«Συμβούλιο Ειρήνης» του Ντόναλντ Τραμπ: Προκλήσεις για Κύπρο
Οι επιστολές του προέδρου των ΗΠΑ προς αρχηγούς κρατών για συμμετοχή στο «Συμβούλιο Ειρήνης», δεν είναι τυπική διπλωματική πράξη, ούτε απλή χειρονομία καλής θέλησης. Αποτελούν πολιτικό κείμενο με σαφές στρατηγικό αποτύπωμα, που αποκαλύπτει μια ευρύτερη φιλοδοξία. Τη δημιουργία μιας νέας διεθνούς αρχιτεκτονικής ειρήνης, με κεντρικό πυλώνα το λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» (Board of Peace). Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που επιχειρεί να επανακαθορίσει τον τρόπο που λαμβάνονται αποφάσεις σε ζητήματα διεθνούς ασφάλειας και επίλυσης συγκρούσεων, αμφισβητώντας ευθέως την αποκλειστικότητα και την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων πολυμερών θεσμών, και κυρίως του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Το «Συμβούλιο Ειρήνης» παρουσιάζεται, τόσο στις επιστολές όσο και στον Καταστατικό Χάρτη που έχει δημοσιοποιηθεί, ως ένας «μοναδικός» θεσμός, χωρίς ιστορικό προηγούμενο, που θα απαρτίζεται από κράτη πρόθυμα να αναλάβουν ενεργό και δεσμευτικό ρόλο στην οικοδόμηση της ειρήνης. Η ρητορική που χρησιμοποιείται παραπέμπει ευθέως στη λογική της πολιτικής αποτελεσματικότητας και της ταχείας δράσης, σε αντίστιξη με τη γραφειοκρατία, τις ισορροπίες και τις εσωτερικές αντιφάσεις που, κατά την προσέγγιση Τραμπ, χαρακτηρίζουν τον ΟΗΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αμερικανός πρόεδρος προβάλλει το Συμβούλιο ως συνέχεια του «Συνολικού Σχεδίου για τον Τερματισμό της Σύγκρουσης στη Γάζα», που, όπως υπενθυμίζει, έτυχε στήριξης από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Η αναφορά αυτή δεν λειτουργεί μόνο ως νομιμοποιητικό έρεισμα, αλλά και ως ένδειξη της πρόθεσης να δημιουργηθεί ένας παράλληλος μηχανισμός, λιγότερο δεσμευμένος από τις υφιστάμενες διαδικασίες.
Η σχέση του «Συμβουλίου Ειρήνης» με τον ΟΗΕ συνιστά ίσως το πιο κρίσιμο και αμφιλεγόμενο στοιχείο της πρωτοβουλίας. Τυπικά, δεν τίθεται ζήτημα άμεσης ρήξης. Αντιθέτως, ο Χάρτης αναγνωρίζει τον ρόλο των Ηνωμένων Εθνών και επικαλείται τη διεθνή νομιμότητα. Στην πράξη, ωστόσο, το Συμβούλιο εμφανίζεται ως ένας μηχανισμός που φιλοδοξεί να υπερβεί τα αδιέξοδα της πολυμέρειας, περιορίζοντας την επιρροή χωρών που, κατά την αμερικανική ανάγνωση, χρησιμοποιούν το δικαίωμα βέτο ή τη διαδικαστική ισχύ για να παρεμποδίσουν ουσιαστικές λύσεις. Πρόκειται για μια λογική «επιλεκτικής πολυμέρειας», όπου η συμμετοχή δεν είναι καθολική, αλλά βασίζεται στην πολιτική βούληση, στην ισχύ και στην προθυμία ανάληψης ευθύνης.
