Καποδίστριας και Μακάριος: δύο ηγέτες, δύο εποχές, δύο διαδρομές – κρίσιμες επιλογές
Η προβολή της ταινίας «Καποδίστριας» στις κινηματογραφικές αίθουσες την ημέρα των Χριστουγέννων, σε συνδυασμό με τον ιδιαίτερο συμβολισμό του Ιανουαρίου —την 18η Ιανουαρίου, επέτειο ανάληψης των καθηκόντων του Καποδίστρια ως πρώτου Κυβερνήτη, και την 19η Ιανουαρίου, ημέρα των ονομαστηρίων του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (και της γνωστής «Πορείας Μακαρίου»)— προσφέρει μια ιδανική αφορμή για ιστορικό αναστοχασμό. Πρόκειται για δύο ηγετικές φυσιογνωμίες που κλήθηκαν να διαχειριστούν την τύχη των λαών τους ως πρώτοι ηγέτες των ελεύθερων κρατών της Ελλάδας και της Κύπρου σε κρίσιμες μεταβατικές περιόδους. Παρά το ότι και οι δύο αναγνωρίζονται ως μεγάλοι ηγέτες, η ιστορική αποτίμηση των επιλογών τους αναδεικνύει σημαντικές διαφορές στη μεθοδολογία και στα αποτελέσματα της διακυβέρνησής τους.
Ιωάννης Καποδίστριας – Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας
Ο Ιωάννης Καποδίστριας, Ευρωπαίος διπλωμάτης καριέρας, υπήρξε ο θεμελιωτής του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Επιχείρησε να μεταφέρει δυτικά πρότυπα και να οικοδομήσει θεσμούς από το μηδέν σε μια περιοχή χωρίς προηγούμενες δομές, η οποία μόλις έβγαινε από την οθωμανική κυριαρχία. Με ευρωπαϊκή παιδεία και υψηλή διπλωματική κατάρτιση, εισήγαγε σύγχρονα πρότυπα διοίκησης, ίδρυσε εκπαιδευτικά ιδρύματα και καθιέρωσε το πρώτο εθνικό νόμισμα, τον Φοίνικα. Με λίγα λόγια, οικοδόμησε κράτος, αντικαθιστώντας το χάος με την τάξη.
Ωστόσο, η προηγούμενη σταδιοδρομία του ως Υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου (της Ρωσίας) επιβάρυνε τη διεθνή του εικόνα. Οι λεγόμενες δυτικές δυνάμεις τον αντιμετώπιζαν με καχυποψία, θεωρώντας τον «ρωσόφιλο» και τοποτηρητή ρωσικών συμφερόντων στη Μεσόγειο. Η γεωπολιτική αυτή ταυτότητα, δυστυχώς τον κυνηγούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του ως «Κυβερνήτης». Ο δε αναγκαίος συγκεντρωτισμός, που επέδειξε αποτέλεσε τη μέθοδο για να καμφθούν οι αντιστάσεις των τοπικών εξουσιών και να υπάρξει μια ομαλή μετάβαση από το επαναστατικό χάος στη θεσμική ευνομία. Ως πρώτος κυβερνήτης έθεσε τις βάσεις για τη μετατροπή της Ελλάδας από οθωμανική επαρχία σε μέρος του δυτικού κόσμου, πληρώνοντας τελικά την αφοσίωσή του στο εθνικό έργο με τη ζωή του. Η δολοφονία του σηματοδότησε την παλινόρθωση αναχρονιστικών μηχανισμών που ο ίδιος είχε επιχειρήσει να εκριζώσει.
Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Γ΄- Ο πρώτος Πρόεδρος της Κύπρου
Αντίθετα, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος φαίνεται να αξιοποίησε αυτούς τους μηχανισμούς για να εδραιωθεί ως ο απόλυτος ηγέτης του νέου κυπριακού κράτους. Η ιστορική κριτική εστιάζει συχνά στη διαχείριση των εσωτερικών και διεθνών ισορροπιών, καθώς η στρατηγική του —μια πορεία «στην άκρη του γκρεμού»— ενείχε υψηλούς κινδύνους. Παρόλο που ταυτίστηκε με τον αντιαποικιακό αγώνα και την αυτοδιάθεση της Κύπρου, ορισμένοι χειρισμοί του θεωρούνται σήμερα αμφιλεγόμενοι ως προς τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του νησιού.
Παρέλαβε από τους Βρετανούς ένα σύγχρονο και οργανωμένο κράτος, το οποίο ανέπτυξε περαιτέρω. Ωστόσο, η τακτική του, σε συνδυασμό με τον διπλό ρόλο του ως εκκλησιαστικού (όρκος της «Φανερωμένης» - ευκταίο) και πολιτικού ηγέτη (όρκος ΠτΔ με βάση το Σύνταγμα - εφικτό), πυροδότησαν αποφάσεις του, που οδήγησαν στην κρίσιμη δεκαετία 1964–1974, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του 1974. Η μονομερής πρότασή του για τα «13 σημεία» το 1963, με στόχο την αναθεώρηση του δικοινοτικού χαρακτήρα του κράτους, οδήγησε στην κατάρρευση των Συμφωνιών Ζυρίχης–Λονδίνου και σε μια δεκαετή περίοδο εσωτερικής αστάθειας. Ακόμη και όταν οι Τουρκοκύπριοι δέχτηκαν 12 από τις 13 προτάσεις το 1972, ο Μακάριος αρνήθηκε τον συμβιβασμό.
Η γεωπολιτική του τοποθέτηση στο «Κίνημα των Αδεσμεύτων» και η προσέγγιση με το σοβιετικό μπλοκ —που του χάρισε το προσωνύμιο «Κάστρο της Μεσογείου»— ενίσχυσαν από τη μια το προσωπικό του προφίλ, αλλά ενδέχεται να συνέβαλαν στη διπλωματική απομάκρυνση της Κύπρου από τη Δύση σε κρίσιμες στιγμές. Σε αντίθεση με τη θετική κληρονομιά του Καποδίστρια στην κρατική οικοδόμηση, η περίοδος του Μακαρίου συνδέθηκε με επώδυνες συνέπειες και εξελίξεις για το κράτος μας, παρά το ότι ο ίδιος παρέμεινε εξαιρετικά δημοφιλής στο εσωτερικό.
Σε μια συνολική αποτίμηση, ο Καποδίστριας φαίνεται να ενσάρκωσε μια ηθική ευθύνης απέναντι στη δημιουργία του κράτους, ενώ ο Μακάριος κινήθηκε συχνά μεταξύ μιας ηθικής απόλυτων σκοπών και μιας πολιτικής υψηλού ρίσκου. Η ιστορία καταγράφει τον πρώτο ως ανιδιοτελή αρχιτέκτονα των θεμελίων του έθνους, που θυσιάστηκε για να ζήσει το κράτος, και τον δεύτερο ως ηγέτη που επέζησε των κρίσεων, αλλά άφησε την πατρίδα του αντιμέτωπη με δυσεπίλυτα αδιέξοδα.
Η ταινία «Καποδίστριας» λειτουργεί ως καθρέφτης της τραγικότητας της ηγεσίας, υπενθυμίζοντας ότι το «timing» στην ιστορία είναι συχνά πιο αμείλικτο από τις προθέσεις των ηγετών. Η σύμπτωση των δύο επετείων του Ιανουαρίου μάς καλεί να αναλογιστούμε το βάρος της ευθύνης και τη διαχρονική δυσκολία του ελληνισμού να ισορροπήσει ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους χωρίς να συνθλιβεί. Τελικά, η κινηματογραφική αφορμή δεν αποτελεί μόνο μάθημα ιστορίας, αλλά και υπενθύμιση της διαφοράς ανάμεσα στον ηγέτη που γίνεται θεμέλιο για το μέλλον και σε εκείνον που βλέπει το όραμά του να ακρωτηριάζεται μέσα από τις συμπληγάδες της εποχής του.
*Εκπαιδευτικός Δημοτικής Εκπαίδευσης