Ένας στους τέσσερεις μαθητές πέφτει θύμα σχολικού εκφοβισμού
Παιδιά στο φάσμα του αυτισμού και μαθητές με μαθησιακές ή γλωσσικές δυσκολίες εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο στοχοποίησης
Τα περιστατικά σχολικού εκφοβισμού και βίας, που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας, επαναφέρουν με ένταση τη συζήτηση γύρω από τη δυναμική του φαινομένου στη σχολική κοινότητα και τους μηχανισμούς προστασίας των παιδιών. Από τη Λάρνακα μέχρι την Πάφο, γονείς, εκπαιδευτικοί και θεσμικοί φορείς βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα που, αν και γνωστή εδώ και χρόνια, αποκτά πλέον νέα χαρακτηριστικά, νέες μορφές έκφρασης και αυξημένες απαιτήσεις στη διαχείρισή της. Το ζήτημα δεν είναι μεμονωμένο, ούτε αποκλειστικά σχολικό· αγγίζει τα όρια της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης, της συμπερίληψης και της εμπιστοσύνης των οικογενειών προς το εκπαιδευτικό σύστημα.
Η καταγγελία μητέρας παιδιού στο φάσμα του αυτισμού στη Λάρνακα, για επαναλαμβανόμενα περιστατικά λεκτικού και σωματικού εκφοβισμού εντός σχολικής μονάδας, άνοιξε ξανά τη συζήτηση γύρω από την ευαλωτότητα ορισμένων μαθητών και τις προκλήσεις που συναντούν σε καθημερινό επίπεδο. Παράλληλα, στην Πάφο, καταγγελία για ξυλοδαρμό μαθητή πρώτης δημοτικού από εκπαιδευτικό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, με οργανωμένα σύνολα γονέων να ζητούν πλήρη διερεύνηση, διαφάνεια και αποτροπή ενδεχόμενης συγκάλυψης. Τα δύο περιστατικά, αν και διαφορετικά ως προς τη φύση τους, συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο, την ανάγκη ενός λειτουργικού συστήματος πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης, ικανού να διαφυλάξει το δικαίωμα των παιδιών στην ασφάλεια και την ψυχοσυναισθηματική τους ακεραιότητα.
Την ίδια ώρα, εκπαιδευτικοί, διευθύνσεις σχολείων και υπηρεσίες του κράτους καλούνται να διαχειριστούν ένα φαινόμενο που αποτελεί πλέον σύνθετο παιδαγωγικό, κοινωνικό και θεσμικό ζήτημα. Ο εκφοβισμός δεν περιορίζεται στον προαύλιο χώρο, ούτε στα παραδοσιακά στερεότυπα θύτη και θύματος· επεκτείνεται ψηφιακά, εμφανίζεται σε έμμεσες ή παθητικές μορφές και συχνά αγγίζει παιδιά που για διαφορετικούς λόγους είναι περισσότερο εκτεθειμένα.
Για όλα τα πιο πάνω, ο Δρ Χρυσόστομος Λαζάρου, μέλος της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας, μίλησε στη «Σημερινή» για τη σημερινή εικόνα των περιστατικών σχολικού εκφοβισμού και βίας, τους παράγοντες ευαλωτότητας συγκεκριμένων ομάδων μαθητών, τις διαδικασίες παρέμβασης και τα εργαλεία υποστήριξης που διαθέτει το δημόσιο σχολείο, καθώς και τις προϋποθέσεις για μια πιο αποτελεσματική και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση του φαινομένου.
