Διεθνή

Βενεζουέλα: Μετάβαση, κενό εξουσίας, γεωπολιτικοί κίνδυνοι

Η επόμενη μέρα στη Βενεζουέλα διαμορφώνεται μέσα σ’ ένα περιβάλλον βαθιάς αβεβαιότητας, όπου η απομάκρυνση με στρατιωτικά μέσα και εξωτερική παρέμβαση του Νικολάς Μαδούρο δεν συνεπάγεται αυτομάτως πολιτική σταθερότητα ή θεσμική αναγέννηση. Αντιθέτως, εγκαινιάζει μια περίοδο μετάβασης χωρίς σαφές εσωτερικό κοινωνικό συμβόλαιο, με σοβαρά ερωτήματα ως προς τη νομιμοποίηση της εξουσίας, τη συνοχή του κράτους και τη δυνατότητα αποτροπής ενός παρατεταμένου κύκλου αποσταθεροποίησης. Η ιστορία δείχνει ότι η βίαιη απομάκρυνση ενός καθεστώτος, ιδίως όταν αυτή προέρχεται από εξωτερικό παράγοντα, σπάνια οδηγεί σε ομαλή μετάβαση χωρίς ισχυρούς εσωτερικούς θεσμούς και κοινωνική συναίνεση. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, αυτοί οι παράγοντες απουσιάζουν ή είναι εξαιρετικά αποδυναμωμένοι.

Το πρώτο και πιο άμεσο χαρακτηριστικό της νέας κατάστασης είναι το θεσμικό κενό. Η σύλληψη και μεταφορά του Μαδούρο εκτός χώρας, ανεξαρτήτως της διεθνούς νομιμότητας ή μη της πράξης, δημιουργεί ένα πρόβλημα διαδοχής που δεν επιλύεται εύκολα μέσω των προβλέψεων του Συντάγματος, καθώς αυτές προϋποθέτουν εσωτερική πολιτική λειτουργικότητα και ελάχιστη συναίνεση των κρατικών μηχανισμών. Η πραγματικότητα είναι ότι η Βενεζουέλα εισέρχεται σε μια γκρίζα ζώνη εξουσίας, όπου η τυπική νομιμότητα δεν συμπίπτει με την πραγματική ισχύ. Σε τέτοιες συνθήκες, ο παράγοντας που τείνει να καλύπτει το κενό δεν είναι η πολιτική, αλλά η ασφάλεια.

Ο ρόλος των ενόπλων δυνάμεων αναδεικνύεται έτσι σε καθοριστικό. Ο στρατός της Βενεζουέλας δεν είναι ένας ουδέτερος θεσμός, αλλά ένας βαθιά πολιτικοποιημένος μηχανισμός, δεμένος επί χρόνια με το καθεστώς Μαδούρο μέσω προνομίων, οικονομικών συμφερόντων και συμμετοχής στη διαχείριση κρίσιμων τομέων της οικονομίας. Η απομάκρυνση της κορυφής δεν σημαίνει αυτομάτως αποσύνδεση αυτών των δομών. Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι ένα τμήμα της στρατιωτικής ηγεσίας θα επιχειρήσει να παρουσιαστεί ως εγγυητής της τάξης και της εθνικής ενότητας, επιδιώκοντας ρόλο ρυθμιστή της μετάβασης, είτε μέσω μιας προσωρινής πολιτικο-στρατιωτικής διοίκησης είτε μέσω στήριξης ενός «μεταβατικού» πολιτικού προσώπου. Ωστόσο, αυτή η επιλογή εγκυμονεί τον κίνδυνο στρατιωτικοποίησης της πολιτικής ζωής, με περιορισμένο ορίζοντα δημοκρατικής αποκατάστασης.

Παράλληλα, η αντιπολίτευση, αν και επί χρόνια κατακερματισμένη και αποδυναμωμένη, βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο, αλλά όχι απαραίτητα σε πλεονεκτική θέση. Η απουσία του Μαδούρο δεν συνεπάγεται αυτομάτως αποδοχή της αντιπολίτευσης από το σύνολο της κοινωνίας, ιδιαίτερα από τα φτωχότερα στρώματα που, παρά τις καταστροφικές πολιτικές του καθεστώτος, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με καχυποψία τις πολιτικές ελίτ που συνδέονται με το παρελθόν. Επιπλέον, η στενή σύνδεση ορισμένων αντιπολιτευόμενων παραγόντων με τις Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργεί πρόβλημα νομιμοποίησης, καθώς ενισχύει το αφήγημα της «επιβεβλημένης αλλαγής καθεστώτος». Η αντιπολίτευση, αν θέλει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο, θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως εθνικός και όχι ως εξαρτημένος πολιτικός πόλος, κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει επιτύχει με συνέπεια.

Στο μεταξύ, η κοινωνία παραμένει εξαντλημένη. Μετά από χρόνια οικονομικής κατάρρευσης, υπερπληθωρισμού, ελλείψεων και μαζικής μετανάστευσης, οι πολίτες της Βενεζουέλας δεν προσδοκούν άμεσα πολιτικές λύσεις, αλλά στοιχειώδη σταθερότητα. Αυτό καθιστά την κοινωνική δυναμική απρόβλεπτη. Από τη μια, υπάρχει ανακούφιση σε τμήματα του πληθυσμού για το τέλος ενός αυταρχικού καθεστώτος. Από την άλλη, υπάρχει φόβος για χάος, βία, εκδίκηση και περαιτέρω επιδείνωση της καθημερινότητας. Σε τέτοιο περιβάλλον, οι πιθανότητες κοινωνικών εκρήξεων ή συγκρούσεων μεταξύ ανταγωνιστικών ομάδων δεν μπορούν να αποκλειστούν, ιδιαίτερα αν η μετάβαση παραταθεί ή εμφανιστεί ως επιβαλλόμενη από το εξωτερικό.

Η διεθνής διάσταση της κρίσης είναι εξίσου κρίσιμη για τη διαμόρφωση της επόμενης μέρας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας αναλάβει από μόνες τους τον ρόλο στην ανατροπή του Μαδούρο, θα επιδιώξουν να επηρεάσουν αποφασιστικά τη νέα πολιτική αρχιτεκτονική, προωθώντας μια κυβέρνηση φιλική προς τα δυτικά συμφέροντα και έτοιμη να ανοίξει την οικονομία, ιδίως τον πετρελαϊκό τομέα. Ωστόσο, αυτή η επιδίωξη συγκρούεται με τις στρατηγικές βλέψεις άλλων δυνάμεων. Ρωσία και Κίνα, που είχαν επενδύσει πολιτικά και οικονομικά στο καθεστώς Μαδούρο, δεν είναι διατεθειμένες να αποδεχθούν αδιαμαρτύρητα την απώλεια επιρροής σε μια χώρα στρατηγικής σημασίας. Η παρουσία τους, έστω και έμμεση, θα συνεχίσει να λειτουργεί ως αντίβαρο, μετατρέποντας τη Βενεζουέλα σε πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού και όχι απλώς εσωτερικής μετάβασης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, κινείται πιο επιφυλακτικά, προσπαθώντας να ισορροπήσει μεταξύ της ανάγκης σεβασμού του διεθνούς δικαίου και της επιθυμίας για σταθεροποίηση. Πιθανότατα θα επιδιώξει ένα ρόλο διαμεσολαβητή, στηρίζοντας διαδικασίες εκλογικής μετάβασης υπό διεθνή εποπτεία, εφόσον υπάρξουν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις ασφάλειας. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης εξαρτάται από τη βούληση των εσωτερικών δρώντων και από το κατά πόσο οι μεγάλες δυνάμεις θα επιτρέψουν πραγματικό πολυμερή πλαίσιο και όχι μονομερείς επιβολές.

Ο οικονομικός παράγοντας παραμένει καθοριστικός. Η ανασυγκρότηση της οικονομίας και ιδίως του πετρελαϊκού τομέα προβάλλεται από πολλούς ως το κλειδί για τη σταθερότητα. Ωστόσο, χωρίς θεσμική ασφάλεια, διαφάνεια και κοινωνική νομιμοποίηση, οι επενδύσεις κινδυνεύουν να ενισχύσουν νέες μορφές εξάρτησης και ανισότητας αντί για βιώσιμη ανάπτυξη. Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι η οικονομική «επανεκκίνηση» χωρίς πολιτικό πλαίσιο καταλήγει συχνά σε νέα αδιέξοδα.

Συμπερασματικά, η επόμενη μέρα στη Βενεζουέλα δεν προδιαγράφεται ως γραμμική μετάβαση από τον αυταρχισμό στη δημοκρατία, αλλά ως μια περίπλοκη και δυνητικά παρατεταμένη διαδικασία, όπου η ισορροπία μεταξύ στρατού, πολιτικών δυνάμεων και διεθνών παικτών θα καθορίσει την πορεία. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει, αλλά με ποια νομιμοποίηση και υπό ποιους κανόνες. Αν η απάντηση δοθεί κυρίως από τη στρατιωτική ισχύ και τη γεωπολιτική επιβολή, τότε η Βενεζουέλα κινδυνεύει να αντικαταστήσει ένα αυταρχικό καθεστώς με μια νέα μορφή εξαρτημένης αστάθειας. Αν, αντίθετα, υπάρξει χώρος για μια πραγματική, έστω δύσκολη, εθνική συμφωνία, τότε η χώρα μπορεί να βρει διέξοδο από έναν φαύλο κύκλο δεκαετιών. Προς το παρόν, όμως, το μέλλον παραμένει ανοιχτό και εξαιρετικά εύθραυστο.

*Καθηγητής-ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης