Αναλύσεις

Προεδρία ΕΕ 2026: Μεγάλα λόγια, μικρές αρμοδιότητες, μεγάλη ευθύνη

Στις 21 Δεκεμβρίου 2025, ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης παρουσίασε τις προτεραιότητες της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ με γλώσσα έντονα συμβολική και γεμάτη πολιτική αυτοπεποίθηση: «η στιγμή της Κύπρου έχει έρθει», «η Κύπρος είναι έτοιμη να ηγηθεί», «με βαθιά πίστη στο ευρωπαϊκό όραμα» και με πρώτο πυλώνα την «Ασφάλεια, Άμυνα και Ετοιμότητα». Εκ πρώτης όψεως, η στάση αυτή είναι απολύτως θεμιτή. Η Προεδρία αποτελεί κορυφαία θεσμική στιγμή ειδικά για ένα μικρό κράτος. Όμως, ακριβώς επειδή ο ίδιος επέλεξε να θέσει την άμυνα στην πρώτη γραμμή του πολιτικού αφηγήματος, διαμορφώνει ένα αυστηρό τεστ συνέπειας. Όταν μιλάς με τόση έμφαση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, οφείλεις να αποδεικνύεις ότι δεν πρόκειται μόνο για ευρωπαϊκή ρητορική, αλλά για κυπριακή πράξη.

Για αποφυγή παρεξηγήσεων, η εκ περιτροπής Προεδρία δεν είναι ένδειξη προσωπικού “μεγαλείου”, ούτε φέρει εκτελεστικές εξουσίες πάνω στην Ένωση. Ο ρόλος της είναι θεσμικά σαφής: προεδρεύει, οργανώνει, συντονίζει, διαπραγματεύεται συμβιβασμούς, προωθεί την ατζέντα και λειτουργεί ως έντιμος διαμεσολαβητής – ειδικά στις τριμερείς διαπραγματεύσεις με το Ευρωκοινοβούλιο και την Επιτροπή. Άρα, όποιος περιμένει από την Κύπρο να “επιβάλει” στρατηγική ευρωπαϊκής άμυνας μέσα σε έξι μήνες, δεν κατανοεί τη φύση του θεσμού. Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί την πολιτική ευθύνη. Αντιθέτως, την ενισχύει: η Προεδρία έχει περιορισμένες αρμοδιότητες, αλλά η πολιτική ευθύνη είναι πλήρης, γιατί αντανακλά την αξιοπιστία του κράτους που την ασκεί.

Ο Πρόεδρος δεν μίλησε γενικά για ασφάλεια. Συνέδεσε την Κυπριακή Προεδρία με συγκεκριμένες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Το White Paper “Readiness 2030”, την ατζέντα “Preparedness Union”, την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Αμυντικής Βιομηχανίας και εργαλεία όπως το SAFE. Πρόκειται για στρατηγική στόχευση: η Κύπρος επιχειρεί να παρουσιαστεί όχι ως αιτούσα ειδική μεταχείριση, αλλά ως κράτος-μέλος που συμβάλλει ουσιαστικά στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Πολιτικά, αυτή η προσέγγιση είναι ορθή. Ένα μικρό κράτος αποκτά επιρροή όταν μπορεί να αποδείξει την προστιθέμενη αξία του στους κεντρικούς ευρωπαϊκούς φακέλους — όχι απλώς όταν ζητά στήριξη.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν το ευρωπαϊκό αφήγημα αρχίζει, έστω άρρητα, να λειτουργεί ως υποκατάστατο της εθνικής αποτροπής. Η άποψη ότι «μια καλύτερα εξοπλισμένη Ευρώπη θα μας προστατεύσει» είναι εύχρηστη, αλλά δεν συνιστά μηχανισμό αυτόματης ενεργοποίησης. Υπάρχουν μεν η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής (Άρθρο 42(7) ΣΕΕ) και η ρήτρα αλληλεγγύης (Άρθρο 222 ΣΛΕΕ), όμως η εφαρμογή τους είναι πολιτική. Εξαρτάται από βούληση, συσχετισμούς και τις ιδιαιτερότητες των κρατών-μελών. Όποιος παρουσιάζει αυτές τις ρήτρες σαν ένα "κουμπί" που το πιέζουμε και παρέχει προστασία, απλώς πουλάει ψευδαισθήσεις. Η ευρωπαϊκή άμυνα μπορεί να ενισχύσει τη βιομηχανική βάση, την προμήθεια εξοπλισμών και τη γενική ετοιμότητα, αλλά δεν εγγυάται ότι, σε μια κρίσιμη στιγμή, 26 πρωτεύουσες θα επιλέξουν κλιμάκωση κόστους απέναντι σε μία περιφερειακή δύναμη — ιδιαίτερα όταν εμπλέκονται πολλά περίπλοκα συμφέροντα.

Ανακύπτει έτσι το κρίσιμο ερώτημα της εσωτερικής πολιτικής. Εάν η κυβέρνηση δηλώνει ότι η ασφάλεια είναι πρώτη προτεραιότητα, πού αποτυπώνεται αυτό στην πράξη; Το προφανές αντεπιχείρημα είναι ότι “υπάρχουν λεφτά” και ότι η κριτική περί “μηδαμινών δαπανών” είναι άδικη. Πράγματι, στον προϋπολογισμό του 2026 προβλέπεται συνολικό ποσό €628.090.285 για το Υπουργείο Άμυνας, εκ των οποίων €176.800.000 για αμυντική θωράκιση/εξοπλισμούς. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι η μηδενιστική κριτική. Είναι η δύσκολη ερώτηση, τι ακριβώς αποδίδουν αυτά τα κονδύλια σε όρους επιχειρησιακών ικανοτήτων και πόσο αξιόπιστα υλοποιούνται;

Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται ένα συχνά παραγνωρισμένο, αλλά κρίσιμο ζήτημα: οι αποκλίσεις μεταξύ εγκεκριμένου και αναθεωρημένου προϋπολογισμού σε προηγούμενα έτη. Το φαινόμενο της υπο-εκτέλεσης είναι συχνό: το 2025, ο αναθεωρημένος προϋπολογισμός ήταν χαμηλότερος κατά σχεδόν €92 εκατομμύρια, ενώ το 2024 κατά €71 εκατομμύρια. Αυτά δεν είναι “λογιστικές λεπτομέρειες”. Στον τομέα της άμυνας, τέτοιες αποκλίσεις μεταφράζονται σε καθυστερήσεις, ελλείψεις, μειωμένη εκπαίδευση και τελικά σε αποδυναμωμένη αποτροπή. Δηλαδή, το πρόβλημα δεν είναι μόνο “πόσα εγγράφονται”, αλλά “πόσα υλοποιούνται”.

Αυτά απαιτούν κράτος που εκτελεί, όχι κράτος που εξαγγέλλει.

Σε αυτό το σημείο, η κυβερνητική ρητορική περί ευρωπαϊκής άμυνας γίνεται δίκοπο μαχαίρι. Από τη μια, είναι θετικό ότι η ΕΕ αναβαθμίζει τη στρατηγική της μέσω εργαλείων όπως το “Readiness 2030”, το “ReArm Europe” και το SAFE. Αυτές οι πρωτοβουλίες μπορούν να προσφέρουν ευκαιρίες συνεργασίας και χρηματοδότησης για την Κύπρο. Από την άλλη, αν το ευρωπαϊκό αφήγημα προβληθεί ως υποκατάστατο της εθνικής ισχύος, τότε παράγεται επικίνδυνος εφησυχασμός. Μια εξοπλισμένη Ευρώπη δεν παρέχει προστασία σε κράτη που δεν διαθέτουν βασικές δυνατότητες: αεράμυνα, anti-drone, θαλάσσια επιτήρηση, ηλεκτρονικό πόλεμο, κυβερνοάμυνα, προστασία κρίσιμων υποδομών. Αυτά δεν διασφαλίζονται με φωτογραφίες από Συνόδους, αλλά με υλοποιημένες προμήθειες, αδιάκοπη συντήρηση και μετρήσιμη επιχειρησιακή ετοιμότητα.

Εδώ εντοπίζεται η ουσιαστική πολιτική κριτική: όχι εύκολη απαξίωση, αλλά απαίτηση για μετρήσιμη συνέπεια. Αν ο Πρόεδρος μιλά για “Readiness 2030” σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τότε η κυπριακή κοινωνία δικαιούται να απαιτήσει “Readiness 2026” σε εθνικό επίπεδο: με χρονοδιαγράμματα, ποσοστά υλοποίησης, δείκτες διαθεσιμότητας και δημόσια λογοδοσία για τις αποκλίσεις. Αν η άμυνα είναι πρώτη προτεραιότητα, αυτό πρέπει να φαίνεται — όχι μόνο στο ύψος των κονδυλίων, αλλά κυρίως στην αποτελεσματικότητα της εφαρμογής. Διαφορετικά, η ευρωπαϊκή ρητορική κινδυνεύει να εκληφθεί ως πολιτικό καταφύγιο: να μιλάς για την άμυνα της Ευρώπης για να αποφύγεις τον έλεγχο για την άμυνα της Κύπρου. Ο πρόεδρος δεν έχει εκπληρώσει τις προεκλογικές του υποσχέσεις μέχρι τώρα.

Τελικά, η Προεδρία του 2026 θα αξιολογηθεί σε δύο επίπεδα. Στο ευρωπαϊκό, με βάση το κατά πόσο η Κύπρος διαχειρίστηκε τον θεσμικό ρόλο της σοβαρά και αποτελεσματικά. Στο εσωτερικό, με βάση κάτι πολύ πιο “πεζό” και γι’ αυτό πιο ουσιαστικό. αν η πολιτική ηγεσία μετέτρεψε τα μεγάλα λόγια περί ασφάλειας σε πραγματικές, μετρήσιμες ικανότητες ενός κράτους που ζει δίπλα σε μια κατοχική δύναμη. Διότι αν η κοινωνία συνεχίζει να ακούει «άμυνα και ετοιμότητα», αλλά βλέπει έναν μηχανισμό που δεν μπορεί να εκτελέσει ούτε όσα ο ίδιος προϋπολογίζει, τότε, όσο ευρωπαϊκή κι αν είναι η γλώσσα, το αποτέλεσμα θα είναι απλό και σκληρό. Μεγάλα λόγια, περιορισμένα εργαλεία και μια ευθύνη που συνεχώς μετατίθεται αλλού.

Αυτό δεν είναι στρατηγική. Είναι ελπίδα με γραβάτα.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία