Οδοφράγματα και Ελληνική Κοινότητα
Πώς η «διευκόλυνση» γίνεται παγίωση της διχοτόμησης.
Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, τα οδοφράγματα προβάλλονται ως γέφυρες επικοινωνίας» που υπόσχονται να φέρουν τους ανθρώπους πιο κοντά και να προετοιμάσουν το έδαφος για λύση. Όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Τα οδοφράγματα έχουν μετατραπεί σε μόνιμες δομές με υποδομές, ασφαλιστικές ρυθμίσεις, φορολογικά σχήματα και τεχνικά πρωτόκολλα. Από προσωρινή εξαίρεση στο καθεστώς κατοχής, εξελίσσονται σε λειτουργικούς διαύλους μιας διχοτομημένης καθημερινότητας.
Για την ελληνική κοινότητα, αυτή η εξέλιξη δεν είναι χωρίς συνέπειες. Κάθε νέα ρύθμιση στην κυκλοφορία, το εμπόριο ή τη διακίνηση ανθρώπων και χρήματος, συμβάλλει στην ενίσχυση της κανονικοποίησης του κατοχής.. Σταδιακά, τα κατεχόμενα παύουν να θεωρούνται παράνομος χώρος και εμφανίζεται ως σταθερός συνομιλητής και εταίρος. Η οικονομία, η γλώσσα και η καθημερινή τριβή λειτουργούν υπέρ της παγίωσης της διχοτόμησης, όχι υπέρ της αποκατάστασης των δικαιωμάτων των προσφύγων και της συνταγματικής τάξης.
Η οικονομική διάσταση των οδοφραγμάτων αποτελεί κομβικό στοιχείο. Κάθε διευκόλυνση συνεπάγεται αυξημένη ροή χρήματος από και προς τα κατεχόμενα: ασφάλειες, τεχνικοί έλεγχοι, εμπορικές συναλλαγές, μικρεμπόριο, τουρισμός. Όλα αυτά συνθέτουν ένα πλέγμα που ενισχύει την οικονομική επιβίωση της κατοχικής διοίκησης. Όταν προστίθενται ειδικά εμπορικά καθεστώτα για προϊόντα που θα εξάγονται απευθείας προς την Ε.Ε., η συζήτηση μετατοπίζεται από την επιστροφή της γης στους πρόσφυγες στο πώς θα διευκολυνθεί ο «παραγωγός» και ο «εξαγωγέας» που συχνά είναι έποικος που καλλιεργεί τα χωράφια μας.
Η πρόσφατη εικόνα είναι χαρακτηριστική: ο Χριστοδουλίδης κέρδισε λίγο αφήγημα, ο Ερχιουρμάν απέκτησε λίγο περισσότερη ισχύ. Ο κίνδυνος είναι να παγιωθεί μια γραμμή που λέει:
«Μερικές διευκολύνσεις, λίγη οικονομική ανακούφιση για όλους, και βλέπουμε», ενώ η κατοχή και τα δικαιώματα των προσφύγων παραμένουν στο συρτάρι.
Ο ΟΗΕ χρειάστηκε 3,5 ώρες για να παράξει ένα κείμενο που προσφέρει στο κράτος μαριονέτα αγωγούς, χαλλούμι και καλύτερα οδοφράγματα, και σε μας την ελπίδα για ένα μελλοντικό 5+1 όπου η κυπριακή δημοκρατία δεν υπάρχει. Ο ίδιος ο Πρόεδρός της την υπονομεύει.
Σε πολιτικό επίπεδο, τα οδοφράγματα έχουν επηρεάσει βαθιά τη γλώσσα τής δημόσιας συζήτησης. Από την καταγγελία της κατοχής, πέρασαν στη ρητορική των «δύο πλευρών» που καλούνται να συνεννοηθούν. Χαρακτηριστικά, το ΡΙΚ στις ειδήσεις των οκτώ της πρώτης Ιουλίου μάλιστα μετέδοσε ότι το 2024 έγιναν άνω των 15 εκατομμυρίων από την ελληνοκυπριακή πλευρά και την τουρκική πλευρά. Αυτή η συμμετρική γλώσσα δεν είναι απλώς ρητορικό τέχνασμα. Εγκαθίσταται στη συνείδηση της διεθνούς κοινής γνώμης ως περιγραφή δύο πολιτικών οντοτήτων. Μόλις οι οδοί διέλευσης λειτουργούν μόνιμα και με συμφωνημένους κανόνες, η γραμμή κατάπαυσης του πυρός μοιάζει με «σύνορο» που απλώς χρειάζεται καλύτερη διαχείριση.
Ακριβώς εδώ αναδεικνύεται η ευθύνη των πολιτικών που παρουσιάζουν τα οδοφράγματα ως στρατηγική ειρήνης. Όταν δεν συνοδεύονται από ουσιαστική πρόοδο σε ζητήματα κατοχής, επιστροφής προσφύγων, αποστρατιωτικοποίησης και σεβασμού των δικαιωμάτων της ελληνικής κοινότητας, τα νέα περάσματα λειτουργούν ως εργαλεία εθισμού στη διχοτόμηση. Ηγεσίες που προωθούν τεχνικές ρυθμίσεις χωρίς να προστατεύουν τη διαπραγματευτική θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας, τελικά την υπονομεύουν.
Ο αντίλογος είναι γνωστός ότι χωρίς επαφή δεν υπάρχει προοπτική συνεννόησης, οι άνθρωποι πρέπει να συναντώνται, να συναλλάσσονται, να γκρεμίζουν στερεότυπα. Όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι: Προς ποια κατεύθυνση κινείται αυτή η επαφή; Υπάρχει έστω ένα παράδειγμα όπου η διευκόλυνση στα οδοφράγματα συνδέθηκε με αποκατάσταση δικαιωμάτων, υποχώρηση της κατοχικής δύναμης ή ενίσχυση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας; Όχι, άρα η ρητορική των «γεφυρών» συγκαλύπτει την πραγματικότητα και διαμορφώνεται μια νέα μορφή συνύπαρξης δύο ξεχωριστών πολιτικών οντοτήτων.
Πίσω από τις αποφάσεις αυτές κρύβονται βαθύτερες αιτίες. Η διεθνής κόπωση από το Κυπριακό ευνοεί τη διαχείριση αντί της δικαιοσύνης. Οι εταίροι προτιμούν μια ήσυχη διχοτόμηση με λειτουργικά ανοικτές διόδους, αντί για σύγκρουση με την Τουρκία. Στο εσωτερικό, η πολιτική ηγεσία συχνά επιλέγει μικρές, ορατές διευκολύνσεις για να δείξει αποτελέσματα, αποφεύγοντας τη σκληρή διεκδικητική γραμμή. Όμως αυτές οι διευκολύνσεις δεν αποτελούν πρόοδο, αλλά προσαρμογή σε μια νέα μόνιμη κατάσταση διαίρεσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα οδοφράγματα δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι κρίσιμη συνιστώσα μιας στρατηγικής που, συνειδητά ή όχι, αποδέχεται την ύπαρξη δύο ξεχωριστών οντοτήτων που απλώς συντονίζονται. Όταν η πολιτική συζήτηση περιορίζεται στο πόσες λωρίδες, καμπίνες ή σημεία ελέγχου υπάρχουν, η ουσία έχει ήδη μετακινηθεί από το ποιος παραβιάζει δικαιώματα, στο πώς η παραβίαση θα γίνει πιο λειτουργική.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν χρειάζονται Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, αλλά τι είδους ΜΟΕ και με ποιον στρατηγικό στόχο. Σήμερα, ο στόχος που υλοποιείται στην πράξη είναι η ομαλοποίηση μιας διαίρεσης που ξεκίνησε ως προσωρινή και μετατρέπεται σε σύνορο. Όσο αυτή η πορεία συνεχίζεται, η μνήμη της εισβολής και των προσφυγικών δικαιωμάτων θάβεται σιωπηλά για χάρη μιας ψεύτικης ηρεμίας και "καλού κλίματος".
Η κριτική στα οδοφράγματα δεν απορρίπτει την ανθρώπινη επαφή. Υπερασπίζεται την αρχή ότι η επικοινωνία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δικαιοσύνη και ότι η διευκόλυνση της καθημερινότητας δεν πρέπει να πληρώνεται με την εγκατάλειψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων ενός λαού. Οι πολιτικοί που περιορίζονται σε τεχνικές ρυθμίσεις και ανέξοδα χαμόγελα μετατρέπουν τα οδοφράγματα από προσωρινές εξαιρέσεις σε μόνιμες ραφές πάνω στο σώμα μιας διχοτομημένης πατρίδας. Έπρεπε να ντρέπονται.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία