Το ανεξόφλητο χρέος προς τη Λουμπιάνκα
Τα σοβιετικά αρχεία θέτουν ερωτήματα στα οποία το ΑΚΕΛ αρνείται πεισματικά να απαντήσει, επιλέγοντας τη συσκότιση αντί της λογοδοσίας. Και το VOLT, που ανακάλυψε αίφνης την αξία της διαφάνειας, κλείνει επιδεικτικά τα αυτιά του.
Υπάρχουν σιωπές που δεν συνιστούν απουσία λόγου, αλλά μορφή λόγου. Η σιωπή του ΑΚΕΛ απέναντι στα τεκμήρια των σοβιετικών αρχείων ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία, είναι εύγλωττη, μελετημένη και, κατά βάθος, ομολογιακή. Διότι ένα κόμμα που διαθέτει απάντηση την προσφέρει πρόθυμα, ενώ ένα κόμμα που διαθέτει μόνο αντεπίθεση καταφεύγει στις ετικέτες, στις γενικολογίες και στην ανάσυρση φαντασμάτων του παρελθόντος. Το ΑΚΕΛ επέλεξε, συνειδητά, τον δεύτερο δρόμο. Και η επιλογή αυτή λέει περισσότερα από οποιαδήποτε ανακοίνωση.
Το υλικό που ήλθε στο φως τον Οκτώβριο του 2026, μέσα από τη δημοσιογραφική έρευνα της "Σημερινής" και του Sigmalive, προέρχεται από το Ρωσικό Κρατικό Αρχείο Σύγχρονης Ιστορίας (RGANI) και από τη συλλογή εγγράφων που διέσωσε ο Βλαντιμίρ Μπουκόφσκι μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης (Bukovsky, 2019). Δεν πρόκειται για φήμες, ούτε για απομνημονεύματα αποστατών. Πρόκειται για πρωτόκολλα του Πολιτικού Γραφείου, για υπομνήματα με την υπογραφή του Γιούρι Αντρόποφ, για λογιστικούς απολογισμούς με ποσά, έτη και δικαιούχους. Και οι δικαιούχοι έχουν ονοματεπώνυμο.
Ο μηχανισμός είναι εδώ και δεκαετίες γνωστός στη διεθνή ιστοριογραφία. Η σοβιετική ηγεσία συντηρούσε τα "αδελφά" κόμματα μέσω του Διεθνούς Συνδικαλιστικού Ταμείου Βοήθειας προς Αριστερές Εργατικές Οργανώσεις, το Διεθνές Τμήμα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ αποφάσιζε, η KGB διακινούσε (Andrew & Mitrokhin, 1999). Η Κύπρος απλώς δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ας τεθούν, λοιπόν, τα ερωτήματα χωρίς περιστροφές και χωρίς ευγένειες που δεν αξίζουν.
Πρώτο ερώτημα, Αντί τίνος το χρήμα;
Σύμφωνα με τους απολογισμούς του Ταμείου για την περίοδο 1961–1973, το ΑΚΕΛ καταγράφεται ως αποδέκτης 447.944 δολαρίων. Στις 29 Δεκεμβρίου 1980 το Πολιτικό Γραφείο εγκρίνει άλλες 300.000 δολάρια για το 1981. Μεταξύ 1976 και 1984, 60.400 ρούβλια μετατρέπονται σε συνάλλαγμα και καταλήγουν, με τη διαμεσολάβηση της KGB, στην ηγεσία της Λευκωσίας. Και όλα αυτά αφορούν μόνο τα έτη για τα οποία εντοπίστηκαν έγγραφα.
Η σοβιετική γραφειοκρατία δεν διέθετε υπηρεσία φιλανθρωπίας. Κάθε ρούβλι που διάβαινε τα σύνορα υπηρετούσε έναν σκοπό, εγκρινόταν με απόφαση οργάνου και λογοδοτούσε σε κάποιον. Ποιο ήταν, επομένως, το αντάλλαγμα; Τι προσέφερε το ΑΚΕΛ στη Μόσχα, ώστε να διατηρεί επί τρεις δεκαετίες θέση στον κατάλογο των προνομιούχων "φίλων"; Πληροφόρηση για τα ενδότερα της κυπριακής πολιτικής ζωής; Έλεγχο του συνδικαλιστικού κινήματος; Ευθυγράμμιση της δημόσιας ατζέντας με τη σοβιετική στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η Μόσχα επεδίωκε με κάθε μέσο να αποσπάσει τη μεγαλόνησο από τη δυτική και ελληνική της τροχιά;
Και το βαρύτερο από όλα, όταν ένα κοινοβουλευτικό κόμμα δέχεται κρυφά χρήματα που του παραδίδει μια ξένη υπηρεσία πληροφοριών, ποιον υπηρετεί; Τον λαό που το ψηφίζει ή το κράτος που το πληρώνει; Ήταν το ΑΚΕΛ εκείνων των δεκαετιών ένα κυπριακό κόμμα με σοβιετικούς φίλους ή ένας σοβιετικός μηχανισμός με κυπριακή ταχυδρομική διεύθυνση; Εκτελούσε, με άλλα λόγια, εργασία για λογαριασμό της KGB, προωθώντας στην Κύπρο συμφέροντα ξένα προς τον τόπο και προς τον Ελληνισμό; Η ερώτηση είναι σκληρή. Τη σκληρότητά της, όμως, δεν την επινοήσαμε εμείς· την εισάγουν τα ίδια τα έγγραφα. Και όσο το ΑΚΕΛ αρνείται να απαντήσει, τόσο η σιωπή του λειτουργεί ως καταφατική απάντηση.
Οι αποκαλύψεις, άλλωστε, δεν σταματούν εκεί. Σύμφωνα με νεότερο δημοσίευμα, στα σοβιετικά αρχεία καταγράφονται δεκάδες χιλιάδες ρούβλια που συγκεντρώνονταν μέσω Κυπρίων φοιτητών στην ΕΣΣΔ και κατέληγαν στην Κύπρο (Sigmalive, 2026). Νέοι άνθρωποι, δηλαδή, που πήγαν να σπουδάσουν με υποτροφίες, μετατράπηκαν σε κρίκους μιας αλυσίδας χρηματοδότησης. Και η ιδεολογική πρόσδεση δεν ήταν μυστική. Σύμφωνα με βρετανική έκθεση του 1962, την οποία επικαλείται η Φανούλα Αργυρού, ο Εζεκίας Παπαϊωάννου δήλωνε στην Πράγα ότι "κανένας κομμουνιστής δεν είναι άξιος του ονόματός του αν ακολουθεί πολιτική που δεν εγκρίνεται από τη Μόσχα" (Αργυρού, 2026). Όταν ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας ορίζει ως μέτρο της κομματικής αρετής την έγκριση μιας ξένης πρωτεύουσας, το ερώτημα για το ποιον υπηρετούσε το κόμμα δεν είναι συκοφαντία. Είναι η φυσική συνέπεια των δικών του λόγων.
Δεύτερο ερώτημα, Οπλισμός για λογαριασμό ποιου;
Σε υπόμνημα της 8ης Ιουλίου 1974, ο επικεφαλής της KGB αναφέρει ότι τέσσερεις ημέρες νωρίτερα η υπηρεσία του παρέδωσε "συνωμοτικά" στους "φίλους" στην Κύπρο 100 πιστόλια Walther και 25.000 φυσίγγια, σε εκτέλεση απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ του Ιουλίου 1971. Η αποστολή, κατά το ίδιο έγγραφο, είχε αρχικά ανασταλεί και επανενεργοποιήθηκε κατόπιν επείγοντος αιτήματος του τότε Γενικού Γραμματέα του ΑΚΕΛ, Εζεκία Παπαϊωάννου.
Ας σταθούμε στη λέξη, γιατί οι λέξεις των μυστικών υπηρεσιών δεν είναι ποτέ τυχαίες. Το υπόμνημα δεν κάνει λόγο για την Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε για την κυβέρνησή της, ούτε για τον Πρόεδρό της. Κάνει λόγο για "φίλους". Ο Μαξ Βέμπερ όρισε το σύγχρονο κράτος ως τον φορέα του μονοπωλίου της νόμιμης βίας (Weber, 1919/2004). Ένα κόμμα που εξοπλίζεται εκτός κράτους, με όπλα ξένης δύναμης, δεν προστατεύει το κράτος· το αμφισβητεί και το υποκαθιστά.
Τα ερωτήματα είναι συγκεκριμένα και δεν επιδέχονται υπεκφυγές. Ποιος αποφάσισε ποιοι θα οπλιστούν; Σε ποια ιεραρχία υπάγονταν οι οπλοφόροι; Πώς εξηγείται ότι η απόφαση της Μόσχας λήφθηκε το 1971, πριν η ΕΟΚΑ Β΄ αναπτύξει συστηματική ένοπλη δράση; Και, κυρίως, πού βρίσκονται σήμερα τα εκατό Walther; Καταγράφηκαν ποτέ; Παραδόθηκαν στις αρχές; Χρησιμοποιήθηκαν, και εναντίον ποιων; Ή μήπως η ιστορία τους, όπως τόσα άλλα, "ανήκει στο παρελθόν", δηλαδή σε έναν χώρο όπου ο κομματικός μηχανισμός δεν επιτρέπει σε κανέναν να εισέλθει; Ένα κόμμα με καθαρή συνείδηση θα είχε δώσει αυτές τις απαντήσεις πριν από είκοσι έξι χρόνια, όταν το έγγραφο πρωτοπαρουσιάστηκε. Το ΑΚΕΛ προτίμησε να περιμένει να ξεχαστούν.
Τρίτο ερώτημα, Μαθητεία στην παρακολούθηση, για να παρακολουθηθεί ποιος;
Το πιο αποκαλυπτικό τεκμήριο δεν ανήκει στην εποχή των πραξικοπημάτων, αλλά στη δύση του Ψυχρού Πολέμου. Το 1989, με το Τείχος του Βερολίνου να καταρρέει, η Γραμματεία του ΚΚΣΕ εγκρίνει την εκπαίδευση δύο στελεχών του ΑΚΕΛ στη Σοβιετική Ένωση σε ζητήματα "υπηρεσίας ασφαλείας του κόμματος", συλλογή και ανάλυση πληροφοριών, μυστική παρακολούθηση, προσωπική προστασία.
Εδώ καταρρέει οριστικά κάθε άλλοθι. Δεν υπήρχε ΕΟΚΑ Β΄, δεν υπήρχε χούντα, δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος για τη ζωή κανενός. Υπήρχε μια δημοκρατική Κύπρος, μέλος των διεθνών οργανισμών, με αστυνομία και υπηρεσίες ασφαλείας. Γιατί, λοιπόν, ένα νόμιμο κοινοβουλευτικό κόμμα χρειαζόταν δική του υπηρεσία πληροφοριών; Ποιους σκόπευε να παρακολουθεί; Πολιτικούς αντιπάλους; Δημοσιογράφους; Τα ίδια του τα μέλη, σε μια περίοδο κατά την οποία η εσωκομματική αμφισβήτηση οδήγησε, το 1990, στην αποχώρηση των ανανεωτικών στελεχών που ίδρυσαν την ΑΔΗΣΟΚ; Και ποιος άλλος θεσμός στη Σοβιετική Ένωση του 1989 ήταν σε θέση να διδάξει την τέχνη της μυστικής παρακολούθησης;
Το ερώτημα, επομένως, τίθεται με όλη του τη βαρύτητα, λειτουργούσαν τα εκπαιδευμένα αυτά στελέχη ως προέκταση σοβιετικών υπηρεσιών στην Κύπρο, υπό την κάλυψη και τον μανδύα ενός νόμιμου πολιτικού κόμματος; Ποιον εξυπηρετούσαν οι δεξιότητες που αποκόμισαν, το ΑΚΕΛ, την Κυπριακή Δημοκρατία ή τη Μόσχα; Ποια είναι τα ονόματα των δύο στελεχών και ποιες θέσεις κατέλαβαν στη συνέχεια στον κομματικό και στον κρατικό μηχανισμό; Υφίσταται σήμερα η "υπηρεσία ασφαλείας" του ΑΚΕΛ; Αν όχι, πότε διαλύθηκε και τι απέγινε το αρχείο της; Αν ναι, σε ποιον λογοδοτεί; Αυτά δεν είναι ερωτήματα ιστορικής περιέργειας. Είναι ερωτήματα δημοκρατικής ασφάλειας.
Η επικοινωνιακή συσκότιση, η ΕΟΚΑ Β΄ ως άλλοθι για όλες τις εποχές
Η Εζεκία Παπαϊωάννου, διά του εκπροσώπου Τύπου του κόμματος, δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα ούτε ενός εγγράφου. Δεν διέψευσε ούτε ένα ποσό. Επέλεξε την πεπατημένη, υπαινιγμούς για "σκοπιμότητες", υπενθύμιση ότι "αυτά είναι γνωστά" και τον αφορισμό κάθε επικριτή ως "ακροδεξιού". Το ότι κάτι είναι "γνωστό", όμως, δεν το καθιστά δικαιολογημένο· το καθιστά απλώς παλαιότερο ανεξήγητο.
Η πραγματική όμως μάχη δεν δόθηκε στις ανακοινώσεις. Δόθηκε στα τηλεοπτικά πάνελ και στις ραδιοφωνικές εκπομπές, όπου παρελαύνουν εύγλωττα και καλά εκπαιδευμένα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ. Το σενάριο είναι πανομοιότυπο σε κάθε εμφάνιση. Ο συνομιλητής ρωτά για τα δολάρια, για τα ρούβλια, για την εκπαίδευση στη μυστική παρακολούθηση. Το στέλεχος απαντά με μια ευφραδή διάλεξη για το πραξικόπημα, για τη χούντα, για τις δολοφονίες αριστερών από την ΕΟΚΑ Β΄, για τους "πραγματικούς προδότες" του 1974. Γενικολογεί, αοριστολογεί, συγκινεί, κατηγορεί. Και όταν ο χρόνος της εκπομπής εκπνέει, το ερώτημα έχει εξαφανιστεί κάτω από έναν τόνο ιστορικής ρητορικής, χωρίς να έχει δοθεί ούτε μία απάντηση επί της ουσίας.
Η τεχνική έχει όνομα στη θεωρία της πολιτικής επικοινωνίας. Λέγεται πλαισίωση, δηλαδή η επιλογή ορισμένων πτυχών μιας πραγματικότητας και η ανάδειξή τους, ώστε να επιβληθεί μια συγκεκριμένη ερμηνεία του προβλήματος και των ευθυνών (Entman, 1993). Όποιος ορίζει το πλαίσιο, ορίζει και τη συζήτηση· και όποιος δέχεται το πλαίσιο του αντιπάλου, έχει ήδη ηττηθεί (Lakoff, 2004). Το ΑΚΕΛ το γνωρίζει άριστα. Μετέφερε επιτυχώς τη συζήτηση από το ερώτημα "τι κάνατε εσείς με την KGB" στο ερώτημα "τι έκαναν οι άλλοι το 1974". Ταύτισε κάθε ερώτηση με την ΕΟΚΑ Β΄, ώστε όποιος ρωτά να μοιάζει με απολογητή της χούντας. Πρόκειται για μια μεθοδευμένη, ψυχρά υπολογισμένη επικοινωνιακή επιχείρηση υποβάθμισης. Και, οφείλουμε να το παραδεχθούμε, μέχρι στιγμής πετυχαίνει, χάρη και στην ανοχή ενός μεγάλου μέρους των μέσων ενημέρωσης που δεν επιμένουν.
Ας δεχθούμε, χάριν της συζήτησης, ολόκληρη την επιχειρηματολογία περί αυτοάμυνας του 1974. Τι σχέση έχει η ΕΟΚΑ Β΄ με τις 300.000 δολάρια που ενέκρινε το Πολιτικό Γραφείο για το 1981; Τι σχέση έχει με τα ρούβλια που διοχετεύονταν μεταξύ 1976 και 1984, όταν η Κύπρος είχε από καιρό αποκαταστήσει τη συνταγματική της τάξη; Τι σχέση έχει με την εκπαίδευση στη μυστική παρακολούθηση το 1989, δεκαπέντε χρόνια μετά το πραξικόπημα; Καμία. Το επιχείρημα της ΕΟΚΑ Β΄ δεν είναι απάντηση. Είναι προπέτασμα καπνού. Και η ηθική του είναι προβληματική στο έπακρο, διότι εργαλειοποιεί τους πραγματικούς νεκρούς μιας τραγικής περιόδου για να καλύψει τη δεκαετία του 1980, κατά την οποία το ΑΚΕΛ εξακολουθούσε να λαμβάνει χρήματα και εκπαίδευση από τη Μόσχα.
Γι' αυτό καλούμε όσα στελέχη της Κεντρικής Επιτροπής εμφανίζονται στα μέσα ενημέρωσης να απαντήσουν, έστω μία φορά, χωρίς αναφορά στο 1974, σε πέντε απλά ερωτήματα. Πρώτον, είναι γνήσια τα έγγραφα, ναι ή όχι; Δεύτερον, έλαβε το ΑΚΕΛ τα ποσά που καταγράφονται, ναι ή όχι; Τρίτον, για ποιες υπηρεσίες, προς ποιον και με ποιο αντάλλαγμα; Τέταρτον, ποιοι εκπαιδεύτηκαν το 1989 και ποιους παρακολούθησαν; Πέμπτον, θα ανοίξει το κόμμα τα αρχεία του σε ανεξάρτητους ιστορικούς, ναι ή όχι; Όποιος δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτά με ένα "ναι" ή ένα "όχι", δεν έχει πρόβλημα με την ακροδεξιά. Έχει πρόβλημα με την αλήθεια.
Άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες δεν επέδειξαν ανάλογη ανεκτικότητα. Όταν ο φάκελος Μιτρόχιν αποκάλυψε το εύρος της σοβιετικής διείσδυσης στη Δυτική Ευρώπη, η Ιταλία συγκρότησε το 2002 ειδική κοινοβουλευτική εξεταστική επιτροπή για να διερευνήσει τις διασυνδέσεις πολιτικών, δημοσιογράφων και κομματικών μηχανισμών με τις σοβιετικές υπηρεσίες. Η Ιταλία δεν κατέρρευσε, ούτε μετατράπηκε σε "ακροδεξιό" καθεστώς επειδή τόλμησε να ρωτήσει. Απλώς συμπεριφέρθηκε ως κυρίαρχο κράτος που απαιτεί να γνωρίζει ποιος χρηματοδοτούσε ποιον στο εσωτερικό του. Γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία, ένα κράτος υπό κατοχή που έχει περισσότερους λόγους από οποιοδήποτε άλλο να φυλάγεται από ξένες εξαρτήσεις, οφείλει να είναι λιγότερο απαιτητική; Και γιατί το ίδιο το ΑΚΕΛ, που ζητεί εξεταστικές επιτροπές για κάθε πτυχή της δημόσιας ζωής, ξαφνικά ανακαλύπτει τις αρετές της ιστορικής λήθης όταν το αντικείμενο της έρευνας είναι ο εαυτός του; Η αλήθεια δεν μπορεί να είναι υποχρεωτική για τους αντιπάλους και προαιρετική για τους συντρόφους. Αυτό δεν είναι πολιτική. Είναι ηθική υποκρισία.
Παρακλάδι του χθες ή υπηρέτης του σήμερα;
Και φτάνουμε στο ερώτημα που κανείς στο πολιτικό σύστημα δεν τολμά να διατυπώσει δημοσίως. Η KGB δεν εξαφανίστηκε το 1991. Μετεξελίχθηκε. Οι διάδοχοι υπηρεσίες της, η SVR για τις εξωτερικές επιχειρήσεις και η FSB για την εσωτερική ασφάλεια, κληρονόμησαν τα αρχεία, τα δίκτυα και, σε μεγάλο βαθμό, το προσωπικό της. Η σημερινή Ρωσία διεξάγει, κατά την τεκμηριωμένη εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, συστηματικές επιχειρήσεις χειραγώγησης πληροφοριών και παρέμβασης σε ολόκληρη την Ευρώπη (European External Action Service, 2025).
Υπό αυτό το πρίσμα, τα ερωτήματα δεν αφορούν μόνο το παρελθόν. Ήταν το ΑΚΕΛ παρακλάδι της KGB στην Κύπρο; Και αν ήταν, πότε ακριβώς και με ποια πράξη έπαψε να είναι; Υπήρξε ποτέ ρητή, δημόσια και επαληθεύσιμη ρήξη με τους μηχανισμούς που το χρηματοδοτούσαν και το εκπαίδευαν, ή απλώς άλλαξαν οι επωνυμίες των υπηρεσιών στην άλλη πλευρά; Διατηρεί σήμερα το κόμμα, ή στελέχη του, οποιαδήποτε σχέση, επαφή ή συνεργασία με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες; Δεν ισχυριζόμαστε ότι γνωρίζουμε την απάντηση. Ισχυριζόμαστε ότι ο κυπριακός λαός δικαιούται να την ακούσει, καθαρά, από το ίδιο το ΑΚΕΛ.
Και το βάρος της απόδειξης, εδώ, το έχει δημιουργήσει το ίδιο το κόμμα. Ένα κόμμα που έλαβε τεκμηριωμένα επί τρεις δεκαετίες χρήματα, όπλα και εκπαίδευση από τη Μόσχα, που ουδέποτε ζήτησε συγγνώμη, ουδέποτε άνοιξε τα αρχεία του και ουδέποτε αποκήρυξε ρητά αυτή τη σχέση, δεν μπορεί να απαιτεί τεκμήριο αθωότητας χωρίς να προσφέρει έστω μία εξήγηση. Η καχυποψία δεν γεννήθηκε από τους επικριτές του. Γεννήθηκε από τη δική του σιωπή, και τρέφεται καθημερινά από τη δική του άρνηση να λογοδοτήσει.
Το VOLT και η δημοκρατία à la carte
Και φτάνουμε στο πλέον διδακτικό επεισόδιο της εβδομάδας. Το VOLT, κόμμα που στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2026 συγκέντρωσε 3,1% και έμεινε εκτός Βουλής (PolitPro, 2026), εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία καταγγέλλει τη συγκρότηση κοινοβουλευτικής ομάδας βουλευτών του ΔΗΣΥ, του ΕΛΑΜ και του ΔΗΚΟ σε συνεργασία με το Israel Allies Foundation και το Transatlantic Friends of Israel. Κάνει λόγο για "οργανωμένη παρουσία" δικτύου που προωθεί "θέσεις και συμφέροντα του Ισραήλ", απαιτεί "πλήρη ενημέρωση για τη χρηματοδότηση, τις δεσμεύσεις και το πλαίσιο λειτουργίας" της ομάδας, καλεί τους βουλευτές να αποχωρήσουν και υπενθυμίζει ότι από τον Φεβρουάριο του 2024 είχε προειδοποιήσει για την ανάγκη προστασίας της εξωτερικής πολιτικής "από ξένες επιρροές" (Πολίτης, 2026).
Ωραία λόγια. Ας τα εφαρμόσουμε, όμως, με συνέπεια.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται μια δημόσια, ονομαστική, ανακοινωμένη ομάδα φιλίας με ένα δημοκρατικό κράτος, με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία συνδέεται με θεσμοθετημένη τριμερή συνεργασία, με κοινά ενεργειακά έργα και με αμυντική και πολιτική προστασία· ένα κράτος που έστειλε αεροσκάφη για να σβήσουν τις πυρκαγιές μας το 2016 και το 2021. Από την άλλη βρίσκεται ένα κόμμα για το οποίο υπάρχουν πρωτότυπα έγγραφα ότι επί δεκαετίες έπαιρνε κρυφά χρήματα μέσω της μυστικής αστυνομίας ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, ότι παρέλαβε συνωμοτικά όπλα και ότι έστειλε στελέχη να μάθουν την τέχνη της παρακολούθησης.
Για το πρώτο, το VOLT ζητεί διαφάνεια, αποκαλύψεις και αποχωρήσεις. Για το δεύτερο, σιωπά. Δεν ζητεί από το ΑΚΕΛ να απαντήσει "ναι" ή "όχι". Δεν ζητεί άνοιγμα των αρχείων του. Δεν ζητεί κοινοβουλευτική διερεύνηση. Δεν θυμάται ούτε την "ανεξαρτησία της εξωτερικής πολιτικής" ούτε τις "ξένες επιρροές". Και αυτό από ένα πανευρωπαϊκό κόμμα που διακηρύσσει σε κάθε ευρωπαϊκό βήμα την αντίθεσή του στις ρωσικές επιχειρήσεις υβριδικής επιρροής. Στις Βρυξέλλες, η Ρωσία είναι απειλή· στη Λευκωσία, όταν το ζήτημα αφορά το ΑΚΕΛ, γίνεται ξαφνικά "παλιά ιστορία".
Αυτό δεν είναι διαφάνεια. Είναι διαφάνεια με διεύθυνση αποστολής. Είναι μια δημοκρατία επιλεκτική και κατευθυνόμενη, όπου η ηθική αγανάκτηση ενεργοποιείται μόνο όταν ο "ξένος" είναι δυτικός και σιγεί όταν ο "ξένος" είναι ο Κρεμλίνος. Αν το κριτήριο του VOLT είναι πράγματι η προστασία της Κύπρου από ξένες επιρροές, τότε οφείλει να εξηγήσει γιατί ενοχλείται από μια δημόσια φιλία με το Ισραήλ και όχι από τις κρυφές σχέσεις ενός κόμματος με την KGB. Αν δεν μπορεί να το εξηγήσει, τότε η ηθική του ανωτερότητα είναι απλώς ένα κοστούμι που φορά όταν τον βολεύει.
Ας τεθούν, λοιπόν, και στο VOLT τα ερωτήματα που αποφεύγει. Θεωρεί ή όχι ότι η μυστική χρηματοδότηση κυπριακού κόμματος από ξένη υπηρεσία πληροφοριών αποτελεί "ξένη επιρροή"; Αν ναι, γιατί δεν το είπε; Αν όχι, με ποιο κριτήριο μια δημόσια ομάδα φιλίας είναι επικίνδυνη και ένα κρυφό κανάλι ρουβλίων αθώο; Και γιατί ένα κόμμα που δεν κατόρθωσε να πείσει ούτε το 3,5% των ψηφοφόρων για να εισέλθει στη Βουλή αισθάνεται εξουσιοδοτημένο να επιβάλλει ηθικές προδιαγραφές στους εκλεγμένους αντιπροσώπους του λαού, ενώ εξαιρεί από αυτές το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα του τόπου; Η επιλεκτική ευαισθησία δεν είναι ευαισθησία. Είναι πολιτική σκοπιμότητα ντυμένη με τον μανδύα των αρχών.
