Διεθνή

Συμβούλιο Ειρήνης: Ένας προσωπικός «ΟΗΕ» με πρωταγωνιστή τον Τραμπ

«Ο Ντόναλντ Τραμπ θα υπηρετήσει ως ο πρώτος πρόεδρος»

Η δεύτερη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ δεν αρκείται στην ανατροπή ισορροπιών, αλλά επιχειρεί να τις επανασχεδιάσει εκ βάθρων. Με πρόσχημα την «αποτυχία» των υφιστάμενων θεσμών και αιχμή την παγκόσμια ανασφάλεια που γεννούν οι ανοιχτές συγκρούσεις, ο Αμερικανός Πρόεδρος προωθεί τη δημιουργία ενός νέου διεθνούς οργάνου, του λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης». Πίσω όμως από τη ρητορική περί διαρκούς ειρήνης και πραγματισμού, αναδύεται ένα βαθιά προσωποκεντρικό εγχείρημα, που θέτει υπό αμφισβήτηση τον ρόλο του ΟΗΕ και προβάλλει ένα μοντέλο παγκόσμιας διακυβέρνησης προσαρμοσμένο στη βούληση ενός και μόνο ανθρώπου.

One man show

Στο σχέδιο καταστατικού του υπό σύσταση «Συμβουλίου Ειρήνης», το οποίο οι ΗΠΑ απέστειλαν τις τελευταίες εβδομάδες σε πρωτεύουσες ανά τον κόσμο, η εξουσία συγκεντρώνεται σχεδόν απόλυτα σε ένα πρόσωπο. Ένας άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ασκεί βέτο στις αποφάσεις, να εγκρίνει την ημερησία διάταξη, να προσκαλεί μέλη, να διαλύει το όργανο και ακόμη και να ορίζει τον διάδοχό του. Το όνομά του αναφέρεται ρητά στο Άρθρο 3.2: «Ο Ντόναλντ Τραμπ θα υπηρετήσει ως ο πρώτος πρόεδρος».

Εύλογα, σε διπλωματικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους, η πρωτοβουλία προκάλεσε αμηχανία και σοκ. Πολλοί την βλέπουν ως ακόμη ένα βήμα στη συστηματική αποδόμηση του μεταπολεμικού διεθνούς συστήματος, το οποίο οικοδομήθηκε με πρωτοβουλία των ΗΠΑ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και στην αντικατάστασή του από ένα νέο πλαίσιο, με τον ίδιο τον Τραμπ στο επίκεντρο. «Πρόκειται για μια άμεση επίθεση στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών», δήλωσε ο Μαρκ Γουέλερ, καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Κέμπριτζ και ειδικός στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. «Αυτή η πρωτοβουλία είναι πιθανό να εκληφθεί ως μια απόπειρα διαμόρφωσης της παγκόσμιας τάξης από ένα άτομο, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν του».

Ειρωνικά, το ίδιο το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ είχε εγκρίνει τον Νοέμβριο τη δημιουργία ενός Συμβουλίου Ειρήνης, στο πλαίσιο ψηφίσματος που χαιρέτιζε το αμερικανικής διαμεσολάβησης σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου στη Γάζα. Σύμφωνα με εκείνο το ψήφισμα, το όργανο θα λειτουργούσε ως «μεταβατική διοίκηση» έως το 2027, με αρμοδιότητα την ανασυγκρότηση της Γάζας. Όμως, στην επίσημη παρουσίαση του Συμβουλίου την τελευταία εβδομάδα, η κυβέρνηση Τραμπ περιέγραψε τη Γάζα ως μόνο ένα μέρος μιας πολύ ευρύτερης αποστολής, με αρμοδιότητες που επικαλύπτονται άμεσα με τον πυρήνα της εντολής του ΟΗΕ για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

Το προσχέδιο καταστατικού αναφέρει ότι το Συμβούλιο θα επιδιώκει να «εξασφαλίσει διαρκή ειρήνη σε περιοχές που πλήττονται ή απειλούνται από συγκρούσεις». Ο ίδιος ο Τραμπ πάντως δήλωσε ότι «εύχεται τα Ηνωμένα Έθνη να μπορούσαν να κάνουν περισσότερα» και ότι «μακάρι να μη χρειαζόταν ένα Συμβούλιο Ειρήνης».

Παρά τις μετέπειτα διαβεβαιώσεις του Αμερικανού Προέδρου, η ασάφεια γύρω από τον ρόλο και τις φιλοδοξίες του Συμβουλίου Ειρήνης ενισχύει την αίσθηση ενός εξαιρετικά ταραχώδους Ιανουαρίου για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Οι επιθέσεις στη Βενεζουέλα, οι απειλές κατά του Ιράν και οι δηλώσεις περί «ανάληψης ελέγχου» της Γροιλανδίας έχουν ήδη στείλει το μήνυμα μιας πιο μονομερούς άσκησης αμερικανικής ισχύος. Το Συμβούλιο Ειρήνης, με την ευρεία και ασαφή αποστολή του και με τον Τραμπ στη θέση του προέδρου χωρίς σαφές χρονικό όριο, μοιάζει με απόπειρα θεσμοθέτησης της αμερικανικής κυριαρχίας όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος.

«Ο δεσμός εμπιστοσύνης έχει σπάσει», σχολίασε ο Ρ. Νίκολας Μπερνς, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και την Κίνα, σημειώνοντας ότι οι επιλογές της διοίκησης Τραμπ έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι Δυτικοί αντιλαμβάνονται πλέον την Ουάσιγκτον.

Πριν από δύο εβδομάδες, ο Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από 66 διεθνείς Οργανισμούς, τους οποίους η κυβέρνησή του χαρακτήρισε «σπάταλους, αναποτελεσματικούς και επιβλαβείς». Παράλληλα, έχει αφήσει να εννοηθεί ότι το νέο Συμβούλιο Ειρήνης θα μπορούσε να καλύψει μέρος του κενού, προσφέροντας έναν πιο επιθετικό, προσωποκεντρικό τρόπο αμερικανικής εμπλοκής. «Το Συμβούλιο Ειρήνης θα συσταθεί ως νέος διεθνής Οργανισμός», ανέφερε σε επιστολή του προς τον Όρμπαν, στην οποία το καταστατικό ξεκινά με τη διαπίστωση ότι η «διαρκής ειρήνη» απαιτεί «το θάρρος ν’ απομακρυνθούμε από προσεγγίσεις και θεσμούς που έχουν αποτύχει».

Στο σχέδιο προβλέπεται ότι τα κράτη-μέλη μπορούν να συμμετέχουν δωρεάν για τρία χρόνια, αλλά αν επιθυμούν μόνιμη θέση θα πρέπει να καταβάλουν 1 δισ. δολάρια, σε μετρητά, από τον πρώτο κιόλας χρόνο. Η συμμετοχή γίνεται κατόπιν πρόσκλησης του ίδιου του Τραμπ, ο οποίος διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια τόσο για τη διάρκεια της θητείας του όσο και για τον διάδοχό του. Αμερικανοί αξιωματούχοι επιβεβαιώνουν ότι μπορεί να παραμείνει κεντρική φυσιογνωμία ακόμη και μετά την αποχώρησή του από την προεδρία.

Οι μεγάλοι δεν «ψήνονται»

Μέχρι στιγμής, πάντως, το Συμβούλιο Ειρήνης μοιάζει περισσότερο με λέσχη κρατών που επιδιώκουν να κερδίσουν την εύνοια του Τραμπ, παρά με όχημα ουσιαστικής αντιμετώπισης των πιο πιεστικών διεθνών συγκρούσεων. Η Ρωσία και η Κίνα δεν έχουν επισήμως αποδεχθεί την πρόσκλησή του, ενώ ακόμη και παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, εμφανίζονται διστακτικοί. Διπλωματικές πηγές σημειώνουν ότι ανησυχούν για την ένταξη σε έναν Οργανισμό υποκείμενο στις προσωπικές διαθέσεις του Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος θα μπορούσε να εξισώσει δημοκρατίες με αυταρχικά καθεστώτα, όπως εκείνο του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Την Πέμπτη, ο Τραμπ προήδρευσε της τελετής υπογραφής του καταστατικού στο Νταβός της Ελβετίας, πλαισιωμένος επί σκηνής από ηγέτες της Αργεντινής, της Ουγγαρίας, της Ινδονησίας, της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και άλλων δεκατεσσάρων χωρών. «Μόλις αυτό το συμβούλιο ολοκληρωθεί πλήρως, θα μπορούμε να κάνουμε σχεδόν ό,τι θέλουμε», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι αυτό θα γίνεται «σε συντονισμό με τα Ηνωμένα Έθνη».

Η Βρετανίδα Υπουργός Εξωτερικών, Υβέτ Κούπερ, ξεκαθάρισε στο BBC ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν σκοπεύει προς το παρόν να υπογράψει. Όπως είπε, το Λονδίνο στηρίζει το σχέδιο ειρήνης για τη Γάζα, όμως το Συμβούλιο αποτελεί «μια νομική συνθήκη που εγείρει πολύ ευρύτερα ζητήματα», ιδίως λόγω της πιθανής εμπλοκής του Πούτιν.

Για τις χώρες που κρατούν αποστάσεις, το Συμβούλιο Ειρήνης εκλαμβάνεται ως ένας νέος διεθνής μηχανισμός δομημένος επικίνδυνα γύρω από τον ίδιο τον Τραμπ, χωρίς τις ασφαλιστικές δικλίδες και τη θεσμική νομιμοποίηση του ΟΗΕ. Για όσες έχουν επιλέξει να συμμετάσχουν, αντιθέτως, αποτελεί μια ευκαιρία άμεσης πρόσβασης στον Αμερικανό Πρόεδρο και ανάληψης ενός πιο αναβαθμισμένου, έστω επικουρικού, διπλωματικού ρόλου. «Αυτό είναι ένα παγκόσμιο ιδιωτικό θέρετρο Mar-a-Lago», σχολίασε ο Νίκολας Γουέστκοτ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και πρώην ανώτατος Βρετανός διπλωμάτης. «Ακριβώς το είδος του κόσμου που θέλει ο Τραμπ: όλοι να έρχονται στο κλαμπ του για λίγα ψίχουλα από το τραπέζι του “μεγάλου άνδρα”».

Η επιφυλακτικότητα της Κίνας, της Ρωσίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας, σύμφωνα με αναλυτές, πηγάζει από τον φόβο ότι θα υπάγονταν άμεσα στον έλεγχο του Τραμπ, σε αντίθεση με το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου ως μόνιμα μέλη διαθέτουν δικαίωμα βέτο. Τουλάχιστον εξίσου δύσπιστα εμφανίζονται και πολλά μικρότερα κράτη, που βλέπουν στον ΟΗΕ το βασικό διεθνές φόρουμ μέσω του οποίου μπορούν να ασκούν επιρροή.

Το Συμβούλιο σχεδιάστηκε αρχικά για να εποπτεύσει την ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Γάζας. Ωστόσο, το καταστατικό του, το οποίο συντάχθηκε στον Λευκό Οίκο, διευρύνει εντυπωσιακά τον σκοπό του, μιλώντας για «προώθηση της σταθερότητας, αποκατάσταση αξιόπιστης και νόμιμης διακυβέρνησης και διασφάλιση διαρκούς ειρήνης σε περιοχές που πλήττονται ή απειλούνται από συγκρούσεις». Παράλληλα, απαιτεί από τα κράτη που επιδιώκουν μόνιμη θέση να δεσμευτούν σε καταβολή 1 δισ. δολαρίων για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων του, χωρίς καμία πρόβλεψη που να περιορίζει τη δράση του αποκλειστικά στη Γάζα.

Τι επιδιώκει τελικά ο Τραμπ

Οι ασυνήθιστοι αυτοί όροι ενισχύουν την εκτίμηση ότι το Συμβούλιο Ειρήνης εντάσσεται στη συνολική στρατηγική του Τραμπ, κατά τη δεύτερη θητεία του, ν’ αντικαταστήσει τη μεταπολεμική διεθνή τάξη με μια νέα αρχιτεκτονική, άμεσα ελεγχόμενη από τον ίδιο και με φιλοδοξίες που υπερβαίνουν κατά πολύ το Παλαιστινιακό. «Θα κάνει πολλή δουλειά που θα έπρεπε να είχε κάνει ο ΟΗΕ», είπε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους στο Νταβός, υπερασπιζόμενος και την απόφασή του να απευθύνει πρόσκληση στον Πούτιν. «Ναι, έχω και κάποιους αμφιλεγόμενους ανθρώπους, αλλά είναι άνθρωποι που φέρνουν αποτελέσματα».

Ο Τραμπ δήλωσε ότι ο Ρώσος Πρόεδρος αποδέχθηκε την πρόσκληση, κάτι που το Κρεμλίνο δεν επιβεβαίωσε, περιοριζόμενο να πει ότι την εξετάζει. Σε μια ακόμη ένδειξη ότι η Μόσχα επιχειρεί ν’ αξιοποιήσει το ζήτημα ως διαπραγματευτικό μοχλό, ο Πούτιν δήλωσε ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να συνεισφέρει 1 δισ. δολάρια, υπό την προϋπόθεση ότι θα χρησιμοποιηθούν παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία στη Δύση.

Οι προσκλήσεις προς ξένες κυβερνήσεις εστάλησαν λιγότερο από έναν μήνα μετά την εντολή του Τραμπ για μονομερή στρατιωτική δράση στη Βενεζουέλα και σχεδόν ταυτόχρονα με την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με την Ευρώπη για το ενδεχόμενο αμερικανικής «ανάληψης» της Γροιλανδίας. Για τις περισσότερες κυβερνήσεις, το δίλημμα συνοψίζεται στο αν θα εξασφαλίσουν περισσότερα οφέλη συμμετέχοντας ή μένοντας εκτός.

Από τον κατάλογο των συμμετεχόντων απουσιάζουν σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως η Ουγγαρία. Ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, παραδέχθηκε ότι δέχθηκε πρόσκληση, αλλά εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις αν τελικά συμμετάσχει και η Ρωσία. Για την Ευρώπη, η απόφαση είναι εξαιρετικά δύσκολη, ιδίως αν ο Τραμπ χρησιμοποιήσει το φόρουμ αυτό για να προωθήσει μια ειρηνευτική συμφωνία για την Ουκρανία. «Το μεγάλο δίλημμα», σημειώνει ο Γουέστκοτ, «είναι ότι αν οι Ευρωπαίοι δεν είναι παρόντες, η συζήτηση θα εξελιχθεί σε ένα μοίρασμα της Ουκρανίας μεταξύ Τραμπ και Πούτιν, όπως ακριβώς αρέσει και στους δύο να βλέπουν τον κόσμο».

Μία από τις ελάχιστες ηχηρές δημόσιες απορρίψεις προήλθε από τον Πρωθυπουργό της Σλοβενίας, Ρόμπερτ Γκόλομπ, ο οποίος δήλωσε ότι αρνήθηκε την πρόσκληση επειδή το Συμβούλιο «παρεμβαίνει επικίνδυνα στη διεθνή τάξη». Αναλυτές εκτιμούν ότι, με περιορισμένο προσωπικό, χωρίς σαφή εξουσιοδότηση από το Διεθνές Δίκαιο πέραν της Γάζας και χωρίς τη νομιμοποίηση που διαθέτει ο ΟΗΕ, το Συμβούλιο είναι απίθανο να επιβιώσει μετά την αποχώρηση του Τραμπ από την προεδρία, ακόμη κι αν παραμείνει τυπικά πρόεδρός του. «Δεν έχει εντολή, δεν έχει πρακτικό τρόπο λειτουργίας και δεν διαθέτει αρχές διακυβέρνησης που να προσελκύουν βαριά ονόματα», σχολίασε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην ανώτατο στέλεχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Αν και προηγούμενοι Αμερικανοί Πρόεδροι έχουν επίσης επικρίνει τον ΟΗΕ, έχουν δράσει μονομερώς ή έχουν περικόψει χρηματοδοτήσεις, λίγοι έχουν φτάσει τόσο μακριά στον παραγκωνισμό ενός θεσμού που οι ίδιες οι ΗΠΑ ίδρυσαν για ν’ αποτρέψουν τους πολέμους. Το Συμβούλιο Ασφαλείας ψήφισε ομόφωνα τον Νοέμβριο, με αποχές της Ρωσίας και της Κίνας, υπέρ του σχεδίου εκεχειρίας για τη Γάζα, δηλώνοντας ότι «χαιρετίζει» τη συμμετοχή του Συμβουλίου Ειρήνης. Ωστόσο, όσο η κυβέρνηση Τραμπ διευρύνει τις φιλοδοξίες του νέου οργάνου, τόσο εντείνονται οι ανησυχίες και μέσα στα ίδια τα Ηνωμένα Έθνη.

Λύση για Γροιλανδία στο πρότυπο των Βρετανικών Βάσεων Κύπρου

Νέες συζητήσεις για το μέλλον της Γροιλανδίας φέρνουν στο προσκήνιο ένα παλιό, δοκιμασμένο αλλά και αμφιλεγόμενο μοντέλο διεθνούς παρουσίας. Πρόκειται για το πρότυπο των βρετανικών κυρίαρχων στρατιωτικών Βάσεων στην Κύπρο. Σύμφωνα με Δυτικούς αξιωματούχους, που μίλησαν στους New York Times, η προκαταρκτική συμφωνία που επικαλείται ο Ντόναλντ Τραμπ με το ΝΑΤΟ δεν αφορά την πλήρη απόκτηση του νησιού, αλλά τη δημιουργία αμερικανικών στρατιωτικών θυλάκων υπό καθεστώς κυριαρχίας. Το παράδειγμα της Κύπρου με τις Βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας προβάλλεται ως οδηγός για το πώς μια μεγάλη δύναμη μπορεί να εξασφαλίσει μόνιμο στρατηγικό έλεγχο χωρίς ν’ αναλάβει το βάρος της διακυβέρνησης, ανοίγοντας εκ νέου τη συζήτηση για τα όρια της κυριαρχίας και τις σκιές της αποικιακής κληρονομιάς.

Οι Βάσεις του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας, που θεσπίστηκαν το 1960 με την ανεξαρτησία της Κύπρου, αποτελούν βρετανικά υπερπόντια εδάφη και δεν υπάγονται ούτε στη Δημοκρατία της Κύπρου, ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκεί εφαρμόζεται το βρετανικό Δίκαιο, λειτουργούν ξεχωριστά Δικαστήρια και Αστυνομία, ενώ τα σύνορα παραμένουν στην πράξη ανοιχτά για τους Κυπρίους. Όπως επισημαίνουν Κύπριοι ακαδημαϊκοί, το καθεστώς αυτό προσφέρει πολύ μεγαλύτερο έλεγχο από μια απλή στρατιωτική παρουσία, χωρίς το κόστος της διακυβέρνησης πληθυσμών.

Στη Γροιλανδία, ένα αντίστοιχο μοντέλο θα μπορούσε να εξασφαλίσει στις ΗΠΑ μόνιμη στρατηγική παρουσία και ενδεχομένως ισχυρότερη θέση σε μελλοντικές διεκδικήσεις φυσικών πόρων στην Αρκτική. Ο Πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, πάντως, ξεκαθαρίζει ότι η κυριαρχία αποτελεί «κόκκινη γραμμή». Η κυπριακή εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες ρυθμίσεις μπορεί να γεννήσουν μακροχρόνιες πολιτικές εντάσεις και κατηγορίες για «νέες, πιο αποδεκτές μορφές αποικιοκρατίας», που έρχονται σε σύγκρουση με τις αρχές της αυτοδιάθεσης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.