Η πολιτική της οδύνης: μπορεί να γκρεμιστεί ο παλαιοκομματισμός;
Η 28η Φεβρουαρίου 2023 δεν ήταν απλώς μια ημερομηνία στο ημερολόγιο· ήταν το χρονικό σημείο όπου η Ελληνική πραγματικότητα συγκρούστηκε μετωπικά με την αλήθεια της. Το έγκλημα των Τεμπών δεν υπήρξε ένα «ατυχές συμβάν», αλλά η βίαιη αποκάλυψη μιας συστημικής σήψης. Μέσα στις φλόγες εκείνης της νύχτας, δεν χάθηκαν μόνο πενήντα επτά ψυχές· κάηκε και το τελευταίο ίχνος της κοινωνικής μας ανοχής. Το πένθος που ακολούθησε δεν ήταν βουβό. Ήταν, και παραμένει, ένα πένθος που κραυγάζει, μια συλλογική απώλεια που μετέτρεψε την ιδιωτική οδύνη σε δημόσια κατηγορία.
Είναι ο θυμός αρκετός για ένα Πολιτικό Κίνημα;
Στην πολιτική επιστήμη, ο θυμός θεωρείται η «σπίθα της κινητοποίησης». Η θεωρία των Κοινωνικών Κινημάτων υποστηρίζει ότι το «ηθικό σοκ» είναι ο καταλύτης που μετατρέπει την παθητικότητα σε δράση. Όμως, αρκεί η οργή για να γεννηθεί ένα βιώσιμο κίνημα; Ο θυμός από μόνος του είναι ένα καύσιμο υψηλής ενέργειας αλλά χαμηλής διάρκειας. Αν δεν μετουσιωθεί σε λόγο δομημένο και σε αίτημα θεσμικό, κινδυνεύει να εκτονωθεί σε μια πρόσκαιρη έκρηξη που το σύστημα θα «απορροφήσει» με επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Για να γίνει ο θυμός κίνημα, πρέπει να υπερβεί το συναίσθημα και να γίνει γνωστική επανάσταση. Στην περίπτωση των Τεμπών, ο θυμός είναι αρκετός μόνο αν λειτουργήσει ως ο «μεγεθυντικός φακός» που θα αναδείξει την παθογένεια σε κάθε πτυχή του κράτους. Είναι η δύναμη που αρνείται τη λήθη, αλλά η επιτυχία του εξαρτάται από το αν θα καταφέρει να ενώσει τις διάσπαρτες ατομικές αγανακτήσεις σε ένα ενιαίο, αδιαπραγμάτευτο πολιτικό πρόταγμα: την αξία της ζωής πάνω από το πολιτικό κόστος.
Για να αντέξει ένα τέτοιο κίνημα τις δονήσεις και τον αδηφάγο πόλεμο ενός παλαιοκομματισμού που ξέρει να ελίσσεται, να διαιρεί και να εξαγοράζει, δεν αρκεί η ένταση της φωνής, το δίκαιο του αιτήματος και ο σεβασμός στον ανείπωτο πόνο. Απαιτούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις:
- Ηθική Ακεραιότητα και Αυτονομία: Το κίνημα πρέπει να παραμείνει αμόλυντο από κομματικές σκοπιμότητες και προσωπικές φιλοδοξίες όλων των συντελεστών του. Καθότι μόλις το πένθος γίνει «εργαλείο» στα χέρια της παραδοσιακής πολιτικής, χάνει την ιερότητά του και αποδυναμώνεται.
- Μετουσίωση του πόνου σε θεσμική πίεση: Η οργή πρέπει να είναι σε θέση να παράγει νομικές προτάσεις, νομικά οχυρά και διεθνείς συμμαχίες (όπως η προσφυγή στα Ευρωπαϊκά όργανα). Η γραφειοκρατία της δικαιοσύνης πολεμάται μόνο με τη γραφειοκρατία της επιμονής. Τα Τέμπη αποτελούν το σημείο όπου τέμνονται όλες οι παθογένειες του συστήματος. Αν καταφέρουν να λύσουν αυτόν τον γρίφο της διαφθοράς, θα έχουν στα χέρια τους ένα εθνικό οδοδείκτη. Η λύση του είναι η λύση για μια δίκαιη οικονομία, ένα κράτος ασφάλειας και ένα εκπαιδευτικό σύστημα που προστατεύει την αξία της ζωής. Αν ο γρίφος των Τεμπών είναι η διάγνωση της ασθένειας, η θεραπεία απαιτεί πολιτικές προτάσεις με χειρουργική ακρίβεια. Προτάσεις που δεν θα χαϊδεύουν αυτιά, αλλά θα βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία και θα διασφαλίζουν μια βιώσιμη ασφάλεια που δεν θα εξαρτάται από την τύχη, από την θέληση αλλά από ένα νέο σύστημα που να στηρίζεται σε αξίες.
- Συλλογική μνήμη ως Πολιτισμικό κεκτημένο: Το κίνημα πρέπει να καταστήσει το έγκλημα των Τεμπών «σημείο μηδέν». Να δημιουργήσει μια νέα κοινωνική συνείδηση όπου η αδιαφορία των πολιτών θα θεωρείται πλέον συνενοχή.
Η πρόκληση είναι δομική. Το υπάρχον πολιτικό σύστημα λειτουργεί με παθογενή κεκτημένα δύο αιώνων, έχοντας αναπτύξει αντισώματα απέναντι σε κάθε απόπειρα διαφάνειας. Η "εμπειρία" του παλαιοκομματισμού στη χειραγώγηση και την απορρόφηση κραδασμών είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο. Για να πετύχει ένα νέο κίνημα, πρέπει να αντιπαραβάλει στη σκοτεινή εμπειρία του συστήματος μια φωτεινή βιωσιμότητα που δεν έχει προηγούμενο στα Ελληνικά χρονικά.
Ο παλαιοκομματισμός τρέφεται από την κούραση των πολιτών. Ένα κίνημα που γεννιέται από τέτοιο πένθος θα αντέξει μόνο αν καταφέρει να γίνει ένας «μαραθωνοδρόμος της αλήθειας και της αυθεντικότητας». Γιατί, αν ο θυμός είναι η αρχή, η συνέπεια είναι η μόνη οδός για τη δικαίωση.
Η υλοποίηση ενός τέτοιου κινήματος φαντάζει στα μάτια των πολλών ως ένας τραγικός παραλογισμός. Η αναμέτρηση με ένα παλαιοκομματικό κατεστημένο, οπλισμένο με την εμπειρία δύο αιώνων στη χειραγώγηση και το σκοτάδι, μοιάζει με την έφοδο του Δον Κιχώτη πάνω σε ακλόνητους, σιδερένιους ανεμόμυλους. Από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το «σύστημα» επιβιώνει καταπίνοντας κάθε σπίθα αλήθειας.
Ωστόσο, η σοβαρότητα αυτού του εγχειρήματος, με τις σαφείς, βιώσιμες και τεκμηριωμένες προτάσεις του, μετατρέπει τον δονκιχωτισμό από ουτοπία σε ιστορική αναγκαιότητα. Εδώ, η πίστη συναντά τον Καζαντζακικό στοχασμό: η δυσκολία του άθλου δεν είναι λόγος υποχώρησης, αλλά το μοναδικό πειστήριο της ιερότητάς του.
Γιατί, όπως θα έλεγε και ο μεγάλος Κρητικός αναχωρητής, «μην απαξιώνεις να κάνεις το αδύνατο», ειδικά όταν αυτό το αδύνατο είναι η μόνη οδός προς τη Δικαιοσύνη. Η πίστη στο Θείο και η προσήλωση στον ορθολογισμό γίνονται τα δύο φτερά που επιτρέπουν στον σύγχρονο Δον Κιχώτη να μην γκρεμιστεί από το άλογό του, αλλά να συνεχίσει τον ανήφορο.
Η ελπίδα του «θαύματος» δεν στηρίζεται στην τύχη, αλλά στην απόφαση του ανθρώπου να γίνει ο ίδιος το θαύμα. Ο «διεφθαρμένος γρίφος» των Τεμπών θα λυθεί μόνο από εκείνους που έχουν το θάρρος να είναι «τρελοί» στα μάτια των διεφθαρμένων και λογικοί στα μάτια της ιστορίας. Η ρήξη με το παρελθόν ξεκινά τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να επιτεθεί στο αδύνατο, πιστεύοντας πως η αλήθεια, με τη βοήθεια της πίστης τους, είναι πάντα πιο δυνατή από την εμπειρία του κακού.
*Ψυχολόγος
Διδάκτορας Εξελικτικής-Σχολικής ψυχολογίας
Μ.Α Διοίκηση εκπαιδευτικών μονάδων
Msc Χρηματοοικονομικά και Ναυτιλιακά
Μ.Α ART therapist
Pgp Συμβουλευτική ψυχολογία
Ειδίκευση στη Συστημική θεραπεία και στη Γνωστική-Αναλυτική θεραπευτική αντιμετώπιση