Αναλύσεις

Η ευθύνη ως μορφή αγάπης για τον τόπο

Τι σημαίνει, τελικά, να αγαπάς τον τόπο σου; Είναι η άκριτη υπεράσπισή του σε κάθε συγκυρία ή η ειλικρινής έγνοια να τον δεις να πηγαίνει μπροστά, ακόμη κι όταν αυτό απαιτεί δύσκολες αλήθειες;

Το πρόσφατο “videogate” στην Κύπρο λειτούργησε σαν καθρέφτης. Όχι μόνο για το ίδιο το περιστατικό αλλά κυρίως για τον τρόπο που ως κοινωνία αντιλαμβανόμαστε την ευθύνη, την κριτική και την έννοια της πατριωτικής στάσης. Η κοινή γνώμη φάνηκε να χωρίζεται στα δύο. Από τη μια, όσοι ζητούν κάθαρση και λογοδοσία και από την άλλη, όσοι υιοθετούν το αφήγημα, ότι κάθε κριτική πληγώνει την εικόνα της χώρας και άρα πιθανώς εξυπηρετεί ξένα, εχθρικά συμφέροντα.

Αυτή η διάκριση είναι βαθιά προβληματική. Όχι μόνο πολιτικά, αλλά και ηθικά.

Η ιστορία δείχνει ότι οι κοινωνίες που προχώρησαν μπροστά δεν το έκαναν επειδή σιώπησαν ή έκρυψαν τα λάθη τους, αλλά επειδή τα αντιμετώπισαν. Από τις μεταπολεμικές δημοκρατίες της Ευρώπης μέχρι σύγχρονες χώρες και κοινωνίες που επέλεξαν τη θεσμική αυτοκάθαρση, η πρόοδος ήρθε όταν η εξουσία αποδέχθηκε ότι η νομιμοποίησή της δεν είναι μόνιμη ούτε άνευ όρων αλλά κερδίζεται και επανακερδίζεται καθημερινά.

Και κάπου εδώ πρέπει να παραδεχτούμε μια πικρή αλήθεια. Η πραγματική εικόνα ενός τόπου δεν καθορίζεται από το αν φαίνεται καλός προς τα έξω αλλά από το πώς λειτουργεί από μέσα. Από το πώς οι πολιτικοί αντιλαμβάνονται την εξουσία, ως προνόμιο ή ως εντολή. Από το αν σέβονται τον πολίτη που τους τίμησε με τη ψήφο του ή αν τον αντιμετωπίζουν απλά ως ένα κοινό που πρέπει να πειστεί, να αποπροσανατολιστεί ή ενίοτε και να φοβηθεί.

Όταν η απαίτηση για κάθαρση βαφτίζεται αντεθνική, τότε το πρόβλημα δεν είναι η κριτική αλλά η σύγχυση ανάμεσα στην αγάπη για τον τόπο και την ταύτιση με την εκάστοτε εξουσία. Η αγάπη για τον τόπο δεν επιβάλλει σιωπή, επιβάλλει ευθύνη. Και η ευθύνη ξεκινά από την παραδοχή ότι κανείς δεν είναι υπεράνω ελέγχου.

Ο πραγματικός ηγέτης δεν φοβάται την κριτική. Τη θεωρεί προϋπόθεση βελτίωσης. Δεν χτίζει «δικούς μας» και «δικούς τους» (στην κοινωνιολογία αναφέρονται ως “in-group” και “out-group”) για να προστατεύσει το αλάθητο της δικής του πλευράς. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι αυτή η λογική μάς παγιδεύει σε έναν φαύλο κύκλο αυτοδικαίωσης και συλλογικής στασιμότητας.

Άρα, εν κατακλείδι, αν θέλουμε ο τόπος μας να πάει μπροστά, αυτό πρέπει να ισχύει παντού, από τα μικρά, καθημερινά παραδείγματα άσκησης εξουσίας μέχρι τα μεγάλα σκάνδαλα που δοκιμάζουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Διότι, η έγνοια για τον τόπο μας δεν είναι απλώς ένα σύνθημα που επαναλαμβάνουμε σε κάθε ευκαιρία αλλά στάση ζωής. Είναι η επιλογή να κοιτάς κατάματα τα κακώς έχοντα και να λες «εδώ χρειάζεται διόρθωση και εγώ σαν άτομο επιλέγω συνειδητά να γίνω δύναμη αλλαγής».

*Γραμματέας Επικοινωνίας Κίνημα ΑΛΜΑ