Αορίστου… επ' αόριστον; Το παράδοξο του νέου συστήματος διορισμού
Στη συζήτηση για το νέο σύστημα διορισμού, οι αορίστου χρόνου εκπαιδευτικοί παρουσιάζονται συχνά ως ένα «πρόβλημα» που πρέπει κάπως να διαχειριστεί το σύστημα. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Οι εκπαιδευτικοί αυτοί δεν βρέθηκαν τυχαία σε αυτό το καθεστώς. Είναι αορίστου χρόνου επειδή, ως συμβασιούχοι, κάλυπταν για χρόνια πάγιες ανάγκες των σχολείων με διαδοχικές συμβάσεις.
Ακριβώς για να μην υπάρχει κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων, υπάρχει σχετική νομοθεσία, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και εθνικό επίπεδο. Η μετατροπή μιας σύμβασης σε αορίστου χρόνου δεν είναι χάρη αλλά υποχρέωση της Πολιτείας, η οποία απορρέει από τη νομοθεσία για να προστατεύσει τον εργαζόμενο από την ατέρμονη και καταχρηστική ανανέωση συμβάσεων.
Επομένως, όσο υπάρχουν ανάγκες στα σχολεία, και σαφώς υπάρχουν, οι αορίστου χρόνου εκπαιδευτικοί πρέπει να επαναπροσλαμβάνονται και να έχουν διασφαλισμένη την εργασία τους. Αυτό το αναγνωρίζει και το ίδιο το ΥΠΑΝ στην πρότασή του για το νέο σύστημα διορισμού.
Με το νέο σύστημα διορισμού λοιπόν, για τους αορίστου χρόνου εκπαιδευτικούς υπάρχουν μόνο δύο ενδεχόμενα:
- Να μην μονιμοποιηθούν και να παραμείνουν αορίστου χρόνου εσαεί.
- Να μονιμοποιηθούν.
Ό,τι και να συμβεί, ένα πράγμα είναι βέβαιο: θα βρίσκονται στα σχολεία και θα διδάσκουν. Είτε παρακαθίσουν στην εξέταση, είτε όχι. Είτε μονιμοποιηθούν, είτε όχι. Με άλλα λόγια, η εξέταση δεν καθορίζει αν θα συνεχίσουν να διδάσκουν ή όχι.
Οι διαφορές βρίσκονται αλλού. Οι αορίστου χρόνου εκπαιδευτικοί αξιολογούνται μόνο διαμορφωτικά. Αν μονιμοποιηθούν, θα αξιολογηθούν για τη διδακτική τους επάρκεια πριν επικυρωθεί η μονιμοποίησή τους, και αν υπάρχει κάποιο πολύ μικρό ποσοστό εκπαιδευτικών που χρειάζονται στήριξη, θα μπορούν να τη λάβουν. Παράλληλα, οι αορίστου χρόνου εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζονται ως συμβασιούχοι, με αποτέλεσμα να μετακινούνται συχνά από σχολείο σε σχολείο, με αποτέλεσμα να μη διασφαλίζεται η παιδαγωγική συνέχεια του έργου τους και η σταθερότητα του προσωπικού που είναι απαραίτητη σε κάθε σχολείο. Αν μονιμοποιηθούν θα μπορούν να παραμείνουν σταθερά σε ένα σχολείο, διασφαλίζοντας παράλληλα την πιο εύρυθμη στελέχωσή τους.
Αντίθετα, αφήνοντάς τους εσαεί με αυτό το καθεστώς, το ΥΠΑΝ δεν επιτυγχάνει τίποτα. Ούτε την ολοκληρωμένη αξιολόγησή τους, ούτε σταθερότητα στα σχολεία. Οι ίδιοι εκπαιδευτικοί θα διδάσκουν. Απλώς θα το κάνουν με την αβεβαιότητα να τους ακολουθεί κάθε χρόνο, τη συνεχή τους περιπλάνηση από σχολείο σε σχολείο και χωρίς καμία επαγγελματική προοπτική.
Παράλληλα, η μη μονιμοποίηση των αορίστου χρόνου εκπαιδευτικών αυξάνει την πιθανότητα παγοποίησης[1] των μονιμοποιήσεων στο μέλλον, αφού για να μονιμοποιηθούν άλλοι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να κηρυχθούν πλεονάζοντες αορίστου χρόνου εκπαιδευτικοί, κάτι που είναι παράνομο χωρίς να έχουν μειωθεί οι ανάγκες. Ας μην ξεχνάμε πως εκπαιδευτικοί θα συνεχίσουν να μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, είτε από τον κατάλογο διοριστέων, είτε από το κλειστό μητρώο που αναφέρεται στην πρόταση του ΥΠΑΝ, είτε από τον κατάλογο διορισίμων. Μάλιστα, με την πρόθεση οι εξετάσεις να γίνονται πλέον ανά τριετία και με την κατάργηση της συγκρισιμότητάς τους από το 2036, ενδεχομένως πολλοί εκπαιδευτικοί που θα περάσουν τις εξετάσεις να αντιμετωπίσουν μελλοντικά το ίδιο πρόβλημα με τους σημερινούς αορίστου.
Οι αορίστου χρόνου εκπαιδευτικοί υπηρετούν το δημόσιο σχολείο εδώ και χρόνια, θα συνεχίσουν να το υπηρετούν και θα συνεχίσουν να αυξάνονται. Η Πολιτεία οφείλει να ξεπεράσει τις εμμονές της και να εξεύρει άμεσα μηχανισμό μονιμοποίησής τους. Οτιδήποτε άλλο απλώς θα κρύψει τα προβλήματα κάτω από το χαλί, όπου θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν. Επ' αόριστον.
*Μέλος ΕΔΣ ΠΟΕΔ
Οργανωτικός Γραμματέας Α.Κί.ΔΑ.
[1] https://paideia-news.com/systima-diorismoy-olotaxos-pros-nees-strebloseis