Brexit, ρωσική παρέμβαση και δημοκρατία σε πολιορκία
Η αποκάλυψη ότι οι βρετανικές Αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η Ρωσία παρενέβη στο δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit επαναφέρει ένα ερώτημα που η Ευρώπη δεν έχει ακόμη απαντήσει επαρκώς: πόσο ελεύθερη μπορεί να είναι η δημοκρατική επιλογή όταν ξένες δυνάμεις επιχειρούν να επηρεάσουν την πληροφόρηση, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και τελικά τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων;
Η αποκάλυψη ότι οι βρετανικές Αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η Ρωσία παρενέβη στο δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit επαναφέρει ένα ερώτημα που η Ευρώπη δεν έχει ακόμη απαντήσει επαρκώς: πόσο ελεύθερη μπορεί να είναι η δημοκρατική επιλογή όταν ξένες δυνάμεις επιχειρούν να επηρεάσουν την πληροφόρηση, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και τελικά τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων;
Ο Βρετανός Πρωθυπουργός, Άντι Μπέρναμ, υποστήριξε ότι, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ζήτησε ενημέρωση από τις αρμόδιες υπηρεσίες και έλαβε σαφή απάντηση ότι υπήρξε ρωσική παρέμβαση. Παράλληλα, συνέδεσε την ανησυχία αυτή με τις εξελίξεις στη Γερμανία και τη συζήτηση για τη δράση εχθρικών κρατών στο ευρωπαϊκό πολιτικό περιβάλλον. Η πολιτική βαρύτητα των δηλώσεων είναι προφανής.
Το Brexit, όμως, δεν γεννήθηκε στη Μόσχα. Εξέφρασε υπαρκτές κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις στη βρετανική κοινωνία, όπως ανησυχίες για τη μετανάστευση, δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο, περιφερειακές ανισότητες και την πεποίθηση ενός σημαντικού τμήματος του εκλογικού σώματος ότι η εθνική κυριαρχία έπρεπε να ενισχυθεί. Η παραδοχή αυτών των παραγόντων είναι απαραίτητη για μια σοβαρή αποτίμηση. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος κάθε αντισυστημική ψήφος ή κάθε αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης να αποδίδεται σε εξωτερική χειραγώγηση, παραγνωρίζοντας τις πραγματικές αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η μέθοδος που αποδίδεται στις σύγχρονες επιχειρήσεις επιρροής. Μπορούν να αξιοποιήσουν τις ήδη υπάρχουσες, να ενισχύσουν τα ακραία μηνύματα και να βαθύνουν τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς.
Η παραπληροφόρηση ως όπλο
Η σύγχρονη προπαγάνδα δεν περιορίζεται στη διάδοση μιας ιδεολογίας. Συχνά επιδιώκει κάτι βαθύτερο και πιο επικίνδυνο. Και τούτο είναι να δημιουργήσει ένα περιβάλλον γενικευμένης σύγχυσης, όπου οι πολίτες αδυνατούν να διακρίνουν την τεκμηριωμένη πληροφορία από την κατασκευασμένη είδηση και καταλήγουν να αμφισβητούν συνολικά τους θεσμούς.
Η διαδικτυακή απήχηση δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη εκλογικής επιρροής. Το γεγονός ότι ένα μήνυμα διαδόθηκε ευρέως δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι άλλαξε την πολιτική συμπεριφορά όσων το είδαν. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, εάν η Ευρώπη θέλει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την παραπληροφόρηση χωρίς να υπονομεύσει την ελευθερία της έκφρασης.
Η γερμανική πρόκληση και η AfD
Η αναφορά του Μπέρναμ στη Γερμανία μεταφέρει τη συζήτηση στο επίκεντρο των σημερινών ευρωπαϊκών ανησυχιών. Η ενίσχυση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), σε συνδυασμό με τη στάση της απέναντι στη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, έχει εντείνει την αντιπαράθεση για την ανθεκτικότητα του γερμανικού πολιτικού συστήματος. Η AfD έχει επενδύσει στην κριτική της μετανάστευσης, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της γερμανικής υποστήριξης προς το Κίεβο. Οι θέσεις της έχουν δημιουργήσει πολιτικές συγκλίσεις με ορισμένες επιδιώξεις της Μόσχας, γεγονός που δικαιολογεί τον έλεγχο και τη δημόσια συζήτηση για πιθανές διασυνδέσεις.
Εντούτοις, η άνοδος της AfD δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσα από τον ρωσικό παράγοντα. Η κοινωνική ανασφάλεια, η δυσαρέσκεια για τη μεταναστευτική πολιτική, οι οικονομικές πιέσεις και η φθορά των παραδοσιακών κομμάτων αποτελούν εσωτερικές συνθήκες που χρειάζονται πολιτικές απαντήσεις.
Ευρωπαϊκή άμυνα χωρίς λογοκρισία
Η υπόθεση του Brexit εντάσσεται σε μια ευρύτερη γεωπολιτική αντιπαράθεση. Οι κυβερνοεπιθέσεις, οι επιχειρήσεις επιρροής και η χειραγώγηση της ψηφιακής πληροφορίας αποτελούν πλέον μέρος του ανταγωνισμού μεταξύ κρατών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να προστατεύσει τις δημοκρατικές διαδικασίες της χωρίς να μετατρέψει την ασφάλεια σε πρόσχημα περιορισμού των ελευθεριών. Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας, η διαφάνεια στην πολιτική διαφήμιση, η λογοδοσία των ψηφιακών πλατφορμών και η προστασία της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας αποτελούν αναγκαίες παρεμβάσεις. Εξίσου σημαντική είναι η εκπαίδευση των πολιτών στην αξιολόγηση των πληροφοριών και στην αναγνώριση συντονισμένων εκστρατειών παραπλάνησης.
Υπάρχει, ωστόσο, μια λεπτή κόκκινη γραμμή. Οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να αποκτήσουν ανεξέλεγκτη εξουσία να χαρακτηρίζουν ως παραπληροφόρηση κάθε δημοσίευμα που τις ενοχλεί. Οι περιορισμοί, όπου δικαιολογούνται, πρέπει να στηρίζονται σε σαφή νομοθεσία, να είναι αναλογικοί και να υπόκεινται σε ανεξάρτητο δικαστικό έλεγχο.
Brexit και επιστροφή στην Ευρώπη
Οι αποκαλύψεις αποκτούν πρόσθετη πολιτική σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο αναζητεί στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συζήτηση για ενδεχόμενη μελλοντική επανένταξη, εφόσον αποκτήσει συγκεκριμένη θέση στην πολιτική ατζέντα των Εργατικών, θα επαναφέρει αναπόφευκτα το ερώτημα αν το Brexit υπήρξε η ορθότερη στρατηγική επιλογή για τη χώρα. Δεν θα ήταν, όμως, ορθό να θεωρηθεί ότι η αποκάλυψη πιθανής ρωσικής παρέμβασης ακυρώνει αυτομάτως το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Η ψήφος εκατομμυρίων πολιτών δεν διαγράφεται με μια πολιτική δήλωση. Ταυτόχρονα, η δημοκρατική νομιμοποίηση μιας απόφασης δεν απαλλάσσει τις αρχές από την υποχρέωση να εξετάσουν εάν η διαδικασία επηρεάστηκε από παράνομες ή συγκαλυμμένες εξωτερικές ενέργειες.
Η ιστορική αποτίμηση του Brexit οφείλει να εξετάσει ταυτόχρονα τις κοινωνικές αιτίες, τις πολιτικές ευθύνες και τις πιθανές επιχειρήσεις ξένης επιρροής. Μόνον έτσι μπορεί να διαμορφωθεί μια τεκμηριωμένη εικόνα, μακριά από την εκ των υστέρων δικαίωση ή καταδίκη της μιας ή της άλλης πλευράς.
Η Ρωσία δεν αποτελεί τη μοναδική αιτία των ευρωπαϊκών πολιτικών κρίσεων. Οι ανισότητες, η ανασφάλεια, η δυσπιστία απέναντι στις πολιτικές ελίτ και η αδυναμία των θεσμών να ανταποκριθούν στις κοινωνικές ανάγκες έχουν αυτοτελή σημασία. Η αντιμετώπιση των εξωτερικών απειλών απαιτεί, επομένως, και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο εσωτερικό των δημοκρατιών. Για τη Βρετανία, το ζήτημα αφορά την ακεραιότητα μιας ιστορικής πολιτικής απόφασης. Για τη Γερμανία, την αντοχή του πολιτικού συστήματος απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ικανότητά της να προστατεύει τις δημοκρατίες της χωρίς να περιορίζει τις ελευθερίες τους.
Συμπερασματικά, μεγαλύτερη απειλή δεν είναι ότι οι πολίτες μπορεί να ψηφίσουν διαφορετικά από ό,τι επιθυμούν οι κυβερνήσεις τους. Είναι ότι κάποιος επιχειρεί κρυφά να διαμορφώσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκείνοι αποφασίζουν. Και η μεγαλύτερη δοκιμασία για την Ευρώπη δεν είναι απλώς να αποκαλύψει ποιος παρεμβαίνει. Είναι να αποδείξει ότι μπορεί να προστατεύσει την ελεύθερη πολιτική βούληση χωρίς να μετατρέψει την άμυνα της δημοκρατίας σε περιορισμό της ίδιας της δημοκρατίας.
*Καθηγητής-ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης