Ελλάδα – Τουρκία: Ισχυρή αποτροπή, αποφασιστική απάντηση και ο στρατηγικός ρόλος του Ισραήλ
Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σε μια περίοδο εύθραυστων ισορροπιών, όπου η στρατιωτική ισχύς, οι συμμαχίες και η πολιτική αποφασιστικότητα καθορίζουν την ασφάλεια των κρατών. Ένα θερμό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σοβαρή περιφερειακή κρίση, με άμεσες συνέπειες για την Κύπρο, την Ευρώπη και την ενεργειακή ασφάλεια. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Ελλάδα και η Κύπρος διαθέτουν την αποτρεπτική ισχύ που απαιτείται, ώστε κανένας επίδοξος επιτιθέμενος να μη θεωρήσει ότι μπορεί να επιβάλει τετελεσμένα χωρίς βαρύτατο κόστος.
Η απάντηση πρέπει να είναι ξεκάθαρη: η ειρήνη δεν εξασφαλίζεται με ευχολόγια, ούτε η εθνική κυριαρχία προστατεύεται με διακηρύξεις χωρίς αντίκρισμα. Απαιτεί ισχύ, ετοιμότητα, αποφασιστικότητα και αξιόπιστη αποτροπή.
Σε περίπτωση θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα οφείλει να είναι έτοιμη να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την κυριαρχία και την εδαφική της ακεραιότητα. Η σύγχρονη αεροπορία, το Πολεμικό Ναυτικό, η ολοκληρωμένη αεράμυνα, η επιτήρηση και η επιχειρησιακή ετοιμότητα αποτελούν βασικούς πυλώνες της εθνικής ασφάλειας. Η αποτροπή, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τα οπλικά συστήματα. Προϋποθέτει επαρκή πυρομαχικά, εκπαίδευση, ανθεκτικές υποδομές, ισχυρή αμυντική βιομηχανία και σαφή πολιτική βούληση.
Το μήνυμα προς κάθε επίδοξο επιτιθέμενο πρέπει να είναι αδιαμφισβήτητο: οποιαδήποτε απόπειρα αλλαγής του καθεστώτος κυριαρχίας διά της βίας θα συναντήσει αποφασιστική και νόμιμη αντίδραση. Η Ελλάδα δεν επιδιώκει τον πόλεμο, αλλά δεν μπορεί να επιτρέψει να θεωρηθεί ευάλωτη σε στρατιωτικούς εκβιασμούς. Η αμυντική της ισχύς πρέπει να καθιστά κάθε επιθετική ενέργεια εξαιρετικά επικίνδυνη και ασύμφορη για εκείνον που θα την επιλέξει.
Το Αιγαίο, με τη σύνθετη γεωγραφία και τα πολυάριθμα νησιά του, δημιουργεί ιδιαίτερες επιχειρησιακές απαιτήσεις. Η αποτελεσματική άμυνα προϋποθέτει συντονισμό αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων, έγκαιρη προειδοποίηση και δυνατότητα αντιμετώπισης σύγχρονων απειλών. Το πλεονέκτημα του αμυνόμενου μπορεί να είναι σημαντικό, αλλά δεν είναι αυτόματο. Καθορίζεται από την προετοιμασία, την τεχνολογία, την εκπαίδευση και την ικανότητα διατήρησης της επιχειρησιακής ετοιμότητας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ θα είχαν ισχυρό κίνητρο να αποτρέψουν μια ελληνοτουρκική σύγκρουση. Ωστόσο, η Αθήνα δεν πρέπει να στηρίζει την ασφάλειά της στην προσδοκία ότι οι σύμμαχοι θα παρέμβουν οπωσδήποτε και εγκαίρως. Η διπλωματία είναι απαραίτητη, αλλά γίνεται αποτελεσματικότερη όταν συνοδεύεται από πραγματική αμυντική ισχύ και ξεκάθαρη στρατηγική.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Το Ισραήλ διαθέτει σημαντική εμπειρία στην αεράμυνα, στην επιτήρηση, στα μη επανδρωμένα συστήματα, στην κυβερνοασφάλεια και στη συλλογή πληροφοριών. Η αξιοποίηση αυτής της τεχνογνωσίας μπορεί να ενισχύσει τις αμυντικές δυνατότητες της Ελλάδας και της Κύπρου, να βελτιώσει την προστασία κρίσιμων υποδομών και να συμβάλει στην αντιμετώπιση κοινών απειλών.
Σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης, το Ισραήλ θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο μέσω της διπλωματικής του επιρροής, της τεχνολογικής συνεργασίας και, εφόσον το επέτρεπαν οι πολιτικές αποφάσεις και οι σχετικές συμφωνίες, της παροχής υποστήριξης σε τομείς ασφάλειας. Δεν πρέπει, ωστόσο, να θεωρείται δεδομένη η άμεση στρατιωτική εμπλοκή του εναντίον της Τουρκίας. Η πραγματική αξία μιας στρατηγικής συνεργασίας βρίσκεται στις συγκεκριμένες δυνατότητες και δεσμεύσεις της, όχι σε προσδοκίες που δεν έχουν διασφαλιστεί.
Για την Κύπρο, οι κίνδυνοι θα ήταν ιδιαίτερα σοβαροί. Η συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή μετά την εισβολή του 1974 καθιστά την Κυπριακή Δημοκρατία ευάλωτη σε πρόσθετες πιέσεις, ιδίως εάν μια κρίση στο Αιγαίο δημιουργούσε ευκαιρίες για νέες προκλήσεις ή απόπειρες επιβολής τετελεσμένων. Η Λευκωσία δεν μπορεί να περιμένει την εκδήλωση μιας κρίσης για να οργανώσει την άμυνά της. Χρειάζεται στενότερο συντονισμό με την Αθήνα, ενίσχυση της προστασίας κρίσιμων υποδομών και ουσιαστική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών και περιφερειακών συνεργασιών.
Η ασφάλεια της Κύπρου συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια της Ελλάδας και τη σταθερότητα ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου. Η συνεργασία με το Ισραήλ μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην προστασία ενεργειακών εγκαταστάσεων, τηλεπικοινωνιών, λιμανιών και άλλων κρίσιμων υποδομών. Παράλληλα, μια πολεμική σύγκρουση θα μπορούσε να πλήξει τον τουρισμό, τη ναυτιλία, τις επενδύσεις και τα ενεργειακά σχέδια, προκαλώντας σοβαρές οικονομικές συνέπειες για ολόκληρη την περιοχή.
Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν, επομένως, να κινηθούν με στρατηγική σοβαρότητα. Χρειάζονται ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, κοινό σχεδιασμό, αξιόπιστες συμμαχίες και σαφή μηνύματα προς κάθε κατεύθυνση. Η συνεργασία με το Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς πρέπει να αποκτήσει ακόμη πιο ουσιαστικό περιεχόμενο, με στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας και την αποτροπή της επιθετικότητας.
Η διπλωματία πρέπει να παραμένει ανοικτή, αλλά κανείς δεν πρέπει να συγχέει την επιδίωξη ειρήνης με την ανοχή απέναντι στον εκβιασμό. Η εθνική κυριαρχία δεν μπορεί να τίθεται υπό στρατιωτική απειλή, ούτε η Κύπρος να αντιμετωπίζεται ως χώρος όπου είναι δυνατή η επιβολή νέων τετελεσμένων χωρίς συνέπειες.
Η Ελλάδα πρέπει να διαθέτει τη δύναμη να αποκρούσει αποφασιστικά κάθε επίθεση, ενώ η Κύπρος πρέπει να ενισχύσει την ασφάλειά της με τη στήριξη αξιόπιστων εταίρων. Η αποτροπή δεν αποτελεί απειλή κατά της ειρήνης· αποτελεί την ισχυρότερη εγγύηση ότι η ειρήνη δεν θα καταλυθεί από εκείνον που θα επιχειρήσει να επιβάλει τη θέλησή του διά της βίας.