Αυτή η προσέγγιση, ωστόσο, εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Ένας θεσμός εκτός του πλαισίου του ΟΗΕ μπορεί να λειτουργήσει πιο ευέλικτα, αλλά ταυτόχρονα στερείται της καθολικής νομιμοποίησης που προσφέρει η διεθνής κοινότητα στο σύνολό της. Για πολλούς αναλυτές, το «Συμβούλιο Ειρήνης» συνιστά μια απόπειρα επαναφοράς της αμερικανικής ηγεμονίας στη διεθνή πολιτική, σε μια περίοδο κατά την οποία η πολυπολικότητα και η αμφισβήτηση της δυτικής πρωτοκαθεδρίας εντείνονται. Για άλλους, αποτελεί αναγκαία απάντηση στη θεσμική κόπωση του ΟΗΕ, που, ιδίως σε ζητήματα ασφάλειας, εμφανίζεται συχνά ανίκανος να παράγει απτά αποτελέσματα.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η πολιτική σημειολογία των προσκλήσεων προς συγκεκριμένα κράτη. Η επιλογή των χωρών που φέρονται να βρίσκονται στη λίστα των ιδρυτικών μελών, υποδηλώνει ότι ο Τραμπ επιδιώκει να συγκροτήσει έναν κύκλο κρατών με κοινά χαρακτηριστικά, όπως φιλοαμερικανικό προσανατολισμό, αποδοχή της λογικής των συμφωνιών τύπου “deal”, και διάθεση να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές επιρροής στις περιφέρειές τους. Σ´ αυτό το πλαίσιο, η σημασία της πρόσκλησης προς τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη υπερβαίνει κατά πολύ το επίπεδο της διπλωματικής τιμής.
Για την Κύπρο, μια τέτοια πρόσκληση συνιστά έμμεση αναγνώριση του ρόλου της ως παράγοντα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και ως κράτους με σταθερή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Ταυτόχρονα, εντάσσει το Κυπριακό σ’ ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο, όπου οι λεγόμενες «παγωμένες συγκρούσεις» αντιμετωπίζονται όχι αποκλειστικά ως νομικά ζητήματα, αλλά ως πολιτικά προβλήματα που μπορούν να επιλυθούν μέσω ισχυρών παρεμβάσεων, κινήτρων και πιέσεων. Αυτό ακριβώς το στοιχείο καθιστά την προοπτική συμμετοχής στο «Συμβούλιο Ειρήνης» τόσο ελκυστική όσο και επικίνδυνη.
Από τη μια πλευρά, η άμεση εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών σ´ ένα νέο σχήμα διαχείρισης συγκρούσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει δυναμικές που απουσιάζουν από τη διαδικασία υπό τον ΟΗΕ. Η Τουρκία, ως κατοχική δύναμη, έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι αξιοποιεί τις αδυναμίες του διεθνούς συστήματος για να παγιώνει τα τετελεσμένα. Ένα σχήμα που η Ουάσιγκτον διαδραματίζει κεντρικό ρόλο ενδέχεται να ασκήσει πιέσεις που μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατό να ασκηθούν, ιδίως αν συνδεθούν με ευρύτερα γεωπολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα. Από την άλλη πλευρά, ενδέχεται αποδυνάμωση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Η λογική των «ρεαλιστικών λύσεων», όπως συχνά προβάλλεται από κύκλους κοντά στον Τραμπ, μπορεί να οδηγήσει σε προτάσεις που αποκλίνουν από τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Η δημιουργία ενός παράλληλου διαύλου διαπραγμάτευσης ενδέχεται να αυξήσει την πίεση προς τη Λευκωσία να αποδεχθεί ρυθμίσεις που, αν και παρουσιάζονται ως πρακτικές, υπονομεύουν τη διεθνή νομική θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Συμπερασματικά, το «Συμβούλιο Ειρήνης» του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται ακόμη σε εμβρυικό στάδιο, και πολλά από τα χαρακτηριστικά του παραμένουν ασαφή. Ωστόσο, το πολιτικό του μήνυμα είναι ήδη σαφές. Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να επαναπροσδιορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού στη διεθνή πολιτική, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τη θεσμική πολυμέρεια στη συγκεντρωμένη ισχύ και στη συναλλακτική διπλωματία. Για την Κύπρο, η πρόκληση δεν θα είναι απλώς αν θα συμμετάσχει ή όχι, αλλά πώς θα το πράξει, με ποια στρατηγική και με ποιες κόκκινες γραμμές. Διότι, όπως δείχνει η ιστορία του Κυπριακού, κάθε νέα «ευκαιρία» ειρήνης μπορεί να αποδειχθεί είτε καταλύτης λύσης, είτε παγίδα με μακροχρόνιες συνέπειες.
*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης.