Η Κυπριακή Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι σκιές της υπόσκαψης
Καθώς η Κυπριακή Δημοκρατία προετοιμάζεται να αναλάβει την εξάμηνη Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρατηρείται μια ανησυχητική κινητικότητα στον ευρωπαϊκό δημόσιο λόγο. Δημοσιεύματα και παρεμβάσεις, προερχόμενα κυρίως από κύκλους εκτός Κύπρου, επιχειρούν να δημιουργήσουν κλίμα αμφισβήτησης ως προς την ικανότητα της χώρας να ασκήσει την Προεδρία με επάρκεια, υπευθυνότητα και θεσμική ουδετερότητα. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι τυχαίο ούτε μπορεί να αποσυνδεθεί από ευρύτερες γεωπολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες.
Οι αιτιάσεις που προβάλλονται –ότι δήθεν η Κύπρος στερείται εμπιστοσύνης ή διοικητικής επάρκειας– δεν αντέχουν σε σοβαρό έλεγχο. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες και ισότιμο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με πολυετή εμπειρία συμμετοχής στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, με διοικητικό μηχανισμό που έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις σύνθετων ευρωπαϊκών διαδικασιών. Άλλωστε, η άσκηση της Προεδρίας δεν είναι εθνική πολιτική άσκηση, αλλά θεσμικός ρόλος που διέπεται από αυστηρούς κανόνες, συλλογικές διαδικασίες και συνεχή έλεγχο.
Η στοχοποίηση της Κύπρου αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν εξετάζεται το πολιτικό της υπόβαθρο. Ορισμένοι εταίροι, οι οποίοι διατηρούν στενές οικονομικές, αμυντικές και στρατηγικές σχέσεις με την Τουρκία, φαίνεται να ενοχλούνται από τη συνεπή στάση της Λευκωσίας –σε συντονισμό με την Αθήνα– σε κρίσιμα ευρωπαϊκά ζητήματα που αφορούν την Άγκυρα. Η επιμονή στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, του ευρωπαϊκού κεκτημένου και των αρχών ασφάλειας της Ένωσης δεν αποτελεί πράξη παρεμπόδισης, αλλά θεσμική υποχρέωση κάθε κράτους-μέλους.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι ευρωπαϊκές αποφάσεις στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, όπως ζητήματα πιστοποίησης ή συμμετοχής τρίτων χωρών σε ευρωπαϊκά σχήματα, έχουν άμεσες οικονομικές προεκτάσεις για κράτη με ισχυρή αμυντική βιομηχανία και στενές συνεργασίες με την Τουρκία. Η Κύπρος, ασκώντας τα δικαιώματά της εντός της Ένωσης, δεν λειτουργεί τιμωρητικά ούτε ιδιοτελώς, αλλά υπερασπίζεται αρχές που υποτίθεται ότι συγκροτούν τον ίδιο τον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και ως προς τον ρόλο ορισμένων εξωευρωπαϊκών παραγόντων. Χώρες που δεν είναι πλέον μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά εξακολουθούν να διατηρούν επιρροή σε ευρωπαϊκά δίκτυα πληροφόρησης και ανάλυσης, φαίνεται να προωθούν αφηγήματα που ευθυγραμμίζονται περισσότερο με τις δικές τους στρατηγικές επιλογές παρά με τη θεσμική συνοχή της Ένωσης. Πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα των εξοπλισμών και των αμυντικών πωλήσεων προς την Τουρκία καθιστούν εύλογο το ερώτημα κατά πόσο ορισμένες «κριτικές» παρεμβάσεις υπαγορεύονται από καθαρά πολιτικά κίνητρα.
Ωστόσο, η ουσία δεν βρίσκεται στις προθέσεις των επικριτών, αλλά στην πραγματικότητα που διαμορφώνεται. Η Κυπριακή Δημοκρατία προχωρά ακάθεκτη, με σοβαρότητα και αυτοπεποίθηση, στην προετοιμασία της Προεδρίας. Οι προτεραιότητες είναι σαφείς: ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνοχής, προώθηση της στρατηγικής αυτονομίας της Ένωσης, στήριξη του κράτους δικαίου και ουσιαστική συμβολή στη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Σε όλα αυτά, η Κύπρος δεν είναι μέρος του προβλήματος, αλλά μέρος της λύσης.
Η ευρωπαϊκή ιστορία έχει δείξει ότι μικρά και μεσαία κράτη μπορούν να ασκήσουν εξαιρετικά επιτυχημένες Προεδρίες, όταν λειτουργούν με θεσμική προσήλωση και πολιτική ωριμότητα. Η Κύπρος διαθέτει και τα δύο. Η αμφισβήτηση της ικανότητάς της δεν πλήττει μόνο τη Λευκωσία, αλλά υπονομεύει και την ίδια την αρχή της ισότητας μεταξύ των κρατών-μελών.
Τελικά, η Κυπριακή Προεδρία δεν θα κριθεί από κακόβουλα δημοσιεύματα ή υπόγειες διαρροές, αλλά από τα αποτελέσματά της. Και όλα δείχνουν ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι έτοιμη να φέρει εις πέρας τον θεσμικό της ρόλο με επιτυχία, υπευθυνότητα και ευρωπαϊκή συνέπεια — προς όφελος ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.