Βάσει των δηλώσεων του Δρος Χρυσόστομου Λαζάρου, ο σχολικός εκφοβισμός και η βία στα σχολεία εξακολουθούν ν’ αποτελούν σύνθετα και διαχρονικά φαινόμενα, τα οποία, ωστόσο, μεταβάλλονται ως προς την έκφραση και τη μορφή τους. Όπως επισημαίνει, την τελευταία περίοδο καταγράφεται διαφοροποίηση στα περιστατικά, με αύξηση των έμμεσων μορφών εκφοβισμού, ιδιαίτερα του διαδικτυακού, καθώς και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα στις περιπτώσεις που φτάνουν προς διαχείριση από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Σύμφωνα με πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα που εντάσσονται στην Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη και Διαχείριση της Βίας στο Σχολείο, ένας στους τέσσερεις μαθητές ή μαθήτριες δηλώνει πως έχει υπάρξει θύμα εκφοβισμού τόσο εντός του σχολικού περιβάλλοντος όσο και μέσω διαδικτύου. Ο Δρ Λαζάρου υπογραμμίζει ότι, μέσα από την έρευνα και τις παρεμβάσεις που υλοποιούνται στα σχολεία, ενισχύεται σταδιακά η ευαισθητοποίηση της μαθητικής κοινότητας, γεγονός που οδηγεί και σε αύξηση των αναφορών περιστατικών. Διευκρινίζει, ωστόσο, πως αυτή η αύξηση δεν μεταφράζεται κατ’ ανάγκην σε ποσοτική διόγκωση του φαινομένου, αλλά ενδέχεται ν’ αντικατοπτρίζει την ενισχυμένη προθυμία μαθητών και εκπαιδευτικών ν’ αναγνωρίζουν και να καταγγέλλουν τέτοιες συμπεριφορές.
Ευάλωτες ομάδες μαθητών και στοχοποίηση
Σε σχέση με τους παράγοντες ευαλωτότητας, ο Δρ Λαζάρου αναφέρει ότι ορισμένες κατηγορίες μαθητών εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο να βρεθούν στο επίκεντρο περιστατικών εκφοβισμού είτε ως θύματα είτε ως εύκολοι στόχοι. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται παιδιά που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού, τα οποία μπορεί να δυσκολεύονται στην κοινωνική επικοινωνία, στη ρύθμιση των συναισθημάτων τους ή να γίνονται αντιληπτά ως «διαφορετικά» από το σύνολο της τάξης.
Αντίστοιχες δυσκολίες μπορούν να παρουσιαστούν και σε μαθητές με μαθησιακές ελλείψεις ή γλωσσικές δυσκολίες, οι οποίοι συχνά έχουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση ή ανεπαρκή κοινωνική υποστήριξη. Όπως υπογραμμίζει, τα χαρακτηριστικά αυτά μπορούν να λειτουργήσουν ως παράγοντες στοχοποίησης, ενισχύοντας τον κίνδυνο εκδήλωσης συμπεριφορών εκφοβισμού εις βάρος τους.
Πρωτόκολλα παρέμβασης και κρατικός συντονισμός
Σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες ενεργοποίησης και συντονισμού, ο Δρ Λαζάρου εξηγεί ότι η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας παρεμβαίνει κατόπιν επίσημης παραπομπής από τη σχολική μονάδα, ακολουθώντας το προβλεπόμενο πρωτόκολλο. Αρχικά πραγματοποιείται συγκέντρωση πληροφοριών από το σχολείο και τους γονείς, ενώ εφόσον κριθεί αναγκαίο, ζητούνται στοιχεία και από τους εμπλεκόμενους μαθητές.
Την ίδια ώρα, σημειώνει, η Υπηρεσία λειτουργεί συντονιστικά σε συνεργασία με τη διεύθυνση της σχολικής μονάδας και, όπου απαιτείται, με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ή άλλες αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Στόχος της διαδικασίας είναι η άμεση διαχείριση του περιστατικού και η διασφάλιση της προστασίας του παιδιού.
