Όταν ο «θόρυβος» γίνεται γεωπολιτική πραγματικότητα
Η απαξιωτική και ταυτόχρονα επιθετική στάση της Τουρκίας καταδεικνύει ότι η Άγκυρα δεν αρκείται στην υποβάθμιση των περιφερειακών πρωτοβουλιών, αλλά επιδιώκει ενεργά να τις υπονομεύσει.
Η δήλωση του Τούρκου Προέδρου ότι η τριμερής συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ «δεν είναι τίποτα παραπάνω παρά θόρυβος τενεκέ» και ότι «μπορούν να γίνουν συμφωνίες, αλλά καμιά από αυτές δεν μας δεσμεύει, δεν αλλάζει την πολιτική μας», δεν αποτελεί απλώς μια ρητορική έξαρση προς εσωτερική κατανάλωση. Αντανακλά μια παγιωμένη τουρκική ανάγνωση των γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, αλλά και μια στρατηγική επιλογή, δηλαδή την υποτίμηση περιφερειακών σχημάτων συνεργασίας που δεν ελέγχει ή δεν συμμετέχει, με στόχο να διατηρεί το περιθώριο μονομερών κινήσεων. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν οι δηλώσεις αυτές εντυπωσιάζουν επικοινωνιακά, αλλά αν εξυπηρετούν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της ίδιας της Τουρκίας σε μια περιοχή που μετασχηματίζεται ραγδαία.
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν εισέρχεται στο νέο έτος με τον «θόρυβο τενεκέ» που επέλεξε να επικαλεστεί ειρωνικά ο Τούρκος Πρόεδρος για ν’ απαξιώσει την τριμερή συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Αντίθετα, οι τελευταίες κινήσεις και δηλώσεις της Άγκυρας αποκαλύπτουν ένα βαθύτερο στρατηγικό άγχος απέναντι σ’ ένα περιφερειακό σύστημα που μετασχηματίζεται με ταχύτητα, περιορίζοντας σταδιακά τους παραδοσιακούς μοχλούς επιρροής της Τουρκίας και αναδιατάσσοντας τους συσχετισμούς ισχύος στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή. Η τουρκική ηγεσία φαίνεται ν’ αντιλαμβάνεται ότι το έδαφος κάτω από τα πόδια της δεν είναι πλέον τόσο προβλέψιμο όσο στο παρελθόν, και ότι οι πρωτοβουλίες που λαμβάνονται χωρίς τη δική της συμμετοχή διαμορφώνουν νέα δεδομένα που δεν ελέγχει.
Η απαξιωτική ρητορική του Τούρκου Προέδρου αποτελεί την πιο πρόσφατη εκδήλωση μιας στρατηγικής αντίληψης που αντιμετωπίζει κάθε περιφερειακό σχήμα συνεργασίας χωρίς συμμετοχή της Τουρκίας ως δυνητική απειλή για το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Πρόκειται για μιαν αντίληψη μηδενικού αθροίσματος, όπου η ενίσχυση των άλλων ισοδυναμεί αυτομάτως με αποδυνάμωση της Άγκυρας, ανεξαρτήτως του αν οι πρωτοβουλίες αυτές έχουν αμυντικό, ενεργειακό ή καθαρά θεσμικό χαρακτήρα.
Η συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, ωστόσο, δεν προέκυψε ως συγκυριακή σύμπτωση συμφερόντων, ούτε ως εργαλείο αποκλεισμού. Έχει τις ρίζες της στις βαθιές μεταβολές που συντελέστηκαν στην Ανατολική Μεσόγειο την τελευταία δεκαπενταετία, με την ανακάλυψη υδρογονανθράκων, την αστάθεια στη Συρία και στη Γάζα, αλλά και την ανάγκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της πηγές μετά τη ρήξη με τη Ρωσία. Η τριμερής συνεργασία οικοδομήθηκε σταδιακά πάνω σε μια κοινή αντίληψη ασφάλειας, ενεργειακής διασύνδεσης και τεχνογνωσίας, αποκτώντας θεσμικό βάθος και διεθνή νομιμοποίηση. Η πρόσφατη σύνοδος κορυφής στην Ιερουσαλήμ δεν αποτέλεσε απλώς μιαν ακόμη συνάντηση κορυφής, αλλά επιβεβαίωσε ότι το σχήμα αυτό έχει περάσει σε φάση ωριμότητας, με σαφές πολιτικό αποτύπωμα και σταθερό προσανατολισμό.
Απέναντι σ’ αυτήν την πραγματικότητα, η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως δύναμη που δεν απειλεί, αλλά ταυτόχρονα διακηρύσσει ότι δεν θ’ ανεχθεί «παραβιάσεις των δικαιωμάτων της» στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Η διττή αυτή στάση, που συνδυάζει δηλώσεις περί ειρήνης με επιθετική ρητορική και έμπρακτες προκλήσεις, αποτυπώνει δυσκολία προσαρμογής σ’ ένα περιβάλλον όπου οι μονομερείς κινήσεις δεν αποδίδουν τα ίδια οφέλη όπως στο παρελθόν. Η τουρκική πολιτική φαίνεται παγιδευμένη ανάμεσα στην ανάγκη αποφυγής μιας ανοιχτής σύγκρουσης και στη βούληση να διατηρηθούν αδιαπραγμάτευτες μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις.
Χαρακτηριστικό της αντίφασης αυτής είναι το ότι το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας έσπευσε να δηλώσει πως η τριμερής συνεργασία δεν συνιστά στρατιωτική απειλή για την Τουρκία, ενώ την ίδια στιγμή επέρριπτε στην Ελλάδα την ευθύνη για τις εντάσεις στον εναέριο χώρο και στα χωρικά της ύδατα. Η γραμμή αυτή επιχειρεί να καθησυχάσει τη διεθνή κοινότητα, αποφεύγοντας την εικόνα ενός κράτους που αντιδρά υστερικά, χωρίς όμως ν’ αναιρεί την ουσία της τουρκικής στάσης. Πρόκειται για μια προσπάθεια διαχείρισης εντυπώσεων, που αποκαλύπτει περισσότερο αμηχανία παρά αυτοπεποίθηση.
Η τουρκική αντίδραση δεν περιορίστηκε στην τριμερή σύνοδο. Η Άγκυρα άνοιξε κι άλλο μέτωπο, αντιδρώντας έντονα στη συμφωνία οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ Κύπρου και Λιβάνου, που υπογράφηκε μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια διαπραγματεύσεων. Η απαξιωτική και ταυτόχρονα επιθετική στάση της Τουρκίας καταδεικνύει ότι η Άγκυρα δεν αρκείται στην υποβάθμιση των περιφερειακών πρωτοβουλιών, αλλά επιδιώκει ενεργά να τις υπονομεύσει. Από την άλλη, μέσα σε διάστημα μόλις μερικών εβδομάδων, η Τουρκία καταγράφει σειρά στρατηγικών απωλειών που αναδιαμορφώνουν τις περιφερειακές ισορροπίες. Η αστάθεια στη Συρία συνεχίζεται υπονομεύοντας τις φιλοδοξίες της Άγκυρας, ενώ η ενεργειακή συμφωνία Ισραήλ-Αιγύπτου βαθαίνει το ρήγμα στον μουσουλμανικό κόσμο. Παράλληλα, το Ισραήλ εδραιώνει επιρροή στον Καύκασο μέσω Αζερμπαϊτζάν, ενώ η συμφωνία Arrow-3 με τη Γερμανία προσδίδει στο Ισραήλ καθοριστικό γεωπολιτικό βάρος σε Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ.
Δεν είναι τυχαίο ότι η τριμερής συνεργασία συνδέεται με ευρύτερα διεθνή σχέδια, στα οποία εμπλέκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία και εν δυνάμει η Αίγυπτος, η Ινδία και χώρες της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου. Η πρόσφατη παρέμβαση Αμερικανών βουλευτών, που εξέφρασαν ανησυχία για τις τουρκικές παραβιάσεις εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, υπογραμμίζει ότι οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο παρακολουθούνται στενά και δεν αντιμετωπίζονται ως περιφερειακή λεπτομέρεια. Σε αντίθεση με τη λογική του αποκλεισμού, τα σχήματα συνεργασίας λειτουργούν ως πλατφόρμες διαλόγου και σταθερότητας, όπου μπορούν να ενταχθούν και άλλοι δρώντες, από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι χώρες του Κόλπου και πέραν αυτού.
Η μακροπρόθεσμη προοπτική αυτών των πρωτοβουλιών δεν εξαρτάται μόνο από την τουρκική στάση, αλλά και από τη συνέπεια των ιδίων των συμμετεχόντων. Η διατήρηση μιας σταθερής στρατηγικής, που θα συνδυάζει ασφάλεια, ενεργειακή ανάπτυξη, πολιτική νομιμοποίηση και κατοχύρωση με νομικά κείμενα, είναι κρίσιμη για την ανθεκτικότητά τους. Για την Τουρκία, το πραγματικό δίλημμα είναι αν θα συνεχίσει να αντιδρά αμυντικά και απορριπτικά ή αν θα επιλέξει επαναπροσδιορισμό της εξωτερικής της πολιτικής, αναγνωρίζοντας ότι οι πολυμερείς συνεργασίες δεν συνιστούν απειλή, αλλά ευκαιρία.
Συμπερασματικά, η τουρκική άρνηση ύπαρξης ενός κοινού πλαισίου στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί ν’ αποτελεί γι’ αυτή βιώσιμη στρατηγική. Αντίθετα, η Άγκυρα έχει τη δυνατότητα, εφόσον το επιλέξει, να μετατραπεί από παράγοντα έντασης σε κόμβο συνεργασίας, συμβάλλοντας στη σταθερότητα μιας περιοχής όπου οι συμμαχίες καθορίζουν ολοένα και περισσότερο το μέλλον. Το ερώτημα είναι αν η τουρκική ηγεσία θ’ αντιληφθεί εγκαίρως ότι η ισχύς στον 21ον αιώνα δεν μετριέται μόνο με την ικανότητα επιβολής, αλλά και με την ικανότητα συμμετοχής σε συλλογικά σχήματα που παράγουν ασφάλεια και ειρήνη. Αν κάτι διδάσκει η πρόσφατη ιστορία της περιοχής, είναι ότι όσοι αγνόησαν τις νέες δομές, βρέθηκαν τελικά εκτός παιχνιδιού.
*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης