμασμένες να διαδραματίσουν πολύ πιο φονικό ρόλο. Παραστρατιωτικές μονάδες των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και μέλη της πολιτοφυλακής Μπασίτζ, συχνά με πολιτικά, αναπτύχθηκαν μαζικά σε όλη τη χώρα, πολλές φορές οπλισμένοι με αυτόματα Καλάσνικοφ. Σε μια περίπτωση, στα δυτικά της Τεχεράνης, καταγράφηκαν δυνάμεις ασφαλείας με βαρύ πολυβόλο τοποθετημένο σε καρότσα αγροτικού οχήματος, σύμφωνα με επαληθευμένο οπτικό υλικό που επικαλούνται Δυτικά ΜΜΕ.
Ιατροί περιέγραψαν μια δραματική αλλαγή μετά τη διακοπή του διαδικτύου. Όπως ανέφερε γιατρός, μέχρι περίπου τις 8 το βράδυ η κατάσταση έμοιαζε σχετικά ήρεμη. Σύντομα όμως άρχισαν να ακούγονται πυροβολισμοί, κραυγές και εκρήξεις, ενώ στα νοσοκομεία κατέφθαναν τραυματίες με θανατηφόρα τραύματα από πυρά εξ επαφής.
Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των νεκρών ποικίλλουν δραματικά, από μερικές εκατοντάδες, όπως αναγνώρισε ο Ιρανός Υπουργός Εξωτερικών σε πρόσφατη συνέντευξη, έως αρκετές χιλιάδες, σύμφωνα με ορισμένες οργανώσεις και υπηρεσίες πληροφοριών. Αν και η συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων ήταν διαδηλωτές, οργανώσεις αναφέρουν και δεκάδες νεκρούς από τις κυβερνητικές δυνάμεις.
Κατά τις επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις των τελευταίων δύο δεκαετιών, η απάντηση του καθεστώτος γίνεται ολοένα και πιο βίαιη. Δεκάδες σκοτώθηκαν το 2009, στο πλαίσιο του «Πράσινου Κινήματος», ενώ στις διαδηλώσεις του 2022 για την υποχρεωτική μαντίλα, μετά τον θάνατο της Μαχσά Αμινί υπό αστυνομική κράτηση, καταγράφηκαν 551 νεκροί.
Η ηγεσία του Ιράν δεν κρύβει τη σκληρή γραμμή της. Ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ χαρακτήρισε τους διαδηλωτές «πράκτορες του εχθρού» και κάλεσε τις δυνάμεις ασφαλείας να δράσουν με «πλήρη ισχύ». Ο γενικός εισαγγελέας προειδοποίησε ότι όσοι καταστρέφουν περιουσίες ή παίρνουν τα όπλα μπορεί να κατηγορηθούν ως «εχθροί του Θεού», κατηγορία που επισύρει τη θανατική ποινή. Παράλληλα, το Υπουργείο Πληροφοριών έστειλε προειδοποιητικά μηνύματα στα κινητά τηλέφωνα, καλώντας τους γονείς ν’ αποτρέψουν τα παιδιά τους από τη συνεργασία με «τρομοκράτες μισθοφόρους».
Πού βρίσκεται η Κίνα;
Καθώς οι μαζικές διαδηλώσεις στους δρόμους και η επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση συνεχίζουν να ασκούν έντονη πίεση στην ιρανική κυβέρνηση, ο βασικός της σύμμαχος, η Κίνα, εμφανίζεται αξιοσημείωτα συγκρατημένος. Αντί να ενισχύσει την Τεχεράνη σε μια περίοδο κρίσης, η συνεργασία που επί χρόνια προκαλούσε ανησυχία σε κυβερνήσεις της Δύσης και της Μέσης Ανατολής δείχνει τα όρια και τη μειωμένη ανθεκτικότητά της.
Παράλληλα, ο Τραμπ αύξησε περαιτέρω την πίεση προς το Ιράν και το Πεκίνο, ανακοινώνοντας ότι η Ουάσιγκτον θα επιβάλει πρόσθετο δασμό 25% σε χώρες που διατηρούν εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν. Αν και δεν διευκρίνισε τον τρόπο εφαρμογής του μέτρου, η κίνηση αυτή εγκυμονεί τον κίνδυνο να διαταράξει την εμπορική εκεχειρία που είχε συμφωνηθεί τον Οκτώβριο στη Νότια Κορέα μεταξύ Τραμπ και του Κινέζου Προέδρου Σι Τζινπίνγκ.
Η απροθυμία του Πεκίνου να ταχθεί πιο ξεκάθαρα στο πλευρό της Τεχεράνης θυμίζει τη στάση που είχε τηρήσει και απέναντι στη Βενεζουέλα, πριν από την αμερικανική επιχείρηση κατά του καθεστώτος Μαδούρο, παρά το γεγονός ότι η Κίνα υπήρξε ο μεγαλύτερος αγοραστής βενεζουελανικού πετρελαίου εν μέσω αμερικανικών κυρώσεων.
Ανάλογη είναι και η σχέση της Κίνας με το Ιράν. Το Πεκίνο αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Τεχεράνης, απορροφώντας, σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Για την παράκαμψη των κυρώσεων, το πετρέλαιο συχνά μεταφέρεται μέσω μεταφορτώσεων από πλοίο σε πλοίο και οι πληρωμές γίνονται με χρηματοδοτήσεις έργων υποδομής, εκτός των παραδοσιακών τραπεζικών συστημάτων.
Παρά ταύτα, το ιρανικό πετρέλαιο αντιστοιχούσε πέρυσι μόλις στο 12% των συνολικών εισαγωγών πετρελαίου της Κίνας, ποσοστό που οι κινεζικές εταιρείες διύλισης θα μπορούσαν, θεωρητικά, ν’ αντικαταστήσουν από άλλες πηγές. Το 2024, η Κίνα εξήγαγε επισήμως στο Ιράν προϊόντα αξίας 8,9 δισ. δολαρίων και εισήγαγε ιρανικά προϊόντα - όπως σιδηρομετάλλευμα, χαλκό και χημικά - αξίας 4,4 δισ. δολαρίων. Οι συναλλαγές αυτές αποτελούν απειροελάχιστο μέρος του συνολικού παγκόσμιου εμπορίου της Κίνας, που φτάνει τα 6 τρισ. δολάρια.
Για το Ιράν, ωστόσο, οι εμπορικοί δεσμοί με την Κίνα είναι ζωτικής σημασίας. «Για το Πεκίνο, το Ιράν δεν είναι ο απόλυτος στόχος, αλλά ένας τρόπος να εξασφαλίσει ενέργεια και πρόσβαση στη Μέση Ανατολή», σημείωσε ο Τσονγκ Τζα Ιάν, αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης. «Για το Ιράν, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας λειτουργεί, σε περιορισμένο βαθμό, ως σανίδα σωτηρίας μέσα σε ένα περιβάλλον σκληρών κυρώσεων», πρόσθεσε.
Τα όρια αυτής της «σανίδας σωτηρίας» έγιναν εμφανή καθώς τα οικονομικά προβλήματα τροφοδότησαν τις διαδηλώσεις, δημιουργώντας μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στα 47 χρόνια διακυβέρνησης της Ισλαμικής Δημοκρατίας. «Η κινεζική στήριξη είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί για να σώσει πλήρως το Ιράν», υπογράμμισε ο Τσονγκ.
Η Κίνα και το Ιράν, μαζί με τη Ρωσία και τη Βόρεια Κορέα, συγκροτούν έναν άτυπο άξονα που ορισμένοι Δυτικοί αξιωματούχοι αποκαλούν «Crink», χώρες που ενώνονται από την επιθυμία να περιορίσουν την αμερικανική επιρροή. Η Κίνα έχει συμβάλει στη στήριξη της ρωσικής οικονομίας και στην παροχή υλικών διπλής χρήσης για τη στρατιωτική της βιομηχανία, ενώ το Ιράν έχει προμηθεύσει τη Μόσχα με πυρομαχικά και έχει συμβάλει στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών για τον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου η Βόρεια Κορέα έστειλε χιλιάδες στρατιώτες για να πολεμήσουν στο πλευρό της Ρωσίας.
Παρά ταύτα, μετά τα ισραηλινά και αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν το περασμένο έτος, οι υπόλοιπες χώρες του άξονα έκαναν ελάχιστα για να στηρίξουν την Τεχεράνη. Αναλυτές σημειώνουν ότι το Πεκίνο παρέμεινε επιφυλακτικό, φοβούμενο την έκθεση των τραπεζών και των μεγάλων κινεζικών εταιρειών σε αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις.
Ο ρόλος της Μοσάντ
Οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις και συνολικά το Ισραήλ στον δημόσιο λόγο κάνουν ό,τι μπορούν για να μείνουν εκτός της τρέχουσας κρίσης που προκαλούν οι διαδηλώσεις στο Ιράν, ώστε να μη βρεθούν στο στόχαστρο της Τεχεράνης με βαλλιστικούς πυραύλους. Τι συμβαίνει όμως με τη Μοσάντ, που παραδοσιακά δρα στο παρασκήνιο;
Σύμφωνα με ανάλυση της Jerusalem Post, η Μοσάντ δεν κινείται πλέον στο Ιράν τόσο «στις σκιές» όσο στο παρελθόν. Τον περασμένο Ιούνιο, εκατοντάδες πράκτορές της συμμετείχαν στον 12ήμερο πόλεμο του Ισραήλ, ο οποίος, σύμφωνα με εκτιμήσεις, προκάλεσε σοβαρά πλήγματα στο ιρανικό πρόγραμμα πυρηνικών όπλων, στο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων, στα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας και οδήγησε στον θάνατο δεκάδων ανώτερων στρατιωτικών και στελεχών των υπηρεσιών πληροφοριών του Ιράν.
Μετά το πέρας των συγκρούσεων, ο επικεφαλής της Μοσάντ, Νταβίντ Μπαρνέα, προχώρησε σε μια σπάνια και αιφνιδιαστική δημόσια δήλωση, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά τη συνέχιση της δράσης της υπηρεσίας στην ιρανική επικράτεια. «Το Ισραήλ θα συνεχίσει να είναι εκεί, όπως ήταν μέχρι σήμερα», δήλωσε, απευθυνόμενος τόσο στα στελέχη της Μοσάντ όσο και στο ευρύτερο κοινό.
Στις 29 Δεκεμβρίου, ένας λογαριασμός στο X (πρώην Twitter), που αποδίδεται στη Μοσάντ και λειτουργεί στην περσική γλώσσα, κάλεσε τους Ιρανούς να διαδηλώσουν κατά του καθεστώτος, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι η ισραηλινή υπηρεσία πληροφοριών βρίσκεται «κυριολεκτικά μαζί τους» στους δρόμους. «Βγείτε όλοι μαζί στους δρόμους. Η ώρα έφτασε», ανέφερε η ανάρτηση, προσθέτοντας: «Είμαστε μαζί σας. Όχι μόνο από μακριά και με λόγια. Είμαστε μαζί σας στο πεδίο».
Παρότι πηγές της Μοσάντ αρνήθηκαν οποιαδήποτε επίσημη σχέση με τον συγκεκριμένο λογαριασμό, είναι ευρέως γνωστό ότι η Μοσάντ, η CIA και άλλες υπηρεσίες πληροφοριών χρησιμοποιούν συχνά «βιτρίνες» ή μη επίσημα συνδεδεμένα σχήματα για τη διεξαγωγή μυστικών επιχειρήσεων ή ψυχολογικού πολέμου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι εκρήξεις και οι καταστροφές στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Νατάνζ τον Ιούλιο του 2020. Την ευθύνη τότε ανέλαβε μια άγνωστη οργάνωση, η οποία αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ήταν ανύπαρκτη. Ωστόσο, η διεθνής κοινότητα αλλά και το ίδιο το Ιράν απέδωσαν την επιχείρηση στη Μοσάντ. Ο πρώην επικεφαλής της υπηρεσίας, Γιόσι Κοέν, άφησε σαφείς αιχμές στο βιβλίο του «Το Σπαθί της Ελευθερίας», περιγράφοντας με λεπτομέρειες το σαμποτάζ και επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά την εμπλοκή.
Και σε αυτήν την περίπτωση, πηγές της Μοσάντ έσπευσαν ν’ αποστασιοποιηθούν, αρνούμενες οποιαδήποτε ρητή εμπλοκή στις διαδηλώσεις. Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι η παρούσα συγκυρία δεν επιτρέπει στο Ισραήλ ν’ αναγνωρίσει δημόσια οποιονδήποτε ρόλο, χωρίς να υπονομεύσει το βασικό αφήγημα ότι πρόκειται για μια αυθεντική εξέγερση Ιρανών πολιτών ενάντια σε ένα αυταρχικό καθεστώς.
Σε κάθε περίπτωση, το πλήρες εύρος της εμπλοκής της ισραηλινής υπηρεσίας πληροφοριών πιθανότατα θ’ αποκαλυφθεί μόνον όταν κατακαθίσει ο «καπνός» της τρέχουσας κρίσης. Όταν όμως πρόκειται για τη Μοσάντ και το Ιράν, οι εξελίξεις σχεδόν πάντα κρύβουν πολύ περισσότερα απ’ όσα φαίνονται με μια πρώτη ματιά.