Ψυχολογικό αποτύπωμα του επαναλαμβανόμενου εκφοβισμού
Σε σχέση με την ψυχολογική επίπτωση, ο Δρ Λαζάρου επισημαίνει ότι η επαναλαμβανόμενη έκθεση ενός παιδιού σε εκφοβισμό ή κακομεταχείριση δύναται να προκαλέσει σημαντικές και πολύπλευρες συνέπειες στην ψυχική του υγεία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται αυξημένα επίπεδα άγχους, καταθλιπτική συνδρομή, χαμηλή αυτοεκτίμηση, άρνηση φοίτησης, κοινωνική απόσυρση, ψυχοσωματικές εκδηλώσεις, καθώς και αισθητή πτώση στη μαθησιακή επίδοση.
Όπως αναφέρει, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα μετατραυματικού στρες, τα οποία επηρεάζουν αρνητικά τη συνολική ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, δημιουργώντας ένα περιβάλλον έντονου ψυχικού φορτίου, που καθιστά πιο δύσκολη την καθημερινή λειτουργικότητα και την προσαρμογή του στο σχολικό και κοινωνικό πλαίσιο.
Ασφάλεια και προστασία κατά τη διερεύνηση περιστατικών
Αναφορικά με τη διασφάλιση της προστασίας του παιδιού κατά τη διερεύνηση περιστατικών, ο Δρ Λαζάρου τονίζει ότι πρωταρχικός στόχος είναι η άμεση ασφάλεια και η ψυχολογική θωράκιση του ανήλικου εμπλεκομένου. Σε αυτό το πλαίσιο, ενεργοποιούνται παιδαγωγικά και διοικητικά μέτρα στο επίπεδο της σχολικής μονάδας, βάσει του υφιστάμενου Πρωτοκόλλου Διαχείρισης Περιστατικών.
Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν διερεύνηση σε προστατευμένο και ασφαλές περιβάλλον, αυξημένη εποπτεία των εμπλεκομένων μαθητών, παιδαγωγικούς χειρισμούς, καθώς και διαχωρισμό των εμπλεκόμενων πλευρών μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Όπως προσθέτει, σε όλη τη διάρκεια της διερεύνησης τηρείται αυστηρά η εμπιστευτικότητα, στοιχείο κρίσιμο τόσο για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού όσο και για την ορθή αποτίμηση των δεδομένων.
Ο ρόλος σχολείου, γονέων και υποστηρικτικών υπηρεσιών
Παράλληλα με τα πιο πάνω, ο Δρ Λαζάρου σημειώνει ότι η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας λειτουργεί υποστηρικτικά προς τις σχολικές μονάδες, διατηρώντας στενή συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς και τις διευθύνσεις. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει συμβουλευτική καθοδήγηση, εισηγήσεις για παιδαγωγικούς χειρισμούς και υποστήριξη κατά τη διαχείριση περιστατικών εκφοβισμού ή άλλων σοβαρών συμπεριφορικών προκλήσεων.
Την ίδια ώρα, η ΥΕΨ μπορεί ν’ αναλάβει τη διοργάνωση βιωματικών εργαστηρίων για τους μαθητές, καθώς και διαλέξεων ή επιμορφωτικών δράσεων για εκπαιδευτικούς και γονείς, ενισχύοντας τη γνώση και την ευαισθητοποίηση πάνω στο συγκεκριμένο πεδίο. Όπως υπογραμμίζει, μαθητές και γονείς έχουν τη δυνατότητα ν’ αποταθούν απευθείας στην Υπηρεσία γι’ αξιολόγηση και παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης, ανάλογα με τις ανάγκες που ανακύπτουν.
Εξειδικευμένη υποστήριξη παιδιών με τραυματική εμπειρία
Σε σχέση με τα πρωτόκολλα και τα διαθέσιμα εργαλεία υποστήριξης παιδιών που έχουν βιώσει τραυματική εμπειρία, ο Δρ Λαζάρου εξηγεί ότι οι παρεμβάσεις διαφοροποιούνται ανάλογα με τη σοβαρότητα του εκάστοτε περιστατικού. Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να ενεργοποιηθεί ψυχολογική υποστήριξη, συμβουλευτική καθοδήγηση, καθώς και εξειδικευμένα προγράμματα ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων, με στόχο τη σταδιακή επαναφορά της λειτουργικότητας και της ψυχικής ισορροπίας του παιδιού.
Όπως αναφέρει, όταν η περίπτωση το απαιτεί, πραγματοποιούνται παραπομπές σε άλλες ειδικές υπηρεσίες, ώστε να διασφαλιστεί η ολοκληρωμένη κάλυψη των αναγκών του ανηλίκου. Η προσέγγιση παραμένει ολιστική και εξατομικευμένη, λαμβάνοντας υπόψη το ψυχοκοινωνικό πλαίσιο, τις οικογενειακές παραμέτρους και τα χαρακτηριστικά της σχολικής πραγματικότητας.
Επιμόρφωση εκπαιδευτικών και πρόληψη
Όσον αφορά τον παράγοντα της επιμόρφωσης, ο Δρ Λαζάρου υπογραμμίζει ότι η κατάλληλη εκπαίδευση των εκπαιδευτικών αποτελεί κρίσιμο στοιχείο τόσο για την έγκαιρη αναγνώριση όσο και για την αποτελεσματική διαχείριση περιστατικών εκφοβισμού και βίας στο σχολείο. Η στοχευμένη επιμόρφωση, όπως σημειώνει, λειτουργεί προληπτικά, ενισχύοντας την ικανότητα των εκπαιδευτικών να εντοπίζουν πρώιμα σημάδια δυσλειτουργικών συμπεριφορών, να κατανοούν τους παράγοντες που τις τροφοδοτούν και να παρεμβαίνουν σε κατάλληλο χρόνο.
Παράλληλα, οι επιμορφωμένοι εκπαιδευτικοί συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση θετικού σχολικού κλίματος, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία, τον σεβασμό και την ασφάλεια εντός της τάξης. Η ενίσχυση των επαγγελματικών τους δεξιοτήτων στο συγκεκριμένο πεδίο, καταλήγει ο Δρ Λαζάρου, καθιστά δυνατή την πιο συνεκτική και συστηματική διαχείριση τέτοιων περιστατικών, προς όφελος της σχολικής κοινότητας και ιδίως των παιδιών που επηρεάζονται.
Μακροπρόθεσμες βελτιωτικές κινήσεις και κουλτούρα πρόληψης
Σε βάθος χρόνου, ο Δρ Λαζάρου θεωρεί ότι απαιτούνται στοχευμένες και συντονισμένες βελτιωτικές κινήσεις, με στόχο τη θωράκιση του σχολικού περιβάλλοντος και την ενίσχυση της πρόληψης απέναντι στον εκφοβισμό και τη βία. Στην κατεύθυνση αυτή, προκρίνεται η υιοθέτηση ολιστικής προσέγγισης, με μεγαλύτερη επένδυση σε προληπτικά προγράμματα ιδιαίτερα για τις μικρότερες ηλικιακές ομάδες, όπως το νηπιαγωγείο, όπου διαμορφώνονται κρίσιμες κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες.
Παράλληλα, τονίζει τη σημασία της συστηματικής και διαρκούς επιμόρφωσης του διδακτικού προσωπικού, των διευθύνσεων των σχολείων και των γονέων/κηδεμόνων, καθώς και την ανάγκη ενδυνάμωσης των δομών ψυχολογικής υποστήριξης εντός της εκπαίδευσης. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην καλλιέργεια κουλτούρας σεβασμού των δικαιωμάτων του άλλου και στην ενίσχυση του αισθήματος του «ανήκειν» στη σχολική κοινότητα.
Όπως επισημαίνει, πυλώνας αυτής της προσπάθειας παραμένει η συνεχής συνεργασία μεταξύ σχολείου, οικογένειας και υποστηρικτικών υπηρεσιών, η οποία λειτουργεί καταλυτικά τόσο για την προστασία των μαθητών όσο και για την ολοκληρωμένη ψυχοσυναισθηματική τους ανάπτυξη.