Η ειρωνεία είναι ακόμη πικρότερη για όποιον γνωρίζει τη γεωπολιτική της περιοχής. Οι κληρονόμοι της Μόσχας που χρηματοδοτούσε το ΑΚΕΛ πώλησαν στην Τουρκία το σύστημα S-400 και κατασκευάζουν μέσω της Rosatom τον πυρηνικό σταθμό του Ακκουγιού, απέναντι από τις ακτές μας. Αντιθέτως, το Ισραήλ συγκροτεί μαζί με την Ελλάδα και την Κύπρο τον μόνο σοβαρό γεωστρατηγικό άξονα που μπορεί να αντισταθμίσει τον τουρκικό αναθεωρητισμό στην Ανατολική Μεσόγειο. Όποιος βλέπει απειλή στο δεύτερο και αδιαφορεί για το πρώτο, δεν πάσχει από έλλειμμα πληροφόρησης. Πάσχει από έλλειμμα κριτηρίων ή από περίσσεια προκαταλήψεων.
Τι οφείλεται στους πολίτες
Οι Έλληνες της Κύπρου, που πλήρωσαν το 1974 με αίμα, προσφυγιά και κατοχή τη διάλυση της κρατικής εξουσίας σε κομματικές φατρίες και ξένες εξαρτήσεις, δικαιούνται την αλήθεια ολόκληρη και όχι κατ’ επιλογήν. Το ΑΚΕΛ οφείλει να απαντήσει επί της ουσίας σε κάθε ένα από τα ανωτέρω ερωτήματα, όχι με τηλεοπτικές διαλέξεις για το 1974, αλλά με γραπτή, δημόσια και ονομαστική τοποθέτηση. Οφείλει να παραδώσει τα αρχεία του της περιόδου 1960–1991 σε ανεξάρτητους ιστορικούς και να δηλώσει ρητά αν διατηρεί σήμερα οποιαδήποτε σχέση με ρωσικές υπηρεσίες. Η Πολιτεία οφείλει να ζητήσει επισήμως από τη Ρωσική Ομοσπονδία το σύνολο του σχετικού υλικού. Και η Βουλή οφείλει να συστήσει εξεταστική επιτροπή, κατά το ιταλικό πρότυπο, και να εξετάσει αν το σημερινό θεσμικό πλαίσιο προστατεύει επαρκώς τη χώρα από την ξένη χρηματοδότηση κομμάτων, οποιασδήποτε προέλευσης.
Όσο για το VOLT, ένα απλό τεστ συνέπειας αρκεί, ας εκδώσει αύριο μια ανακοίνωση με τα ίδια ακριβώς αιτήματα για το ΑΚΕΛ που διατύπωσε για τους βουλευτές της ομάδας φιλίας με το Ισραήλ, πλήρη ενημέρωση για τη χρηματοδότηση, τις δεσμεύσεις και το πλαίσιο της σχέσης. Αν δεν το πράξει, θα έχει απαντήσει μόνο του στο ερώτημα ποια συμφέροντα υπηρετεί η δική του "διαφάνεια".
Επίλογος
Ο Θουκυδίδης παρατηρούσε ότι στους καιρούς της κρίσης οι λέξεις αλλάζουν νόημα κατά τη βούληση εκείνων που τις χρησιμοποιούν (Θουκυδίδης, 3.82.4). Στην Κύπρο του 2026, η "διαφάνεια" σημαίνει ό,τι βολεύει, η "ξένη επιρροή" σημαίνει μόνο τη δυτική, η "ιστορική μνήμη" σταματά ακριβώς στο κατώφλι των σοβιετικών αρχείων και η ΕΟΚΑ Β΄ επιστρατεύεται για να σκεπάσει ό,τι συνέβη δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Ένα κόμμα που δεν τολμά να αντικρίσει τα δικά του έγγραφα και ένα άλλο που προσποιείται ότι δεν τα βλέπει δεν υπερασπίζονται τη δημοκρατία. Τη χρησιμοποιούν. Και ο λαός που τους ακούει έχει κάθε δικαίωμα, και κάθε υποχρέωση, να συνεχίσει να ρωτά μέχρι να πάρει απάντηση.