Γράμμα στον Έλληνα ήρωα Μάκη Γιωργάλλα

Αγαπητέ Μάκη, θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη που πολέμησες και πέθανες γι’ ανθρώπους που δεν μπορούν να αμυνθούν, έστω και αν νιώθουν τον τουρκικό χάρο ν’ ανασαίνει στο σβέρκο τους.

Αγαπητέ Μάκη, σου γράφω από τον μέλλον εν έτει 2026. Ο ηρωικός σου θάνατος σε μάχη εναντίον των Βρετανών αποικιοκρατών, στις 31 Δεκεμβρίου του 1956, στη Ζωοπηγή της Λεμεσού, με συνέπαιρνε από τα παιδικά μου χρόνια. Ανεξιτήλως χαραγμένες στη μνήμη μου παραμένουν οι τελευταίες λέξεις που πρόλαβες να φωνάξεις ξεψυχών, προτού αποχωριστείς ες αεί την ομάδα του Γρηγόρη Αυξεντίου: «Μάστρε μου, μάστρε μου, πεθαίνω. Ζήτω η Ελλ..» Δυστυχώς, το αίμα έπνιξε τη λέξη «Ελλάς» στον λαιμό σου. Το υπόλοιπο της λέξεως έμεινε ως παρακαταθήκη και ευθύνη σε μας, τις επόμενες γενεές.

Σου γράφω αυτό το γράμμα για να υποκλιθώ στην ανδρεία σου και να σου ζητήσω μια μεγάλη συγγνώμη, που εμείς σήμερα παραμείναμε «τοις υμών των ηρώων ρήμασι μη πειθόμενοι». Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη για την εθνική μας μειονεξία και κατάντια. Μπορεί η φωνή σου να μας προειδοποιεί από το παρελθόν ότι η ελευθερία θέλει αρετήν και τόλμην, δυστυχώς σήμερα έχουμε διολισθήσει ανεπαισθήτως σε νοοτροπία που μας κατέστησε γεωπολιτικό δορυφόρο της Τουρκίας. Η προοπτική ενός αντικατοχικού – απελευθερωτικού αγώνος απομακρύνεται με τις ψευδαισθήσεις για λύση να αυγατίζουν και την εθνική μας παράλυση να γίνεται ηδονικότερη αφού τρέφεται με διεθνείς επαίνους η διαρκής υποχωρητικότητά μας. Βλέπεις, Μάκη, η εκσυγχρονιζόμενη νεοαπαποικιακή μας νοοτροπία και ο παρασιτικός μας καταναλωτισμός χρειάζεται μονίμως τέτοιους επαίνους για να νοηματοδοτείται η υλιστική μας ματαιοδοξία.

Ό,τι μας δίδαξες με τη θυσία σου ως αντίσταση στην υπέρτερη βρετανική αποικιοκρατία έγινε σήμερα για μας κάμψις στον τουρκικό επεκτατισμό και, το χειρότερο, είναι ότι συνηθίσαμε να το ονομάζουμε «εκσυγχρονισμό», «ευρωπαϊκή συμπεριφορά» και «υπέρβαση του εθνικισμού». Όλα αυτά βεβαίως καλλιέργησαν την ψευδαίσθηση σε πολιτικούς αστέρες μεσαίων και ελαφρών βαρών να καπηλεύονται το όνομά σου για να μπορούν να κάνουν πολιτικές καριέρες, ως έμποροι της δυστυχίας. Πολιτικοί που όταν μιλούν για σένα δείχνουν να υπερασπίζονται τις αξίες του έθνους, αλλά ευδιακρίτως υπερασπίζονται τις φιλοδοξίες τους. Πολιτικοί που δαγκώνουν πολύ περισσότερο από αυτά που μπορούν να μασήσουν, θεωρώντας ότι τους ανήκει ακόμη και ο Θεός. «Ήρωες» των τηλεοπτικών μέσων που εύκολα θα γυρίσουν την πλάτη σε φίλους όταν τους έχουν ανάγκη.

Αυξήθηκαν, δυστυχώς, οι πραιτωριανοί, Μάκη, οι οποίοι, προτού κάνουν την προπαγάνδα τους, δολοφονούν την αλήθεια για την οποία εσύ θυσιάστηκες… την αλήθεια που έριξαν με περισσή ευκολία στη θάλασσα της αποτυχίας, όπως χαρακτηρίζουν τον αγώνα για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και αφού απεδέχθησαν τα δεδομένα της κατοχής ανέλαβαν, ενίοτε εργολαβικώς, να επιβάλουν στην κοινωνία μας τη λογική της εδραιωμένης ψυχολογικής ήττας, παράγοντας γενεές ηττημένων μυαλών. Κι αν κάποτε ευκαιριακώς σε θυμούνται εν είδει μνημοσύνου, τυλιγμένοι σε γαλανόλευκα ράκη, είναι γιατί τέτοιες αναφορές αποτελούν το λεκτικό προφυλακτικό της οντολογικής τους αηδίας. Πολιτικοί που επικαλούνται καιροσκοπικά τον ιδεαλισμό τού χθες ως άλλοθι για την εθνική διολίσθηση τού σήμερα.

Ξέρω ότι είναι δύσκολο να το πιστέψεις, Μάκη, αλλά γίναμε μία γενιά ανθρώπων που δεν μας ενδιαφέρει αν σε εκατό χρόνια οι επόμενες γενιές μάς ρωτήσουν τι κάναμε για να τους παραδώσουμε το έθνος μας με αξιοπρέπεια, όπως έκανες εσύ, αλλά περισσότερο μάς ενδιαφέρει πόσο παχυλός είναι σήμερα ο λογαριασμός μας στην τράπεζα, πόσο μεγάλο είναι το σπίτι μας και πόσο ακριβό είναι το αυτοκίνητό μας. Γίναμε μια γενιά που χάνεται σιγά - σιγά στα αζήτητα της ανυπαρξίας, θυσιάζοντας την ελευθερία και την εθνική της αξιοπρέπεια, με τις ανέσεις της υποταγής που τροφοδοτεί τον παρασιτικό εγωισμό μας.

Δυστυχώς, Μάκη, κάποιοι σήμερα πασχίζουν να μας πείσουν ότι οι αξίες για τις οποίες εσύ θυσιάστηκες μας χωρίζουν, αλλά το χρήμα μάς ενώνει. Ξέρω ότι είχες την επιλογή ν’ αποφύγεις τον θάνατο και να ζήσεις μια ζωή ανέσεων, όπως πολλοί άλλοι, αλλά προτίμησες τη θυσία, γιατί η μοναδική ζωή που ήξερες είναι αυτή που έχασες. Εκείνη η ζωή στην οποία τόλμησες να επιδιώξεις πράγματα που άλλοι σου έλεγαν πως δεν μπορούσες να κατορθώσεις· μια ζωή όπου τα όνειρά σου δεν είχαν ημερομηνία λήξεως. Μία βραχεία ζωή, στην οποία αναμετρήθηκες με τη φυσική παρουσία των εννοιών που ήθελες να εγκαλέσεις. Προτίμησες την ελευθερία μέσω του θανάτου. Την ελευθερία που αρχίζει από την αξιοπρέπεια. Αυτήν την αξιοπρέπεια, την οποία δανειζόμαστε εμείς σήμερα για να είμαστε υπερήφανοι για τους προγόνους μας.

Αγαπητέ Μάκη, θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη που πολέμησες και πέθανες γι’ ανθρώπους που δεν μπορούν να αμυνθούν, έστω και αν νιώθουν τον τουρκικό χάρο ν’ ανασαίνει στο σβέρκο τους. Πέθανες γι’ ανθρώπους που ασχολούνται με πράγματα που εσύ είχες προ πολλού απορρίψει. Πέθανες γι’ ανθρώπους που θεωρούν σήμερα τον αγώνα σου για ελευθερία ως εξτρεμισμό κι επικίνδυνη φαυλότητα. Πέθανες για ανθρώπους που δεν μπορούν να διεκδικήσουν την απελευθέρωση της πατρίδος τους, γιατί είναι απασχολημένοι με τη μιζέρια τού «φάε γιατί θα φαγωθείς». Το μόνο που έχω να σου γράψω, αγαπητέ Μάκη, είναι αυτό: ας είναι αιωνία η μνήμη σου, για να μη στοιχειώσει η ελπίδα του μέλλοντος από τους Εφιάλτες τού σήμερα. Μόνο έτσι η μνήμη ημών των ζώντων μπορεί να μείνει αναλλοίωτη!