Διεθνή

Δασμοί Τραμπ και Γροιλανδία: Πρόκληση για Ευρώπη

Για την Ευρώπη, το στοίχημα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά βαθιά πολιτικό και στρατηγικό, με συνέπειες που θα καθορίσουν τη θέση της στον κόσμο τα επόμενα χρόνια.

Η αιφνιδιαστική απόφαση του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει πρόσθετους δασμούς 10%, με προοπτική αύξησης στο 25% από το καλοκαίρι, σε εισαγωγές από οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, δεν αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο εμπορικής έντασης, αλλά μια ευθεία γεωπολιτική πρόκληση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η σύνδεση των δασμών με το ζήτημα της Γροιλανδίας, και ειδικότερα με τη στρατιωτική παρουσία ευρωπαϊκών κρατών στην περιοχή, αποκαλύπτει μια νέα, πιο ωμή μορφή άσκησης ισχύος από την Ουάσιγκτον, όπου τα εργαλεία του διεθνούς εμπορίου μετατρέπονται σε μοχλό πολιτικού και στρατηγικού εξαναγκασμού.

Η Γροιλανδία, αυτόνομη περιοχή του Βασιλείου της Δανίας, βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο του αμερικανικού στρατηγικού ενδιαφέροντος. Η κλιματική αλλαγή, η σταδιακή τήξη των πάγων και η ανάδειξη νέων θαλάσσιων οδών στην Αρκτική έχουν μετατρέψει το νησί σε κομβικό γεωπολιτικό σημείο, όχι μόνο για τις ΗΠΑ, αλλά και για τη Ρωσία και την Κίνα. Η παρουσία ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων, στο πλαίσιο της συλλογικής ασφάλειας και της στήριξης προς τη Δανία, αντιμετωπίζεται από τον Λευκό Οίκο ως αμφισβήτηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στην περιοχή. Η απάντηση του Τραμπ δεν ήρθε μέσω διπλωματικών καναλιών ή εντός του πλαισίου του ΝΑΤΟ, αλλά μέσω της επιβολής δασμών, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα ότι η οικονομική ισχύς των ΗΠΑ μπορεί να χρησιμοποιηθεί απροκάλυπτα για την επιβολή γεωπολιτικών στόχων.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η κίνηση αυτή δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Οι χώρες που πλήττονται, ανάμεσά τους η Γερμανία, η Γαλλία, η Δανία, η Σουηδία και η Ολλανδία, αποτελούν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής οικονομίας και της βιομηχανικής παραγωγής. Οι εξαγωγές τους προς τις ΗΠΑ αφορούν στρατηγικούς τομείς, από τη βαριά βιομηχανία και τα μηχανήματα έως τα χημικά προϊόντα και τα καταναλωτικά αγαθά υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η επιβολή δασμών αυξάνει άμεσα το κόστος αυτών των προϊόντων στην αμερικανική αγορά, περιορίζοντας τη ζήτησή τους και πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Πέραν των άμεσων οικονομικών επιπτώσεων, οι δασμοί διαταράσσουν τις ήδη εύθραυστες παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είναι βαθιά ενσωματωμένες σε διατλαντικά δίκτυα παραγωγής, όπου πρώτες ύλες, εξαρτήματα και τεχνογνωσία κινούνται συνεχώς μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Η αύξηση του κόστους στις εισαγωγές και εξαγωγές δημιουργεί αβεβαιότητα, αποθαρρύνει επενδύσεις και ενισχύει τον κίνδυνο μετακύλισης του κόστους στους τελικούς καταναλωτές, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον οικονομικής αστάθειας που υπονομεύει την ανάπτυξη σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομία προσπαθεί ν’ ανακάμψει από διαδοχικές κρίσεις.

Ωστόσο, το πραγματικό βάρος της απόφασης Τραμπ δεν βρίσκεται μόνο στα οικονομικά μεγέθη, αλλά στις γεωπολιτικές της συνέπειες. Η επιβολή δασμών σε χώρες που είναι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ και εταίροι στην ευρύτερη Δυτική συμμαχία θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια τη λογική της διατλαντικής σχέσης. Για πρώτη φορά με τέτοια ένταση, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες ν’ αντιμετωπίζουν τους συμμάχους τους όχι ως εταίρους, αλλά ως υποκείμενα πίεσης, εφόσον τα συμφέροντά τους δεν ταυτίζονται πλήρως με τα αμερικανικά. Αυτή η εξέλιξη ενισχύει τις φωνές εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υποστηρίζουν την ανάγκη για στρατηγική αυτονομία. Η συζήτηση για κοινή ευρωπαϊκή άμυνα, για μείωση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ και για ενίσχυση της ευρωπαϊκής γεωπολιτικής παρουσίας αποκτά νέα δυναμική. Η υπόθεση της Γροιλανδίας λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, ακόμη και σε ζητήματα ασφάλειας, δεν ταυτίζονται πάντοτε με εκείνα της Ουάσιγκτον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται ν’ αποφασίσει αν θα συνεχίσει να λειτουργεί κυρίως ως οικονομικός γίγαντας με περιορισμένη πολιτική ισχύ ή αν θα αναλάβει τον ρόλο ενός αυτόνομου γεωπολιτικού δρώντος.

Ταυτόχρονα, η κρίση αυτή δοκιμάζει την ενότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διαφορετικές οικονομικές εξαρτήσεις των κρατών-μελών από τις ΗΠΑ, καθώς και οι ποικίλες αντιλήψεις για τη σημασία της διατλαντικής σχέσης, ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκλίνουσες αντιδράσεις. Ορισμένες χώρες μπορεί να επιδιώξουν συμβιβασμούς ή διμερείς διακανονισμούς με την Ουάσιγκτον, ενώ άλλες θα πιέσουν για συλλογική και σκληρή απάντηση, ακόμη και με αντίμετρα. Το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα καταφέρει να διατηρήσει ενιαία στάση θ’ αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την αξιοπιστία της στο διεθνές σύστημα.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η σύγκρουση αυτή δημιουργεί ευκαιρίες για τρίτους παίκτες. Η Ρωσία και η Κίνα παρακολουθούν με προσοχή τις ρωγμές στη διατλαντική σχέση, έτοιμες να εκμεταλλευτούν κάθε ένδειξη αποδυνάμωσης της Δυτικής συνοχής. Για την Κίνα, ειδικότερα, που επιδιώκει να ενισχύσει τις οικονομικές της σχέσεις με την Ευρώπη, η αμερικανική επιθετικότητα μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για βαθύτερη συνεργασία, έστω και επιλεκτική. Για τη Ρωσία, η ένταση στην Αρκτική και οι διαφωνίες μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης προσφέρουν περιθώριο ελιγμών σε μια περιοχή στρατηγικής σημασίας.

Η υπόθεση των δασμών και της Γροιλανδίας αναδεικνύει, τελικά, μια βαθύτερη μετατόπιση στη διεθνή τάξη. Η εποχή κατά την οποία η οικονομική αλληλεξάρτηση λειτουργούσε ως εγγύηση πολιτικής σταθερότητας φαίνεται να υποχωρεί μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα, όπου το εμπόριο, η ασφάλεια και η γεωπολιτική συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο πεδίο αντιπαράθεσης. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το δίλημμα είναι σαφές, αλλά δύσκολο. Είτε θα αποδεχθεί τον ρόλο του παθητικού αποδέκτη αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού, είτε θα επιχειρήσει να διαμορφώσει τη δική της στρατηγική απάντηση, με κόστος, αλλά και με προοπτική μεγαλύτερης αυτονομίας.

Συμπερασματικά, η κίνηση του Αμερικανού Προέδρου δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί ως μια πρόσκαιρη εκτροπή. Αποτελεί ένδειξη μιας νέας φάσης στις διεθνείς σχέσεις, όπου οι παραδοσιακές συμμαχίες δοκιμάζονται και η ισχύς επιβάλλεται χωρίς προσχήματα. Για την Ευρώπη, το στοίχημα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά βαθιά πολιτικό και στρατηγικό, με συνέπειες που θα καθορίσουν τη θέση της στον κόσμο τα επόμενα χρόνια.

*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης.