Διεθνή

Φιλοδοξία Άγκυρας και ρεαλισμός Μέσης Ανατολής

Η πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών υπέρ της δημιουργίας μιας «Ένωσης της Μέσης Ανατολής» στα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν αποτελεί μια αποσπασματική ιδέα ή μια ακαδημαϊκή άσκηση επί χάρτου. Αντίθετα, εντάσσεται σε μια μακροπρόθεσμη τουρκική στρατηγική επανατοποθέτησης της χώρας ως κεντρικού ρυθμιστικού παράγοντα σε μια περιοχή που βρίσκεται σε παρατεταμένη κρίση, γεωπολιτική ρευστότητα και στρατηγικό αναπροσδιορισμό. Η Άγκυρα επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τόσο τη σχετική αποδυνάμωση της αμερικανικής παρουσίας όσο και την αδυναμία των αραβικών κρατών να συγκροτήσουν βιώσιμους μηχανισμούς συλλογικής ασφάλειας και συνεργασίας, προβάλλοντας τον εαυτό της ως τον μόνο δρώντα με θεσμική εμπειρία, στρατιωτική ισχύ και διπλωματική δικτύωση ικανή να συνδέσει Ανατολή και Δύση.

Η αναφορά της τουρκικής διπλωματίας στο ευρωπαϊκό πρότυπο δεν είναι τυχαία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αποτελεί, παρά τις κρίσεις της, το πιο επιτυχημένο ιστορικά παράδειγμα υπέρβασης εθνικών ανταγωνισμών μέσω θεσμών, κοινών κανόνων και αλληλεξαρτήσεων. Η Τουρκία, ωστόσο, αποσιωπά συνειδητά ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στηρίχθηκε σε συγκεκριμένες ιστορικές προϋποθέσεις. Δηλαδή, την ήττα των αναθεωρητικών δυνάμεων στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την αμερικανική εγγύηση ασφάλειας, τη σχετική πολιτισμική συνοχή και, κυρίως, τη βούληση των κρατών να περιορίσουν εθελούσια την κυριαρχία τους. Στη Μέση Ανατολή, όπου τα σύνορα παραμένουν αμφισβητούμενα, τα καθεστώτα συχνά εύθραυστα και οι συγκρούσεις ενεργές ή λανθάνουσες, η μεταφορά αυτού του μοντέλου μοιάζει περισσότερο με πολιτική ρητορική παρά με άμεσα εφαρμόσιμη στρατηγική.

Παρά ταύτα, η εν λόγω πρωτοβουλία δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η Τουρκία επιδιώκει να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας, την ίδια στιγμή που διατηρεί στρατιωτική παρουσία σε Συρία, Ιράκ και στην κατεχόμενη Κύπρο, παρεμβαίνει ενεργά στη Λιβύη και διεκδικεί ρόλο διαμεσολαβητή σε κρίσεις από τον Καύκασο έως τη Γάζα. Η πρόταση για μια περιφερειακή ένωση λειτουργεί έτσι ως εργαλείο εξομάλυνσης της εικόνας της Άγκυρας και ως προσπάθεια θεσμικής «κανονικοποίησης» της ισχύος της. Πρόκειται για μια κλασική στρατηγική μεσαίας δύναμης που επιδιώκει να μετατρέψει την επιρροή της σε δομημένη ηγεσία, χωρίς να αναλάβει το κόστος μιας ανοιχτής ηγεμονίας.

Οι προοπτικές επιτυχίας ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Οι βαθιές αντιθέσεις μεταξύ σουνιτικών και σιιτικών κρατών, ο ανταγωνισμός Σαουδικής Αραβίας - Ιράν, το άλυτο Παλαιστινιακό, η αποσταθεροποιημένη Συρία και η έλλειψη κοινών δημοκρατικών ή θεσμικών προτύπων, καθιστούν την ιδέα μιας τέτοιας ολοκληρωμένης ένωσης σχεδόν ουτοπική. Ακόμη και σε επίπεδο οικονομικής συνεργασίας, οι δομικές ανισότητες και τα αντικρουόμενα συμφέροντα περιορίζουν τη δυνατότητα βαθύτερης ενοποίησης. Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι η τουρκική πρόταση θα παραμείνει στο επίπεδο πολιτικής αφήγησης ή θα μετεξελιχθεί σε χαλαρά σχήματα συνεργασίας, όπου η Άγκυρα θα επιδιώξει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο χωρίς δεσμευτικούς κανόνες.

Για την Κύπρο και την Ελλάδα, η τουρκική πρωτοβουλία δημιουργεί ένα σύνθετο και δυνητικά επικίνδυνο περιβάλλον. Από τη μια πλευρά, η Άγκυρα επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος της συζήτησης από τα συγκεκριμένα ζητήματα διεθνούς δικαίου, όπως η κατοχή κυπριακού εδάφους και οι παραβιάσεις στο Αιγαίο, σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο «περιφερειακής συνεργασίας», όπου τα επιμέρους προβλήματα εμφανίζονται ως δευτερεύοντα ή διαχειρίσιμα μέσω πολιτικού διαλόγου. Από την άλλη, η προβολή της Τουρκίας ως δύναμης σταθερότητας στη Μέση Ανατολή μπορεί να ενισχύσει τη διεθνή της διαπραγματευτική θέση και να περιορίσει την προθυμία τρίτων δρώντων να ασκήσουν ουσιαστική πίεση για το Κυπριακό.

Η Κύπρος κινδυνεύει ιδιαίτερα από μια τέτοια εξέλιξη, καθώς η τουρκική διπλωματία επιδιώκει σταθερά να αποσυνδέσει το Κυπριακό από το ευρωτουρκικό πλαίσιο και να το μετατρέψει σε «διμερές» ή «περιφερειακό» ζήτημα, έξω από τις σαφείς παραμέτρους των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Μια ενδεχόμενη αποδοχή της Τουρκίας ως βασικού αρχιτέκτονα περιφερειακής ασφάλειας θα μπορούσε να ενισχύσει τις πιέσεις για λύσεις που νομιμοποιούν τα τετελεσμένα της εισβολής, υπό το πρόσχημα του ρεαλισμού και της σταθερότητας. Η Λευκωσία οφείλει, συνεπώς, να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία, αλλά και εγρήγορση, τέτοιες πρωτοβουλίες, επιμένοντας στη σύνδεση κάθε μορφής περιφερειακής συνεργασίας με τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και της κρατικής κυριαρχίας.

Η Ελλάδα, από την πλευρά της, καλείται να αξιολογήσει την τουρκική πρόταση, όχι μόνο ως γεωπολιτικό αφήγημα, αλλά και ως εργαλείο αναβάθμισης της τουρκικής ισχύος. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η Άγκυρα αξιοποιεί τον διάλογο και τις πολυμερείς πρωτοβουλίες επιλεκτικά, χωρίς να εγκαταλείπει τις αναθεωρητικές της επιδιώξεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ενίσχυση της περιφερειακής παρουσίας της Τουρκίας ενδέχεται να συνοδευτεί από μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αυξημένες πιέσεις προς την Αθήνα.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η αντίδραση Ελλάδας και Κύπρου δεν μπορεί να είναι η άκριτη απόρριψη κάθε ιδέας περιφερειακής συνεργασίας, αλλά ούτε και η παθητική αποδοχή ενός πλαισίου που εξυπηρετεί πρωτίστως την τουρκική στρατηγική. Απαιτείται ενεργή διπλωματία, εμβάθυνση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες της περιοχής, καθώς και σαφής ανάδειξη του γεγονότος ότι δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας χωρίς σεβασμό του διεθνούς δικαίου και επίλυση των ανοικτών συγκρούσεων.

Συμπερασματικά, η πρόταση του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών αποκαλύπτει λιγότερο μια ρεαλιστική προοπτική ενοποίησης της Μέσης Ανατολής και περισσότερο τη στρατηγική φιλοδοξία της Τουρκίας να καθορίσει τους όρους της επόμενης ημέρας στην περιοχή. Για την Άγκυρα, ακόμη και η συζήτηση γύρω από μια τέτοια ιδέα, ενδέχεται να αποτελέσει διπλωματικό κέρδος. Για την Κύπρο και την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι να μην επιτρέψουν η ρητορική της συνεργασίας να μετατραπεί σε όχημα νομιμοποίησης της ισχύος εις βάρος της νομιμότητας. Σ’ ένα κόσμο που μεταβαίνει από κανόνες σε συσχετισμούς, η πρόκληση δεν είναι να αγνοηθούν τα νέα αφηγήματα, αλλά να αντιμετωπιστούν με ρεαλισμό, στρατηγική συνέπεια και πολιτική αντοχή.

*Καθηγητής-ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης.